el | fr | en | +
Accéder au menu

ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τι επιδιώκει το Ισραήλ στη Μέση Ανατολή

Ο πόλεμος που εξαπέλυσε ο πρωθυπουργός του Ισραήλ άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο στην πολυτάραχη ιστορία της Μέσης Ανατολής. Όμως, η απειλή του χάους και η εξάπλωση της βίας δεν δείχνουν να πτοούν τον Μπενιαμίν Νετανιάχου ούτε και να εκλογικεύουν την αλλοπρόσαλλη πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ.

Μέρα με τη μέρα, η Μέση Ανατολή βυθίζεται στο χάος και η πιθανότητα ενός μείζονος πυρηνικού επεισοδίου δεν αποτελεί πλέον αβάσιμη καταστροφολογία. Με την απόφασή του να εξαπολύσει μαζική αεροπορική επίθεση κατά της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου δεν απέδειξε ότι απλώς είναι συνεπής στις στρατηγικές επιδιώξεις του (1). Προέβη, πρωτίστως, σε μια ενέργεια που όξυνε εκθετικά τις περιφερειακές εντάσεις και πυροδότησε έναν νέο πόλεμο, τον οποίο ακόμη και οι ΗΠΑ –παραδοσιακός σύμμαχος και κύριος προστάτης του Τελ Αβίβ– διατείνονταν πως δεν επιθυμούσαν.

Μέχρι τη στιγμή που γραφόταν το άρθρο, οι ΗΠΑ, μετά από αρκετές υπεκφυγές του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, είχαν κάνει τη δική τους επίθεση στο Ιράν με στρατηγικά βομβαρδιστικά και πυραύλους που στόχευσαν τις πυρηνικές εγκαταστάσεις της χώρας, προκαλώντας τα ιρανικά αντίποινα εναντίον μιας αμερικανικής βάσης στο Κατάρ. Η κατάπαυση του πυρός που ανακοίνωσε στη συνέχεια η Ουάσιγκτον θα διαρκέσει για όσο το επιθυμεί ο Μπενιαμίν Νετανιάχου. Το Τελ Αβίβ έχει ανάγκη την αμερικανική πολεμική ισχύ προκειμένου να εξουδετερώσει υπόγειες πυρηνικές και στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Επιπλέον, δεν διαθέτει την αναγκαία επιμελητειακή υποδομή για την εισβολή σε ιρανικό έδαφος –μια επιχείρηση που θα απαιτούσε από τον ισραηλινό στρατό ένα μακρύ και επικίνδυνο πέρασμα μέσω Συρίας και Ιράκ– σε αντίθεση με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις που έχει εξαπολύσει τους τελευταίους μήνες στον Λίβανο.

Πέραν των εσωτερικών πολιτικών διακυβευμάτων στις Ηνωμένες Πολιτείες, η αβεβαιότητα γύρω από τη στάση της Ουάσιγκτον σχετίζεται και με την ασάφεια των πραγματικών στόχων του Νετανιάχου. Ενώ ο στρατός του συνεχίζει να σπέρνει την καταστροφή στη Γάζα –όπου ο αριθμός των νεκρών πλησιάζει τις 60.000 και η πλειονότητα του πληθυσμού υποφέρει από την πείνα, άμεση συνέπεια ενός αμείλικτου αποκλεισμού– ο επικεφαλής της ισραηλινής κυβέρνησης αρχικά δήλωσε ότι η χώρα του προτίθεται να αποτρέψει το Ιράν από την απόκτηση πυρηνικού οπλοστασίου. Ένα εμμονικό αφήγημα που αναπαράγεται αδιάκοπα εδώ και δύο δεκαετίες, του οποίου η αλήθεια δεν έχει ακόμη αποδειχθεί.

Λίγες ώρες πριν από την έναρξη των εχθροπραξιών, η Ουάσιγκτον και η Τεχεράνη διαπραγματεύονταν στο Ομάν μια συμφωνία για τον έλεγχο του ιρανικού προγράμματος ανάπτυξης πυρηνικών και, σε αντίθεση με τις πολλαπλές δηλώσεις του Μπενιαμίν Νετανιάχου, δεν υφίσταται καμία επίσημη απόδειξη –ούτε καν από την πλευρά της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας (ΔΥΑΕ)– που να επιβεβαιώνει την επικείμενη κατασκευή ιρανικής πυρηνικής βόμβας (2).

Βεβαίως, στην έκθεσή της της 31ης Μαΐου, η ΔΥΑΕ εκτιμά ότι τα αποθέματα εμπλουτισμένων υλικών του Ιράν βρίσκονται σε επίπεδο συγκέντρωσης κοντά στο 60%, δηλαδή στα δύο τρίτα του απαιτούμενου 90% για την κατασκευή πυρηνικού όπλου. Ωστόσο, το Ιράν θα πρέπει να διαθέτει τις στρατιωτικές και τεχνικές ικανότητες για να αξιοποιήσει αυτά τα αποθέματα και να πραγματοποιήσει τις απαραίτητες προσομοιώσεις πριν προχωρήσει στη φάση των πραγματικών δοκιμών. Αν αφήσουμε κατά μέρος τους τηλεοπτικούς «ειδικούς» που επιστρατεύονται από το Ισραήλ και τους συμμάχους του στη Δύση –και οι οποίοι εδώ και σχεδόν σαράντα χρόνια διακηρύσσουν ότι το Ιράν απέχει «λίγους μήνες από την απόκτηση της βόμβας» (3)– η πλειονότητα των εμπειρογνωμόνων εκτιμά ότι η Τεχεράνη θα χρειαζόταν από ένα έως πέντε χρόνια για να επιτύχει ένα τέτοιο αποτέλεσμα. Στις 25 Μαρτίου, κατά τη διάρκεια ακρόασης στο Κογκρέσο, η Τάλσι Γκάμπαρντ, διευθύντρια των εθνικών υπηρεσιών πληροφοριών, αναγνώρισε ότι το Ιράν είχε αυξήσει σημαντικά τις συμβατικές βαλλιστικές δυνατότητές του, απέρριψε όμως κατηγορηματικά την άποψη ότι η χώρα είχε εμπλακεί στην παραγωγή πυρηνικής βόμβας (4). Περίπου δύο μήνες αργότερα, ο Ντόναλντ Τραμπ την αποδοκίμασε με σκαιότητα: «Δεν με νοιάζει τι είπε αυτή», δήλωσε σε δημοσιογράφους. «Εγώ πιστεύω ότι [οι Ιρανοί] είναι πολύ κοντά στο να αποκτήσουν [τη βόμβα]» (5).

Θα πρέπει επίσης να υπενθυμίσουμε ότι η ισλαμική δημοκρατία πάντοτε υποστήριζε πως επιδιώκει την ανάπτυξη ενός πολιτικού –και όχι στρατιωτικού– πυρηνικού προγράμματος, αρνούμενη ότι σκοπεύει να αποκτήσει πυρηνικά όπλα. Το 2003, ο Αλί Χαμενεΐ, ανώτατος θρησκευτικός ηγέτης του Ιράν, εξέδωσε φετφά (νομική-θρησκευτική γνωμοδότηση, που επικυρώθηκε επίσημα το 2005), με τον οποίο απαγορεύεται η χρήση όπλων μαζικής καταστροφής, καθώς η χρήση τους θεωρείται «βαρύ αμάρτημα», στον βαθμό που προσδίδει στον άνθρωπο τη δύναμη να υποκαθιστά την καταστροφική ισχύ του Δημιουργού (6).

Το Ισραήλ, που από την πλευρά του αποφεύγει κάθε σχόλιο επί του θέματος, φέρεται να διαθέτει ενενήντα πυρηνικές κεφαλές (7). Μάλιστα, ορισμένες φωνές από τον ισραηλινό πολιτικό κόσμο ζητούν να χρησιμοποιηθούν αυτά τα όπλα, είτε σε περίπτωση κλιμάκωσης των ιρανικών αντιποίνων είτε αν η ηγεσία του Ιράν αρνηθεί να υποταχθεί. Εύκολα μπορεί κάποιος να φανταστεί τις διεθνείς συνέπειες μιας τέτοιας ενέργειας, την οποία ο Νετανιάχου ουδέποτε έχει αποκλείσει ρητά. Οι αντικρουόμενες πληροφορίες σχετικά με το Πακιστάν –επίσης πυρηνική δύναμη– που φέρεται να προτίθεται να στηρίξει το Ιράν επιτείνουν την αβεβαιότητα, σε ένα πλαίσιο όπου ούτε η Κίνα ούτε η Ρωσία δείχνουν διάθεση να εμπλακούν ενεργά στην κρίση.

Η αποτροπή του Ιράν από την απόκτηση πυρηνικής βόμβας, έστω και υποτυπώδους, δεν είναι ασφαλώς ο μοναδικός στόχος του Νετανιάχου. Ανοίγοντας ένα νέο μέτωπο και βυθίζοντας τη χώρα του στην αγωνία των βομβαρδισμών, εξασφαλίζει για τον εαυτό του πολύτιμο πολιτικό χρόνο: ποιος θα απαιτούσε την παραίτηση ή την παραπομπή σε δίκη ενός πρωθυπουργού εν καιρώ πολέμου; Ξεπερνώντας τη σφοδρή κριτική των τελευταίων εβδομάδων, κατάφερε να αποτρέψει κάθε επίσημη έρευνα για τις δυσλειτουργίες του στρατού και των υπηρεσιών ασφαλείας την παραμονή των επιθέσεων της 7ης Οκτωβρίου 2023. Συνεχίζει επίσης να παίζει κρυφτό με τη δικαιοσύνη της χώρας του, ενώ η απόφασή του να επιτεθεί στο Ιράν ανανέωσε τη δημοφιλία του. Πέρα όμως από την πολιτική επιβίωσή του, ο Μπενιαμίν Νετανιάχου, πιστός ιδεολόγος που απορρίπτει τη δημιουργία παλαιστινιακού κράτους, θεωρεί πως ήρθε η ώρα το Ισραήλ να καθυποτάξει τους εχθρούς του –και όχι μόνο το Ιράν.

Αξιοποιώντας την ασυλία που απολαμβάνει η χώρα του, παρά τα εγκλήματα πολέμου κατά των αμάχων σε Γάζα και Λίβανο –όπου ο ισραηλινός στρατός συνεχίζει να κατέχει εδάφη, παραβιάζοντας επανειλημμένα την εκεχειρία του Νοεμβρίου– ο πρωθυπουργός του Ισραήλ δεν διστάζει να δηλώσει ότι στόχος του είναι η ανατροπή του θεοκρατικού καθεστώτος. Έχει μάλιστα καλέσει τους Ιρανούς να εξεγερθούν κατά των ηγετών τους. Σε συνέντευξή του στο αμερικανικό τηλεοπτικό δίκτυο ABC, εξέτασε ως επιλογή ακόμη και την εξόντωση του αγιατολάχ Χαμενεΐ: «Αυτό δεν θα επιδείνωνε τη σύγκρουση, θα την τελείωνε» (8).

Μέχρι και έναν χρόνο πριν, μια τέτοια δήλωση θα φάνταζε ως ανεύθυνη καυχησιολογία, όμως ο θάνατος, τον περασμένο Σεπτέμβριο, του σεΐχη Χασάν Νασράλα –ηγέτη της λιβανικής Χεζμπολάχ, ο οποίος σκοτώθηκε σε στοχευμένο ισραηλινό βομβαρδισμό– αποδεικνύει πως το Τελ Αβίβ δεν θέτει πλέον όρια στον εαυτό του. Ο Νετανιάχου δεν φοβάται τίποτα από μια «διεθνή κοινότητα» που φαίνεται να αποδέχεται ακόμη και την ανοιχτή απειλή δολοφονίας του επικεφαλής ενός άλλου κράτους.

Ο όρος «αλλαγή καθεστώτος διά της βίας», δημιουργημένος από τις ΗΠΑ στα τέλη της δεκαετίας του 1990 με στόχο να εξουδετερωθούν αντίπαλα καθεστώτα –με πιο χαρακτηριστική περίπτωση το Ιράκ του Σαντάμ Χουσεΐν, που υπέστη την αγγλο-αμερικανική εισβολή του 2003 υπό προσχηματικές αιτιάσεις– υιοθετείται πλέον ανοιχτά από το Ισραήλ, ως μοχλός πίεσης απέναντι σε αραβο-μουσουλμανικά κράτη που συνεχίζουν να του αρνούνται οποιαδήποτε εξομάλυνση των σχέσεων όσο η παλαιστινιακή υπόθεση δεν έχει διευθετηθεί δίκαια. Μέχρι πρότινος, το Τελ Αβίβ αρκούνταν στη διπλωματική μαχητικότητα των Ηνωμένων Πολιτειών. Πλέον όμως επιδεικνύει στρατιωτική ισχύ. Και το μήνυμα είναι σαφές: η μοίρα της Γάζας και της Χαμάς, όπως και εκείνη του Λιβάνου και της Χεζμπολάχ, μπορεί να επαναληφθεί οπουδήποτε.

Η πολεμοχαρής αυτή στάση, που ήδη εκδηλωνόταν κατά τη διάρκεια της προεδρίας του Τζo Μπάιντεν, έχει ενταθεί μετά την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο. Η προσχώρηση του Μπαχρέιν, των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων (ΗΑΕ) και του Μαρόκου στις Συμφωνίες του Αβραάμ το 2020 άνοιξε τον δρόμο. H αμερικανική διπλωματία εμφανίζεται ολοένα και πιο επίμονη και επιθετική στο ζήτημα αυτό. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Αμπού Μοχάμαντ αλ-Τζουλανί, σημερινός μεταβατικός πρόεδρος της Συρίας –που επιδιώκει να εξασφαλίσει την εύνοια των Ηνωμένων Πολιτειών– αποφεύγει κάθε αντιπαράθεση με το Ισραήλ, παρότι αυτό κατέχει τμήμα του συριακού εδάφους και απαιτεί τον αφοπλισμό των νότιων περιοχών της χώρας.

Στην Αλγερία, χώρα που για χρόνια αποτελούσε στυλοβάτη του «μετώπου της άρνησης» έναντι του Τελ Αβίβ, ο πρόεδρος Αμπντελματζίντ Τεμπούν προκάλεσε αμηχανία σε μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης, δηλώνοντας, σε συνέντευξή του στη γαλλική εφημερίδα L’Opinion (2 Φεβρουαρίου), ότι «η Αλγερία θα ήταν έτοιμη να εξομαλύνει τις σχέσεις της με το Ισραήλ την ίδια ημέρα που θα υπάρξει παλαιστινιακό κράτος». Μια παραχώρηση που αποκλίνει από τη συνήθη εχθρότητα έναντι του εβραϊκού κράτους και που αποσκοπεί στην εξασφάλιση των καλών διαθέσεων της Ουάσιγκτον, την ώρα που το Αλγέρι ανησυχεί για την ενίσχυση των στρατιωτικών δεσμών μεταξύ του Ισραήλ και του γειτονικού Μαρόκου. Στην Τυνησία, σύμφωνα με τοπικούς διπλωματικούς κύκλους, ο νέος Αμερικανός πρέσβης Μπιλ Μπάζι, πρώην στρατιωτικός και προερχόμενος από το περιβάλλον Τραμπ, έχει ως αποστολή να υποχρεώσει την Τύνιδα να ξεκινήσει διάλογο με το Ισραήλ.

Το στοίχημα του Μπενιαμίν Νετανιάχου στο Ιράν βασίζεται σε μία αναπόδεικτη παραδοχή και σε έναν υπολογισμό. Η παραδοχή είναι ότι μια νέα εξουσία στην Τεχεράνη θα επιδιώξει αναγκαστικά ειρήνη με το Ισραήλ και ότι ο ιρανικός λαός θα ικανοποιηθεί από αυτή την εξέλιξη. Αυτό ωστόσο δεν σημαίνει ότι το Τελ Αβίβ επιθυμεί μια δημοκρατική εξουσία: ο υπολογισμός –που δύσκολα διατυπώνεται ανοιχτά– εδράζεται στην πεποίθηση ότι ένα αυταρχικό καθεστώς, που βρίσκεται όμως σε ειρήνη με το Ισραήλ, είναι προτιμότερο από μια δημοκρατία. Η περίπτωση της Αιγύπτου ενισχύει αυτή τη βεβαιότητα. Τι θα απογινόταν η ειρηνευτική συμφωνία μεταξύ Τελ Αβίβ και Καΐρου εάν αύριο μια δημοκρατία αντικαθιστούσε την εξουσία του Αμπντέλ Φατάχ αλ-Σίσι, δεδομένου ότι ο πληθυσμός, που σήμερα στερείται σε μεγάλο βαθμό των πολιτικών δικαιωμάτων του, παραμένει έντονα εχθρικός προς το Ισραήλ; Προς το παρόν, οι αιγυπτιακές αρχές κατέστησαν σαφές απέναντι σε ποιον αισθάνονται δέσμευση, όταν εμπόδισαν εκατοντάδες ακτιβιστές απ’ όλο τον κόσμο να πραγματοποιήσουν ειρηνική και αλληλέγγυα πορεία προς τη Γάζα.

Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου και οι ομοϊδεάτες του γνωρίζουν πολύ καλά ότι το Ισραήλ δεν πρόκειται να γίνει πλήρως αποδεκτό από τους λαούς της περιοχής όσο δεν αποδίδεται δικαιοσύνη στους Παλαιστινίους. Κατά συνέπεια, η «μοναδική δημοκρατία της Μέσης Ανατολής», όπως αποκαλείται από τους εγκωμιαστές της, έχει ανάγκη τα καθεστώτα των γειτόνων της να παραμείνουν δικτατορίες και, αν κάποια στιγμή ξεσηκωθούν, να τιμωρηθούν από τη Δύση. Η μοναδική απειλή για το Ισραήλ θα ήταν να περιβάλλεται από δημοκρατίες και να εφαρμόζεται το διεθνές δίκαιο. Το Τελ Αβίβ, που μετατρέπεται σταδιακά σε μια νέα Σπάρτη, με στόχο και πάθος τον πόλεμο, μπορεί να αισθάνεται ασφαλές.

Akram Belkaïd

Αρχισυντάκτης της Le Monde diplomatique
Μετάφραση: Βάλια Καϊμάκη

(1Βλ. «Iran-Israël, la guerre qui vient», Le Monde diplomatique, Μάιος 2024.

(2David Gritten, Was Iran months away from producing a nuclear bomb?, BBC, 14 Ιουνίου 2025.

(3Βλ. Alain Gresh, Quand l’Iran aura-t-il l’arme nucléaire?, Nouvelles d’Orient, Les Blogs du «Diplo», 4 Σεπτεμβρίου 2006.

(5Jonathan Landay, Trump contradicts spy chief Tulsi Gabbard on Iran’s nuclear program, Reuters, 17 Ιουνίου 2025.

(6Bertrand Besancenot, «La fatwa de Khamenei excluant une bombe nucléaire iranienne est-elle toujours d’actualité?», ESL Rivington, 20 Σεπτεμβρίου 2024.

(7Lara Jakes, «As Israel Targets Iran’s Nuclear Program, It Has a Secret One of Its Own», The New York Times, 17 Ιουνίου 2025.

(8Jonathan Karl και Oren Oppenheim, Netanyahu tells ABC he’s not ruling out taking out Iran’s Supreme Leader Ali Khamenei, ABC, 16 Ιουνίου 2025.

Μοιραστείτε το άρθρο