el | fr | en | +
Accéder au menu

Στη Βραζιλία, ο Λούλα στρίβει προς το Κέντρο

Σήμερα διεξάγονται προεδρικές εκλογές στη Βραζιλία. Ο αριστερός πρώην πρόεδρος Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα και ο ακροδεξιός πρόεδρος Ζαΐρ Μπολσονάρο πιθανώς να αναμετρηθούν σε έναν δεύτερο γύρο, που έχει οριστεί για τις 30 Οκτωβρίου. Εκτός κι αν η στρατηγική συνεργασιών που έχει υιοθετήσει ο παλαιός συνδικαλιστής Λούλα του επιτρέψει να εκλεγεί από τον πρώτο γύρο. Αλλά με ποιο τίμημα;

Μα τι του ήρθε; Ο πρώην πρόεδρος της Βραζιλίας (2003-2010) Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα, μία από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες της λατινοαμερικάνικης Αριστεράς και υποψήφιος στις προεδρικές εκλογές της 2ης Οκτωβρίου στη Βραζιλία, ανακοίνωσε τον περασμένο Απρίλιο τη συμμαχία του με τον Ζεράλντο Αλκμίν. Ο Αλκμίν, πρώην κυβερνήτης του Σάο Πάολο, είναι ένας από τους ιστορικούς ηγέτες του Κόμματος της Βραζιλιανικής Σοσιαλδημοκρατίας (PSDB), του συντηρητικού και νεοφιλελεύθερου μορφώματος που κυριάρχησε για πολύ καιρό στον χώρο της βραζιλιάνικης Δεξιάς.

Από τη σκοπιά του Αλκμίν, η λογική των πραγμάτων είναι αμείλικτη. Το 2018, η απροσδόκητη επικράτηση στις προεδρικές εκλογές του Ζαΐρ Μπολσονάρο, ενός πρώην στρατιωτικού με ακροδεξιά ρητορική (1) , εξοβελίζει τους πολιτικούς σχηματισμούς της παραδοσιακής Δεξιάς στην ασημαντότητα, προκαλώντας ατέρμονες εσωτερικές διαμάχες. Διαπιστώνοντας το αδιέξοδο, ο Αλκμίν –ατυχήσας υποψήφιος στις προεδρικές εκλογές του 2006 (οπότε και βρέθηκε αντιμέτωπος με τον Λούλα στον δεύτερο γύρο) και του 2018– επιλέγει να προσχωρήσει στο Σοσιαλιστικό Κόμμα Βραζιλίας (PSB, Κεντροαριστερά), έτσι ώστε να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις με τον Λούλα για να γίνει πολιτικός σύμμαχός του και υποψήφιος για τη θέση του αντιπροέδρου.

Όμως, από τη σκοπιά του πρώην εργάτη μεταλλουργίας Λούλα, ποια ήταν η λογική της κίνησης αυτής; Προβάλλεται συχνά το επιχείρημα ότι το Κόμμα των Εργατών (ΡΤ) είναι συνηθισμένο σε ετερόκλητες συμμαχίες. Το 2014, για παράδειγμα, η Ντίλμα Ρούσεφ ανήλθε στην εξουσία συμμαχώντας με έναν από τους βαρώνους του Κόμματος του Δημοκρατικού Κινήματος Βραζιλίας (PMDB, Δεξιά), τον Μισέλ Τεμέρ. Η ιδέα δεν αποδείχθηκε καθόλου καλή: από τη θέση του αντιπροέδρου (το δεύτερο σε ιεραρχία αξίωμα του βραζιλιάνικου κράτους), ο Τεμέρ ενορχήστρωσε ένα κοινοβουλευτικό πραξικόπημα με κατάληξη την αποπομπή της προέδρου που είχε δεσμευτεί να στηρίζει και τη δική του αναρρίχηση στην προεδρία το 2016. Όμως, το κόμμα του Αλκμίν (Συντηρητικοί) δεν είναι το κόμμα του Τεμέρ (το δεξιό PMDB και, από το 2018, MDB): πριν από την εκλογή Μπολσονάρο, το κόμμα του Αλκμίν βρισκόταν στον θρόνο της βραζιλιάνικης Δεξιάς για 25 χρόνια. Για το ΡΤ, ενσάρκωνε τον αντίπαλο, όχι τον σύμμαχο…

Ανόητος, χυδαίος, άξεστος ο Μπολσονάρο

Προκειμένου κάποιος να κατανοήσει τη στρατηγική της βραζιλιάνικης Αριστεράς θα πρέπει να γυρίσει μερικά χρόνια πίσω. Με το τέλος της στρατιωτικής δικτατορίας (1964-1984), τα πιο παραδοσιακά ρεύματα της αστικής τάξης για μια περίοδο θα βρεθούν στη μέση μιας ερήμου. Απαξιωμένα, διχασμένα, χωρίς πολιτικό ορίζοντα, κινούνταν αντίθετα στη λεωφόρο μιας παγκόσμιας ιστορίας που σημαδευόταν από τη διπλή υιοθέτηση του νεοφιλελευθερισμού: τόσο από τους πάλαι ποτέ συντηρητικούς όσο και από ορισμένες μερίδες της σοσιαλδημοκρατίας.

Την ίδια εποχή, η Αριστερά ξεδιπλώνεται στη χώρα. Μετά από ένα κύμα μαζικών κινητοποιήσεων, το Κόμμα των Εργατών –που ιδρύθηκε το 1980– προωθεί ένα πρόγραμμα ρήξης με τον καπιταλισμό. Σύντομα μετατρέπεται σε δύναμη πρώτου μεγέθους στην πολιτική ζωή της χώρας. Μέσα σε λιγότερα από δέκα χρόνια, ο υποψήφιός του –ο Λούλα– περνάει στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών του 1989, των πρώτων προεδρικών εκλογών μετά το πραξικόπημα των στρατηγών το 1964. Οι παλαιές φυσιογνωμίες της Δεξιάς, κληρονόμοι της δικτατορίας και όσων ευνοήθηκαν από αυτήν, δεν έχουν άλλη επιλογή παρά να ποντάρουν τα πάντα στον Φερνάντο Κολόρ ντε Μέλο, μια ιδιόρρυθμη προσωπικότητα που εμφανίζεται ως θεματοφύλακας της ηθικής. Το ζήτημα, πρώτα απ’ όλα, είναι να κλείσουν τον δρόμο στον υποψήφιο του ΚΕ. Προσπάθεια που όντως καταλήγει στην εκλογή του ντε Μέλο με μια διαφορά περίπου επτά ποσοστιαίων μονάδων, όμως ο πρώτος εκλεγμένος πρόεδρος της δημοκρατικής μετάβασης πολύ σύντομα βουλιάζει σε ένα σκάνδαλο διαφθοράς. Έχοντας εκλεγεί το 1989, καθαιρείται το 1992.

Από την πλευρά του, το Κόμμα των Εργατών (ήδη από τότε) ποντάρει σε μια συμμαχία με το νεοσύστατο συντηρητικό PSDB –είχε ιδρυθεί το 1988 μετά από διάσπαση του PMDB, το οποίο είχε θεωρηθεί αρτηριοσκληρωτικό, όχι αρκετά προοδευτικό και ανίκανο να ηγηθεί της δημοκρατικής μετάβασης. Τότε το νέο κόμμα υιοθετεί ως έμβλημα το τουκάν (2). Όμως το PSDB εκπλήσσει τους πάντες. Παρά τις θέσεις του για τον «απαραίτητο καπιταλιστικό εκσυγχρονισμό» της χώρας, το κόμμα επιλέγει τελικά να συμμαχήσει όχι με το Κόμμα των Εργατών του Λούλα, αλλά με ένα από τα κόμματα-κληρονόμους της δικτατορίας (το Κόμμα του Φιλελεύθερου Μετώπου, PFL), καθώς και με μερίδα του δεξιού PMDB. Το σχέδιό τους; Η ανασύνταξη του συντηρητικού στρατοπέδου προκειμένου να κλείσει ο δρόμος για το Κόμμα των Εργατών. Με επιρροή στα μεσαία στρώματα των αστικών κέντρων χάρη στο άρωμα διανόησης και στην κομψή παρουσία των εκπροσώπων του, το συντηρητικό κόμμα προσφέρει στην αστική τάξη της Βραζιλίας μια ονειρεμένη ευκαιρία να ξαναμοιράσει την εκλογική τράπουλα και να προωθήσει ένα πρόγραμμα φιλικό προς την ελεύθερη αγορά. Πρώτα με επικεφαλής τον Ιταμάρ Φράνκο (1992-1994) και στη συνέχεια με έναν πρώην διανοούμενο της Αριστεράς, τον Φερνάντο Ενρίκε Καρντόσο (1994-2002).

Από εκείνη την εποχή, και μέχρι το 2018, στην πολιτική ζωή της Βραζιλίας τον τόνο δίνει η σύγκρουση μεταξύ ΚΕ και συντηρητικού PSDB. Αποκρυσταλλώνει όλους τους ανταγωνισμούς που διατρέχουν τη βραζιλιάνικη κοινωνία: μεταξύ προοδευτικών και συντηρητικών, μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς, μεταξύ οπαδών της κρατικής παρέμβασης και νεοφιλελεύθερων, μεταξύ εργαζομένων και μεγάλων ιδιωτικών ομίλων… Όταν ο Λούλα κερδίζει για πρώτη φορά τις προεδρικές εκλογές το 2002, το PSDB τίθεται επικεφαλής της αντιπολίτευσης: οι υποψήφιοί του περνούν στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών του 2002 και του 2006, απέναντι στον Λούλα, αλλά και του 2010 και του 2014, απέναντι στη Ρούσεφ.

Καθώς δεν είναι σε θέση να ξαναβρεί τον δρόμο για την κυβέρνηση, το συντηρητικό PSDB συνοδεύει τους κοινοβουλευτικούς ελιγμούς του Τέμερ που αποσκοπούν στην καθαίρεση της πρώτης γυναίκας προέδρου στην ιστορία της χώρας. Με τον ίδιο τρόπο, στηρίζει την επιχείρηση κατά της διαφθοράς «Lava Jato» («Πλυντήριο Υψηλής Πίεσης») του δικαστή Σέρζιο Μόρο, η οποία θα αναγκάσει τον Λούλα να περάσει 580 ημέρες στη φυλακή (πριν αποδειχθεί ότι οι κατηγορίες είναι έωλες και έρθουν στην επιφάνεια αποδείξεις πολιτικής χειραγώγησης της δικαστικής εξουσίας) (3). Όσο ο Τέμερ κυβερνά, το συντηρητικό PSDB τού παρέχει στήριξη και εγγυάται την κοινοβουλευτική πλειοψηφία που ο πρόεδρος έχει ανάγκη για να εφαρμόσει τη νεοφιλελεύθερη θεραπεία-σοκ του (4).

Όπως όλα δείχνουν, ο υπολογισμός των στρατηγικών εγκεφάλων του PSDB τις παραμονές των προεδρικών εκλογών του 2018 ήταν ο εξής: μετά την καθαίρεση της Ρούσεφ και την καταδίκη του Λούλα, που δεν του επέτρεπε να είναι υποψήφιος (μολονότι οι δημοσκοπήσεις τον έφερναν να σαρώνει και να εκλέγεται από τον πρώτο γύρο), ο δρόμος ήταν ανοικτός ώστε το PSDB να αποκτήσει τα κλειδιά του προεδρικού μεγάρου Πλανάλτο μέσω της λαϊκής ετυμηγορίας. Μια παρόμοια επιστροφή θα είχε επιτρέψει να σβηστούν οι μνήμες των κοινοβουλευτικών μεθοδεύσεων σε βάρος της Ρούσεφ, την οποία σημαντική μερίδα της κοινής γνώμης θεωρούσε αθώα.

Αλλά τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν όπως αναμενόταν. Στον πρώτο γύρο, ο υποψήφιος του PSDB Αλκμίν συγκεντρώνει μόλις το 5% των ψήφων. Δεν δίνει γραμμή στους ψηφοφόρους του για τον δεύτερο γύρο, ο οποίος φέρνει αντιμέτωπους τον Ζαΐρ Μπολσονάρο και τον Φερνάντο Χαντάντ (Κόμμα των Εργατών), πρώην υπουργό Παιδείας και πρώην δήμαρχο του Σάο Πάολο. Με την επικράτησή του, ο υποψήφιος της Ακροδεξιάς σαρώνει την παραδοσιακή Δεξιά, η οποία δεν είχε γνωρίσει ποτέ τέτοια ήττα.

Τότε, ορισμένοι αναλυτές συγκρίνουν την ανάδυση του Μπολσονάρο με την άνοδο στην εξουσία του Μπενίτο Μουσολίνι και τη βραζιλιάνικη Ακροδεξιά με τον ιταλικό φασισμό. Μολονότι οι ιστορικές συνθήκες του ερχομού τους στο προσκήνιο διαφέρουν κατά πολύ, υπάρχουν ορισμένες ομοιότητες. Και τα δύο ιστορικά φαινόμενα μπορούν να αναλυθούν με τη βοήθεια της έννοιας του «βοναπαρτισμού», την οποία πρότεινε ο Καρλ Μαρξ στο έργο του «Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη». Περί τίνος πρόκειται; Μπροστά στην αποτυχία του πολιτικού συστήματος και των παραδοσιακών αστικών κομμάτων, ένα πολιτικό ρεύμα στο περιθώριο του φιλελεύθερου κράτους εισβάλλει στην πολιτική σκηνή για να απαντήσει στην απειλή αποσταθεροποίησης της κυρίαρχης τάξης πραγμάτων. Ο στόχος είναι να καθαριστεί η κόπρος του Αυγεία –να βρεθούν στα αζήτητα της Ιστορίας οι απαξιωμένοι και ξεπερασμένοι πια παραδοσιακοί πολιτικοί σχηματισμοί– και, ταυτόχρονα, να προωθηθεί μια νέα ηγεμονία ικανή να διασφαλίσει τη διαιώνιση του συστήματος. Το ρεύμα αυτό που, σε κοινωνικό επίπεδο, υποστηρίζεται από τμήματα του λούμπεν προλεταριάτου και των ενόπλων δυνάμεων, σφυρηλατεί στενές σχέσεις με τη μεγάλη εργοδοσία, της οποίας τα συμφέροντα εξυπηρετεί, χωρίς όμως να της δίνει την εξουσία.

Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι ο μπολσοναρισμός είναι μια ατελής μορφή βοναπαρτισμού. Τα παλαιά αστικά κόμματα έχουν απαξιωθεί σχεδόν πλήρως: διατηρούν ορισμένες νησίδες εξουσίας στο επίπεδο του Κοινοβουλίου και των Πολιτειών, αποδεικνύονται όμως ανίκανα να διεκδικήσουν την ομοσπονδιακή εξουσία. Οι ένοπλες δυνάμεις, συνεχίζοντας την κηδεμονία που ιστορικά έχουν ασκήσει έναντι του κράτους, ευθυγραμμίζονται με τον πρόεδρο και τον προστατεύουν, αποφεύγοντας ταυτόχρονα να επέμβουν, καθώς προτιμούν να μην αποσταθεροποιήσουν το δημοκρατικό πολίτευμα που εδραιώθηκε με το Σύνταγμα του 1988. Στη Βραζιλία δεν παρατηρείται το είδος των συγκεντρωτικών οργανώσεων που χαρακτήριζε τον φασισμό. Ωστόσο, ένας αστερισμός πολιτοφυλακών, οργάνων των αστυνομικών δυνάμεων και ευαγγελικών οργανώσεων, με την υποστήριξη σημαντικής μερίδας της αστικής τάξης (ιδιαίτερα της μικρής και μεσαίας) προσφέρει στον μπολσοναρισμό μεγάλες δυνατότητες κινητοποίησης.

Όμως, στη Βραζιλία, η συμμαχία μεταξύ του πρώην στρατιωτικού και της μεγάλης εργοδοσίας δεν διαρκεί πολύ, παρά την τοποθέτηση του Πάουλο Γκουέντες, ενός παθιασμένου νεοφιλελεύθερου, στη θέση του υπουργού Οικονομίας. Τα ανώτατα κλιμάκια της οικονομικής εξουσίας –και τα διάφορα κέντρα εξουσίας που ελέγχουν περισσότερο ή λιγότερο ανοικτά, είτε πρόκειται για τα μέσα ενημέρωσης είτε για το Κοινοβούλιο είτε για το δικαστικό σύστημα– σταδιακά έχασαν την εμπιστοσύνη τους στον Μπολσονάρο. Αυτά τα κοινωνικά στρώματα δεν υιοθετούν τις απόψεις της σκληρής πτέρυγας του μπολσοναρισμού, σύμφωνα με την οποία η εμβάθυνση των «απαραίτητων μεταρρυθμίσεων» προϋποθέτει τη ρήξη με τη φιλελεύθερη δημοκρατία. Θα ήταν λάθος να θεωρηθεί ότι η συγκεκριμένη στάση οφείλεται σε κάποια δημοκρατικά ή συνταγματικά αντανακλαστικά: τέτοιο το δίλημμα δεν απασχόλησε ποτέ τους σουλτάνους της βραζιλιάνικης οικονομίας. Περισσότερο πρόκειται για τη βεβαιότητα ότι η απειλή δεν είναι τόσο σοβαρή ώστε να επιλέξουν έναν δρόμο που θα μπορούσε να αποδειχθεί επιζήμιος για τις μπίζνες. Πολύ περισσότερο που ο Μπολσονάρο –τον οποίο θεωρούν ανόητο, χυδαίο και άξεστο– τους εκνευρίζει.

Αυτά τα τμήματα της αστικής τάξης αποτελούν το ιστορικό υπόβαθρο του συντηρητικού PSDB. Η ιδεολογική εμμονή τους αντιστοιχεί σε εκείνο που η Αμερικανίδα φιλόσοφος Νάνσι Φρέιζερ ονομάζει «προοδευτικό νεοφιλελευθερισμό» (5) : την ιδέα σύμφωνα με την οποία η αντιπροσωπευτική δημοκρατία, η υπεράσπιση των δικαιωμάτων των μειονοτήτων, οι μηχανισμοί κοινωνικής αναδιανομής μπορούν να συμβάλουν στην εδραίωση των πιο σταθερών μορφών οικονομικής κυριαρχίας.

Η συμμαχία με τα ζόμπι

Το ρήγμα στους κόλπους του συντηρητικού στρατοπέδου και η προσχώρηση μέρους των δυνάμεων που είχαν υποστηρίξει τον Μπολσονάρο στην αντιπολίτευση (χωρίς όμως τη δυνατότητα να αποκτήσουν κεντρικό ρόλο μόνες τους) αποτέλεσαν το πλαίσιο της στρατηγικής σκέψης του Κόμματος των Εργατών για τις προεδρικές εκλογές του 2022. Κατά τη διάρκεια των πρώτων μηνών της περσινής χρονιάς, όλα έδειχναν ότι το κόμμα θα προσανατολιζόταν στη συγκρότηση ενός ευρύτατου μετώπου της Αριστεράς, με επικεφαλής τον Λούλα στη βάση ενός προγράμματος ρήξης με τον νεοφιλελευθερισμό. Οι προσπάθειες προσεταιρισμού όλων των δυσαρεστημένων από τον ακροδεξιό ηγέτη είχαν παραπεμφθεί στη χρονική περίοδο μεταξύ των δύο γύρων –γνωρίζοντας ότι πολλοί ανέμεναν την επικράτηση του Λούλα στον πρώτο γύρο.

Όλα αλλάζουν μεταξύ Μαρτίου και Μαΐου 2021, όταν το Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο ακυρώνει τις καταδίκες του ηγέτη του ΚΕ, ανοίγοντας την επίσημη οδό για τη συμμετοχή του στις προεδρικές εκλογές του 2022. Η απόφαση αυτή εκλαμβάνεται από ορισμένους στρατηγικούς εγκέφαλους του ΚΕ ως σήμα κινδύνου: πεπεισμένοι, όχι χωρίς λόγο, ότι η δικαστική εξουσία χειραγωγείται από τη Δεξιά, ερμηνεύουν την ανακοίνωση ως σημάδι ότι ίσως ετοιμάζεται να αναδυθεί μια φιλελεύθερη-αστική αντιπολίτευση στον Μπολσονάρο. Έτσι, γίνεται επιτακτική ανάγκη να εμποδιστεί η συγκεκριμένη δυναμική να οδηγήσει στην ανάδειξη μιας υποψηφιότητας που θα μπορούσε να αφήσει τον Μπολσονάρο –τον ιδανικό αντίπαλο– εκτός δεύτερου γύρου. Η διαίρεση του συντηρητικού στρατοπέδου επιτρέπει, επιπλέον, την τροποποίηση του αφηγήματος των επερχόμενων εκλογών: δεν θα επρόκειτο πια για μια μάχη μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς, αλλά μεταξύ δημοκρατίας και απολυταρχίας. Μια λογική που επιβεβαιώνεται από τις επανειλημμένες επικρίσεις του Μπολσονάρο για τη βραζιλιάνικη δημοκρατία και το εκλογικό σύστημα –χωρίς να μιλήσουμε για τις συγκαλυμμένες απειλές του ότι δεν θα σεβαστεί το αποτέλεσμα των εκλογών του Οκτωβρίου. Επομένως, είναι η ώρα για την τακτική του «δημοκρατικού μετώπου». Ενός μετώπου αρκετά ευέλικτου ώστε να περιλαμβάνει όλους όσοι δηλώνουν ότι υπερασπίζονται το δημοκρατικό πολίτευμα.

Η στρατηγική αυτή υιοθετείται και επικρατεί στις διαπραγματεύσεις με τον Αλκμίν. Η συμμαχία με τον συντηρητικό ηγέτη επιτρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ της μάχης κατά του μπολσοναρισμού –που αναδεικνύεται σε προτεραιότητα– και της μάχης κατά του νεοφιλελευθερισμού. Ο δεύτερος αυτός στόχος υποβαθμίζεται σε τέτοιο σημείο στην ιεραρχία των διακηρυγμένων στόχων του Λούλα ώστε το Κόμμα των Εργατών γίνεται ξαφνικά εξαιρετικά διακριτικό στις αναλύσεις του για τα γεγονότα μετά την εκλογή της Ρούσεφ το 2014: για τον πολιτικό ρόλο των ιδιωτικών μέσων ενημέρωσης, για τον καιροσκοπισμό μιας Δεξιάς διατεθειμένης να έρθει σε ρήξη με τη συνταγματική τάξη προκειμένου να απαλλαγεί από το ΚΕ, για την ανάγκη να ορθωθεί ανάχωμα στην Αριστερά κ.τ.λ.

Το εγχείρημα του ΚΕ προκαλεί κάποιες επικρίσεις. Η απαξίωση των κεντρώων συστημικών κομμάτων δεν θα επέτρεπε άραγε να εξεταστεί το ενδεχόμενο προσεταιρισμού μέρους των πρώην ψηφοφόρων τους χωρίς να γίνουν τόσο μεγάλες προγραμματικές παραχωρήσεις; Και χωρίς να χρειαστεί να συγκροτηθεί συμμαχία με το πολιτικό ισοδύναμο των ζόμπι; Αλλά ζόμπι αποφασισμένων να υπερασπιστούν το γνωστό πολιτικό πρόγραμμά τους; Άραγε ένας συνασπισμός γύρω από έναν πυρήνα προοδευτικών κομμάτων δεν θα είχε επιτρέψει να προετοιμαστεί η κοινωνία για το αρχικό πολιτικό σχέδιο, δηλαδή τη ρήξη με τον νεοφιλελευθερισμό; Δεν θα είχε επιτρέψει την εκλογή περισσότερων αποφασισμένων βουλευτών στο Κοινοβούλιο, περιορίζοντας την ανάγκη για ελιγμούς στο πλαίσιο ενός θεσμού γνωστού για τη διαφθορά του (6) ; Και, τέλος, δεν θα μπορούσε να εξεταστεί το ενδεχόμενο ενεργοποίησης της στρατηγικής του «δημοκρατικού μετώπου» μόνο σε περίπτωση που υπάρξει δεύτερος γύρος;

Αυτή τη στιγμή, το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: τι θα συμβεί μόλις εκλεγεί ο Λούλα (εάν εκλεγεί, όπως δείχνουν οι δημοσκοπήσεις); Ο υποψήφιος του ΚΕ εξηγεί ότι οι νέοι σύμμαχοί του βρίσκονται σε τόσο εύθραυστη κατάσταση λόγω των προηγούμενων αχρειοτήτων τους ώστε θα μπορεί να τους σέρνει από τη μύτη, ακόμη και για να περάσει μέτρα που υποσκάπτουν τον νεοφιλελευθερισμό. Εάν όμως ο Λούλα σφάλλει και αποδειχθεί ότι οι συμμαχίες του τον περιορίζουν ασφυκτικά, θα καταφέρει άραγε να αποφύγει το ενδεχόμενο ένα μέρος της κοινωνικής βάσης του να αναζητήσει αλλού –στην Ακροδεξιά, για παράδειγμα– μια απάντηση στις οικονομικές δυσκολίες του;

Breno Altman

Δημοσιογράφος και διευθυντής της ηλεκτρονικής σελίδας Opera Mundi
Χάρης Λογοθέτης

(1Βλ. Renaud Lambert, «Είναι η Βραζιλία φασιστική;», «Le Monde diplomatique – ελληνική έκδοση», 2 Δεκεμβρίου 2018, monde-diplomatique.gr.

(2(ΣτΜ) Πρόκειται για το πουλί με το τεράστιο, χαρακτηριστικά πολύχρωμο ράμφος που ζει στις τροπικές ζώνες της αμερικανικής ηπείρου.

(3Βλ. Perry Anderson, «Βραζιλία: Τα παρασκήνια ενός δικαστικού πραξικοπήματος», «Le Monde diplomatique – ελληνική έκδοση», 29 Σεπτεμβρίου 2019, monde-diplomatique.gr.

(4Βλ. Guilherme Boulos, «Διπλή πρόκληση για την Αριστερά της Βραζιλίας», «Le Monde diplomatique – ελληνική έκδοση», 19 Φεβρουαρίου 2017, monde-diplomatique.gr.

(5Nancy Fraser, «From progressive neoliberalism to Trump – and beyond», «American Affairs Journal», τομ. I, τ. 4, Ντένβιλ, χειμώνας 2017.

(6Βλ. Lamia Oualalou, «”Τριακόσιοι κλέφτες με τίτλους διδακτορικών“ στη Βραζιλία», «Le Monde diplomatique – ελληνική έκδοση», 27 Δεκεμβρίου 2015, monde-diplomatique.gr.

Μοιραστείτε το άρθρο