el | fr | en | +
Accéder au menu

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Αμερικανικά πανεπιστήμια, ένα μοντέλο που κλονίζεται

Ο Λευκός Οίκος έχει επιδοθεί σε μια μάχη ενάντια σε αρκετά από τα πλέον φημισμένα πανεπιστήμια της χώρας. Σκοπεύει να επωφεληθεί από την σχετική παρακμή τους εδώ και μερικά χρόνια και από την αυξανόμενη εχθρότητα που προκαλούν οι διανοούμενοι κι οι «ειδικοί». Γιατί, πίσω από τον πολιτισμικό πόλεμο ανάμεσα στους φιλελεύθερους και στους συντηρητικούς, διακυβεύεται και η θέση του πανεπιστημίου μέσα στην κοινωνία.

Η κυβέρνηση Τραμπ χτύπησε στο πορτοφόλι έξι από τα οκτώ πανεπιστήμια της Ivy League (1): αναστολή καταβολής επιχορηγήσεων ύψους 175 εκατομμυρίων δολαρίων στο Πανεπιστήμιο της Πενσιλβάνια, 210 εκατομμυρίων στο Πρίνστον, 510 εκατομμυρίων στο Μπράουν, καθώς και δρομολόγηση εσωτερικού ελέγχου για τη χρήση των 9 δισεκατομμυρίων που χορηγούνται κάθε χρόνο στο Χάρβαρντ. Επίσης, πάγωμα κονδυλίων για την έρευνα ύψους άνω των 5 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Κι όλα αυτά εν αναμονή καλύτερων ημερών –ή και χειρότερων.

Τα στοχοποιημένα ιδρύματα αποτελούν τα προπύργια του αμερικανικού πανεπιστημιακού ελιτισμού και φημίζονται τόσο για την αριστεία των διδασκόντων όσο και για την κοινωνική ομοιογένεια των φοιτητών τους.

Το Κολούμπια βρέθηκε πρώτο στην καρδιά αυτής της επίθεσης: στις αρχές Μαρτίου, η αμερικανική κυβέρνηση εξήγγειλε την περικοπή των ομοσπονδιακών ενισχύσεων κατά 400 εκατομμύρια δολάρια, δηλαδή πάνω από το ένα τρίτο όσων λαμβάνει κάθε χρόνο το ίδρυμα. Επισήμως, η κυβέρνηση το κατηγορούσε για ανεκτικότητα απέναντι στον αντισημιτισμό: η πανεπιστημιούπολή του, στο βόρειο τμήμα του Μανχάταν, υπήρξε μία από τις πλέον ορατές εστίες της αμφισβήτησης ενάντια στον πόλεμο που διεξάγει η ισραηλινή κυβέρνηση στη Γάζα (2).

Όσο κι αν το Χάρβαρντ οργάνωσε την αντεπίθεσή του, η ταχύτατη συνθηκολόγηση του Κολούμπια δημιούργησε συνθήκες πίεσης για το σύνολο του κλάδου. Το υπουργείο Παιδείας απηύθυνε προειδοποιήσεις σε εξήντα περίπου πανεπιστήμια και επέβαλε νέες προϋποθέσεις για την πρόσβαση στην ομοσπονδιακή χρηματοδότηση. Η κυβέρνηση ελπίζει ότι αυτή η αναμέτρηση θα την ωφελήσει σε μια συγκυρία όπου η δημοφιλία του Τραμπ συρρικνώνεται.

«Τα πανεπιστήμια αποτελούν έναν εύκολο στόχο για τους συντηρητικούς», εκτιμά ο Ντίλαν Ράιλι, καθηγητής κοινωνιολογίας στο πανεπιστήμιο Μπέρκλεϋ. «Για ένα τμήμα του πληθυσμού, αποκρυσταλλώνουν την αλαζονεία των μεγάλων πόλεων της Ανατολικής και της Δυτικής Ακτής. Το κύρος τους μετριέται με βάση το ποσοστό εισαγωγής φοιτητών. Με άλλα λόγια, με τον αριθμό των υποψήφιων που απορρίπτουν.» Το 2021, ενώπιον του National Conservatism Conference, ο μελλοντικός αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς –γιος μιας φτωχής οικογένειας από τα Απαλάχια Όρη και πτυχιούχος της εξαιρετικά ελιτίστικης νομικής σχολής του Γέιλ– εκφώνησε λόγο με τίτλο: «Τα πανεπιστήμια είναι ο εχθρός». «Όλες οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι το διδακτικό προσωπικό κλίνει σε πολύ σημαντικό βαθμό προς τα αριστερά», υπενθυμίζει ο Ράιλι. «Δεν είναι παράλογο ότι οι Ρεπουμπλικανοί βλέπουν τις πανεπιστημιουπόλεις σαν μηχανές που παράγουν ψηφοφόρους του αντίπαλου στρατοπέδου.»

Το Κολούμπια βρισκόταν στο στόχαστρο των συντηρητικών πολύ πριν από τις επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου του 2023 στο Ισραήλ. Ο πρώην πρόεδρός του Λη Μπόλιντζερ είχε υπερβεί την αυτοσυγκράτηση που επιβάλλει το αξίωμά του και το 2020 είχε αντιταχθεί δημοσίως στο ενδεχόμενο επανεκλογής του Τραμπ. Οι New York Times υπενθυμίζουν επίσης μια παλαιότερη αιτία μνησικακίας: στις αρχές της δεκαετίας του 2000, ο Τραμπ είχε προσεγγίσει το Κολούμπια για να του πουλήσει ένα οικόπεδο, στο πλαίσιο ενός προγράμματος για την επέκταση της πανεπιστημιούπολης (3). Ο Μπόλιντζερ, ήδη πρόεδρος εκείνη την εποχή, είχε απορρίψει την προσφορά –400 εκατομμύρια δολάρια. Ακριβώς το ίδιο ποσό με εκείνο των επιχορηγήσεων που ανακοινώθηκε φέτος ότι θα ανασταλούν.

Όσο κι αν παραμένουν ασαφείς οι λεπτομέρειες των περικοπών, ο τομέας της βιοϊατρικής φαίνεται να έχει στοχοποιηθεί ιδιαίτερα. Τα Εθνικά Ινστιτούτα Υγείας (National Institutes of Health, NIH) μετατρέπονται σε έναν από τους κυριότερους μοχλούς της λιτότητας που επιβάλλει η κυβέρνηση. Διότι αυτός ο οργανισμός του υπουργείου Υγείας, επιφορτισμένος με τη χρηματοδότηση της επιστημονικής έρευνας, χορηγεί 60.000 υποτροφίες και διαθέτει ετήσιο προϋπολογισμό περίπου 35 δισ. δολαρίων, προσφέροντας έτσι μια αναγκαία υποστήριξη στα πανεπιστήμια. Η κυβέρνηση είχε εξαγγείλει τη δραστική μεταρρύθμιση του τρόπου κάλυψης των δαπανών για τις έρευνες που επιβλέπει το ΝΙΗ. Μετά από την προσφυγή στη δικαιοσύνη ενός συνασπισμού πανεπιστημίων και Πολιτειών με Δημοκρατικό κυβερνήτη, η εφαρμογή αυτού του μέτρου ανεστάλη –χωρίς ωστόσο και να διαλυθούν οι ανησυχίες: λόγω του φόβου για μόνιμη περικοπή πιστώσεων, πολλά πανεπιστημιακά ιδρύματα πάγωσαν τις προσλήψεις και δρομολόγησαν την κατάργηση θέσεων εργασίας.

Κολούμπια: ιδιοκτήτης μεγάλης ακίνητης περιουσίας

Η ανώτατη εκπαίδευση δεν αποτελούσε ανέκαθεν αντικείμενο κομματικής πόλωσης. Μετατράπηκε μετά το 1979, με τη δημιουργία του υπουργείου Παιδείας στα τέλη της προεδρίας του Τζίμι Κάρτερ (1977-1981). Το νέο υπουργείο επισφράγισε την εντυπωσιακή άνθηση του αμερικανικού εκπαιδευτικού συστήματος μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, που σημαδεύτηκε από την άνοδο της ισχύος των δημόσιων πανεπιστημίων και την παγίωση του πτυχίου ως εργαλείου για την κοινωνική άνοδο. Επιφορτισμένο με τη συγκέντρωση των στατιστικών στοιχείων και τον συντονισμό της ομοσπονδιακής χρηματοδότησης, παρέμεινε περιορισμένο σε έναν διοικητικό ρόλο, σε ένα πλαίσιο όπου οι κυριότερες αρμοδιότητες ανήκαν καταρχάς στις ομόσπονδες Πολιτείες –ειδικά όσον αφορά τα σχολικά προγράμματα. Το υπουργείο Παιδείας, στόχος αμφισβήτησης ήδη από το 1981 και την άνοδο του Ρόναλντ Ρίγκαν στην εξουσία (ο οποίος προσπάθησε ανεπιτυχώς να το καταργήσει), παρ’ όλο που επικεφαλής του έχουν βρεθεί επιφανείς Ρεπουμπλικανοί λάτρεις των σοκ στο δημόσιο όπως ο Ουίλιαμ Μπένετ (1985-1988) και η Μπέτσυ ΝτεΒος (2017-2021), άρχισε σιγά σιγά να θεωρείται ως αποκλειστικός προνομιακός χώρος των Δημοκρατικών. Τα μέτρα που δρομολογήθηκαν τις τελευταίες εβδομάδες για να το εξασθενίσουν –κατάργηση των μισών από τις 4.000 θέσεις εργασίας, κυρίως με τη μορφή εθελούσιων αποχωρήσεων και τη μη ανανέωση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου– εδραιώνουν τη δράση της κυβέρνησης Τραμπ μέσα στο φαντασιακό του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος.

Ωστόσο, πίσω από αυτόν τον πολιτισμικό πόλεμο υπάρχουν υλικότατα διακυβεύματα… Αν και είναι το μικρότερο αμερικανικό υπουργείο όσον αφορά το προσωπικό (λιγότερο από το 1% των απασχολούμενων από το ομοσπονδιακό κράτος), το υπουργείο Παιδείας διαχειρίζεται σχεδόν το 4% του κρατικού προϋπολογισμού. Κυρίως, διαχειρίζεται 1,6 τρισεκατομμύρια δολάρια φοιτητικού χρέους που βαρύνει περισσότερα από 43 εκατομμύρια Αμερικανών, καθώς και περίπου 80 δισ. δολάρια βοηθημάτων που χορηγούνται κάθε χρόνο στους φοιτητές με χαμηλά εισοδήματα (4).

Ειδικά το φοιτητικό χρέος έχει μετατραπεί σε σημαντική παράμετρο της δημοσιονομικής εξίσωσης (5). Το βάρος του πιέζει τα δημόσια οικονομικά και φρενάρει την κατανάλωση των νοικοκυριών. Μια μελέτη του 2024 εκτιμά ότι κάθε μονάδα αύξησης της αναλογίας χρέους-εισοδήματος για τους πτυχιούχους έχει τριπλάσια υφεσιακή επίπτωση στην κατανάλωσή τους (6). Γι’ αυτόν τον σκοπό, η κυβέρνηση Μπάιντεν είχε προσπαθήσει να καταργήσει, με προεδρικό διάταγμα, ένα μέρος από τα χρέη που είχαν συναφθεί από οφειλέτες με ιδιαίτερα χαμηλά εισοδήματα. Το σχέδιο απορρίφθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο με την αιτιολογία ότι υπερέβαινε τις αρμοδιότητες της εκτελεστικής εξουσίας. Παράλληλα, οι Δημοκρατικοί είχαν παρατείνει το πάγωμα της αποπληρωμής των δόσεων του χρέους που είχε θεσπιστεί κατά τη διάρκεια της πανδημίας: η κυβέρνηση Τραμπ ανακοίνωσε το τέλος του μέτρου τον περασμένο Απρίλιο. Έτσι, ο αριθμός των δανειοληπτών που αδυνατούν να αποπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους εκτιμάται σήμερα στα πέντε εκατομμύρια και δεν σταματά να αυξάνεται (7).

Η απογείωση του φοιτητικού χρέους, με εκθετική αύξηση μετά το 2008, συνδυάζεται με την αύξηση των διδάκτρων: +150% σε σχέση με το 1990, πλέον μεταξύ 30.000 και 60.000 δολαρίων ετησίως για τα πιο φημισμένα πανεπιστημιακά ιδρύματα (8). Προκειμένου να προσελκύσουν αυτόν τον πακτωλό κέρδους, τα πανεπιστήμια πολλαπλασίασαν τις επενδύσεις στις υπηρεσίες που αποκαλούνται «ποιότητα της φοιτητικής ζωής» και μετέτρεψαν τις πανεπιστημιουπόλεις σε πολυτελή ξενοδοχειακά συγκροτήματα. Έτσι, το Πανεπιστήμιο της Λουϊζιάνα αφιέρωσε 85 εκατομμύρια δολάρια για την κατασκευή ενός υδάτινου πάρκου με μορφή καναλιού που η κοίτη του σχηματίζει τα γράμματα LSU, το αρκτικόλεξό του. Το Στάνφορντ, στις πύλες της Σίλικον Βάλεϋ, προσέλκυσε χρηματοδοτήσεις 6 δισ. δολαρίων μεταξύ 2006 και 2011, από τα οποία αρκετές εκατοντάδες εκατομμύρια διατέθηκαν για την επέκταση των καφετεριών και των φοιτητικών εστιών και κατοικιών. Το πανεπιστήμιο συγκρότησε ειδική ομάδα αρχιτεκτόνων για την κατασκευή ενός υπερσύγχρονου αθλητικού κέντρου με εμβαδό 7.000 τετραγωνικά μέτρα, σε μια πανεπιστημιούπολη που ήδη διέθετε ένα γήπεδο γκολφ, ένα ιπποφορβείο και ένα στάδιο χωρητικότητας 50.000 θέσεων. Κατά μέσο όρο, τα μεγάλα πανεπιστήμια με σημαντικά προγράμματα έρευνας δαπανούν για τις διοικητικές υπηρεσίες και την παροχή υπηρεσιών προς τους φοιτητές όσα και για την εκπαίδευση –δηλαδή σχεδόν το 40% του προϋπολογισμού τους (9).

Οι φοροαπαλλαγές που χορηγούνται στους πιστωτές τους επιτρέπουν στα πανεπιστημιακά ιδρύματα να δανείζονται με ιδιαίτερά χαμηλό επιτόκιο –μεταξύ 1% και 3%, συχνά χαμηλότερο από εκείνο των ομολόγων του αμερικανικού Δημοσίου. Έτσι, έχουν κατορθώσει να συσσωρεύσουν σημαντικές περιουσίες: εκτιμάται ότι σήμερα το Κολούμπια είναι ο μεγαλύτερος ιδιοκτήτης ακινήτων στο Μανχάταν. Η κτηματική του περιουσία τού επιτρέπει να στεγάζει ένα μέρος του προσωπικού του σε τιμές αγοράς και έτσι να συνδυάζει, με σχεδόν φεουδαρχικό τρόπο, τους ρόλους του εργοδότη και του εκμισθωτή κατοικίας.

Ένα ολοένα αυξανόμενο μερίδιο αυτού του πλούτου μετατρέπεται σε χρηματοοικονομικά προϊόντα. Τα κληροδοτήματα (endowments), που μεταξύ άλλων τροφοδοτούνται από τις δωρεές παλαιών φοιτητών –οι οποίοι επωφελούνται ταυτόχρονα από φοροαπαλλαγές και από τη σιωπηρή υπόσχεση για προνομιακή μεταχείριση των παιδιών τους όσον αφορά την εισαγωγή τους στο πανεπιστήμιο (10)– συγκεντρώνουν δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια για τα πλουσιότερα πανεπιστήμια. Τα κληροδοτήματα του Κολούμπια, με τη βοήθεια των δημόσιων ενισχύσεων κατά την περίοδο της Covid-19, πέρασαν από 11 δισ. το 2020 σε σχεδόν 20 δισ. το 2022. Η μέση ετήσια απόδοσή τους πλησιάζει το 8%, ενώ η φορολογία τους είναι σχεδόν μηδενική (1,4%). Σε εθνική κλίμακα, ο πακτωλός που έχει συσσωρευθεί ξεπερνάει σήμερα τα 870 δισ. (11). Τον περασμένο Ιανουάριο, κατά τη διάρκεια μιας συζήτησης στη Βουλή των Αντιπροσώπων, χωρίς να υπάρχουν διαξιφισμοί περί αντισημιτισμού, οι Ρεπουμπλικανοί βουλευτές πρότειναν την άνοδο του σχετικού φορολογικού συντελεστή στο 14%, δηλαδή στον ελάχιστο συντελεστή για τη φορολόγηση των υπεραξιών.

Μερικές φορές, τα μεγάλα αμερικανικά πανεπιστήμια μοιάζουν περισσότερο με εταιρείες επενδύσεων χαρτοφυλακίου παρά με ιδρύματα αφιερωμένα στη γνώση. Δεν είναι άνευ σημασίας το γεγονός ότι ο παχυλός μισθός του Μπόλιντζερ (σχεδόν 4 εκατομμύρια δολάρια ετησίως από το 2013) ήταν ελαφρά κατώτερος από εκείνον του οικονομικού διευθυντή του Κολούμπια. Η προοπτική που προβάλλει ένα μέρος του ευρωπαϊκού Τύπου, περί κύματος φυγής ερευνητών που επιθυμούν να αποφύγουν τον τραμπικό αυταρχισμό, ανήκει στο επίπεδο της φαντασίωσης. Η σύγκριση καθιστά τα σχόλια περιττά: τα κληροδοτήματα του Χάρβαρντ αγγίζουν τα 50 δισ. δολάρια, τη στιγμή που τα ίδια κεφάλαια του Πολυτεχνείου του Παρισιού ή της φημισμένης γαλλικής Σχολής Πολιτικών Επιστημών ανέρχονται σε περίπου εκατό εκατομμύρια ευρώ. Ένας μόνιμος καθηγητής σε αμερικανικό πανεπιστήμιο μπορεί άνετα να προσβλέπει σε έναν ετήσιο μισθό άνω των 200.000 δολαρίων (ακόμα και στις ανθρωπιστικές επιστήμες), όταν ο Γάλλος ομόλογός του, στο τέλος της καριέρας του, δεν θα ξεπεράσει τα 70.000 ευρώ μεικτά.

Είναι μάλλον πιθανότερο ότι οι τρέχουσες αναταράξεις θα βαθύνουν το τεχνολογικό χάσμα με την Κίνα. Το Πεκίνο έχει ήδη ξεπεράσει την Ουάσιγκτον στο μέτωπο της κατάθεσης διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας: 60.000 ετησίως, έναντι 40.000. Έτσι, οι περικοπές που αποφασίστηκαν από την Ουάσιγκτον φαίνονται να αντιφάσκουν με την υπόσχεση του Τραμπ για μια νέα βιομηχανική επανάσταση, η οποία υποτίθεται ότι θα φέρει την ανάκαμψη των οικονομικών μεγεθών μέσω της καινοτομίας. «Ένας από τους στόχους αυτών των μέτρων θα μπορούσε να είναι η ιδιωτικοποίηση ενός μέρους των υποδομών έρευνας, προς όφελος των τεχνολογικών εταιρειών», υποστηρίζει ο Ράιλι. «Οι μεγάλες επιχειρήσεις του ψηφιακού τομέα ήδη λειτουργούν σχεδόν όπως τα πανεπιστήμια: απασχολούν ερευνητές, πραγματοποιούν δημοσιεύσεις στις επιστημονικές επιθεωρήσεις, επιμορφώνουν τους μηχανικούς τους εντός εταιρείας.»

Για μεγάλο χρονικό διάστημα, ο αμερικανικός καπιταλισμός επωφελήθηκε από τις επιχορηγήσεις στα πανεπιστήμια: ο νόμος Μπέι-Ντολ, ο οποίος υιοθετήθηκε το 1980, επέτρεψε στις επιχειρήσεις να κατοχυρώνουν με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας ανακαλύψεις που προέκυψαν από έρευνες μερικώς χρηματοδοτημένες από το κράτος. Το ζητούμενο τότε ήταν η αντιμετώπιση του ασιατικού ανταγωνισμού –κυρίως του ιαπωνικού– που επωφελούνταν από ανακαλύψεις πληρωμένες από τον Αμερικανό φορολογούμενο. Οι γίγαντες του ψηφιακού τομέα ίσως θεωρούν ότι το μέγεθός τους πλέον τους επιτρέπει να απαλλαγούν από τη συνδρομή των πανεπιστημίων, μαζί και με όλες τις ενοχλήσεις που την συνοδεύουν, όπως η μονιμότητα και η έντονη συνδικαλιστική δράση των διδασκόντων.

Οι περικοπές των ομοσπονδιακών πιστώσεων, σε συνδυασμό με τη αυστηροποίηση των προϋποθέσεων για την παροχή οικονομικής βοήθειας στους φοιτητές, θα πλήξουν πρώτα τα πανεπιστήμια μεσαίου μεγέθους και θα εντείνουν τον πλουτοκρατικό χαρακτήρα του κλάδου. Οι συγχωνεύσεις και οι πτωχεύσεις πανεπιστημίων –περίπου πενήντα ετησίως τα τελευταία χρόνια– μπορεί να επιταχυνθούν, κυρίως όσον αφορά τα περιφερειακά δημόσια ιδρύματα και τα μικρά πανεπιστήμια των «Liberal Arts» (12). Σε κάθε περίπτωση, η τρέχουσα κρίση θα αφήσει τα ίχνη της παντού: στο Κολούμπια, δύο γυναίκες πρόεδροι παραιτήθηκαν μέσα σε διάστημα μερικών εβδομάδων.

Ωστόσο, τα ιδρύματα με τη μεγαλύτερη οικονομική επιφάνεια θα έχουν τη δυνατότητα να αντλήσουν πόρους από τα αποθεματικά τους, να ζητήσουν τη στήριξη της Πολιτείας όπου έχουν την έδρα τους (Καλιφόρνια, Μασαχουσέτη, Ιλινόις κ.λπ.) ή να ενεργοποιήσουν τα δίκτυα των πρώην φοιτητών. Θα μπορούσαν επίσης να καταφύγουν στον δανεισμό, ο οποίος διευκολύνεται από ένα φορολογικό καθεστώς το οποίο η κυβέρνηση Τραμπ απειλεί να θέσει υπό αμφισβήτηση. Έτσι, το Χάρβαρντ, το Μπράουν και το Πρίνστον τον τελευταίο καιρό δανείστηκαν αρκετές εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια μέσω της έκδοσης ομολογιακών δανείων. Ορισμένα πανεπιστήμια θα επωφεληθούν από αυτές τις εξελίξεις για να επανεξετάσουν τις δραστηριότητές τους, εστιάζοντας στους γνωστικούς κλάδους που θεωρούνται στρατηγικοί, εις βάρος εκείνων με μικρότερη οικονομική αποδοτικότητα (και με μεγαλύτερη πολιτική επιτήρηση) όπως η ανθρωπολογία και η λογοτεχνία.

Αυτή η συρρίκνωση της περιμέτρου του πανεπιστημιακού χώρου μπορεί επίσης να γίνει αντιληπτή και ως μια προσαρμογή στη δημογραφική πραγματικότητα της χώρας. Από την κρίση του 2008, η μείωση των γεννήσεων κλονίζει ένα μοντέλο που στηρίχθηκε στη διαρκή αύξηση του αριθμού των φοιτητών. Μέχρι πρόσφατα, τα πανεπιστήμια αντιστάθμιζαν αυτή τη σχετική δημογραφική μείωση με την εισροή Κινέζων φοιτητών –που αυξήθηκαν από 120.000 σε 370.000 μεταξύ 2010 και 2020 (13)– πρόθυμων να πληρώσουν ακριβά για ένα αμερικανικό πτυχίο. Αυτό το «κοίτασμα φοιτητών» εμφανίζεται ολοένα λιγότερο βιώσιμο, στον βαθμό που εντείνεται το χάσμα ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις και οι προϋποθέσεις για την απόκτηση βίζας γίνονται αυστηρότερες.

Εξάλλου, η εκρηκτική αύξηση των διδάκτρων και η εργασιακή επισφάλεια των πτυχιούχων έχουν πυροδοτήσει έναν διάλογο για τη θέση του πανεπιστημίου μέσα στην αμερικανική οικονομία. Διότι, αν και κατά μέσο όρο η ανώτατη εκπαίδευση παραμένει μια επικερδής επένδυση, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η αξία του πτυχίου αμφισβητείται όλο και περισσότερο.

Ενώ οι οικονομικές κρίσεις ενίσχυαν συχνά την ελκυστικότητα της ανώτατης εκπαίδευσης, που μετατρεπόταν σε καταφύγιο απέναντι στην εργασιακή επισφάλεια, το επεισόδιο της Covid-19 αντίθετα συνέβαλε στην παρακμή της. Οι βιβλιοθήκες, μέχρι πρόσφατα ανοιχτές εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο σε ορισμένες περιπτώσεις, είδαν τα ωράρια και το προσωπικό τους να μειώνονται στο ελάχιστο δυνατό, υποβιβάζοντας ένα σύμβολο της ακτινοβολίας των αμερικανικών πανεπιστημίων σε απλό φολκλόρ. Μια έρευνα που δημοσιεύτηκε το 2022 ανέφερε ότι περισσότερα από τα δύο τρίτα των φοιτητών τις επισκέπτονταν λιγότερες από πέντε φορές το εξάμηνο (14). Εξάλλου, αυτή η τάση είχε εμφανιστεί πριν από την πανδημία: το 2019, το μηνιαίο περιοδικό The Atlantic παρομοίαζε τα βιβλία των πανεπιστημιακών βιβλιοθηκών με διακοσμητική ταπετσαρία (15). Η εξάπλωση της προσφυγής στην εξ αποστάσεως διδασκαλία, σε συνδυασμό με το κλίμα έντασης που κυριάρχησε μετά την επανεκλογή Τραμπ –αστυνομική παρουσία, έλεγχοι της ταυτότητας των φοιτητών από την αστυνομία, απειλές για συλλήψεις– δεν συνέβαλαν στην αποκατάσταση της εικόνας της πανεπιστημιούπολης ως πλαισίου κοινωνικής ζωής.

Υπό αυτές τις συνθήκες, είναι δύσκολο να δικαιολογηθεί ένα κόστος πάνω από 150.000 δολάρια για τα τέσσερα χρόνια του πρώτου κύκλου σπουδών, χωρίς εγγύηση για πρόσληψη μετά, όταν μια κατάρτιση στο επάγγελμα του ηλεκτρολόγου, με κόστος μικρότερο από 20.000 δολάρια, υπόσχεται ετήσιες αποδοχές 60.000 δολαρίων πριν από την ηλικία των 25 ετών. Η μυστικιστική προβολή της εικόνας του αυτοδίδακτου, στην οποία αρέσκονται ο Έλον Μασκ και ο Μαρκ Ζούκερμπεργκ, φαίνεται πλέον να γίνεται όλο και πιο δημοφιλής στην κοινή γνώμη. Σύμφωνα με μια πρόσφατη δημοσκόπηση, περισσότεροι από το 50% των πτυχιούχων της γενιάς Υ (30-45 ετών) και σχεδόν οι μισοί της γενιάς Ζ (κάτω των 30) εκτιμούν ότι θα μπορούσαν να ασκήσουν τη σημερινή επαγγελματική δραστηριότητά τους χωρίς να έχουν περάσει από το πανεπιστήμιο. Αυτή η αίσθηση συμπίπτει με πιο θεμελιώδεις διαπιστώσεις: σύμφωνα με μια ανεξάρτητη έρευνα, περισσότεροι από τους μισούς νέους πτυχιούχους, έναν χρόνο μετά την αποφοίτησή τους, εργάζονται σε θέση εργασίας που δεν απαιτεί πανεπιστημιακή εκπαίδευση, ενώ τα τρία τέταρτα από αυτούς τους «υποαπασχολούμενους» εξακολουθούν να βρίσκονται στην ίδια κατάσταση δέκα χρόνια αργότερα (16).

Οι ίδιοι οι Δημοκρατικοί προσπάθησαν να υπερασπίσουν τον εαυτό τους απέναντι στην κατηγορία ότι αποτελούν ένα ελιτίστικο κόμμα που ευνοεί τους κατόχους πολιτισμικού κεφαλαίου σε βάρος των χειρωνάκτων. Έτσι, στο διάγγελμά του για την Κατάσταση της Ένωσης τον Φεβρουάριο του 2023, ο πρόεδρος Τζο Μπάιντεν είχε τονίσει το γεγονός ότι πολλές θέσεις εργασίας που δημιουργήθηκαν από ένα εργοστάσιο της Intel στο Οχάιο χάρη σε ομοσπονδιακές οικονομικές ενισχύσεις και προσέφεραν κατά μέσο όρο αμοιβή 130.000 δολαρίων ετησίως δεν προϋπέθεταν την κατοχή πτυχίου. Την επόμενη χρονιά, στο συνέδριο των Δημοκρατικών, ο πρώην πρόεδρος Μπάρακ Ομπάμα επέμεινε με τη σειρά του ότι «το πανεπιστημιακό πτυχίο δεν θα πρέπει να αποτελεί το μοναδικό εισιτήριο για την είσοδο στη μεσαία τάξη. (…) Χρειαζόμαστε έναν πρόεδρο που να ενδιαφέρεται για τα εκατομμύρια των Αμερικανών οι οποίοι εκπληρώνουν καθημερινά μια εργασία θεμελιώδους σημασίας, συχνά άχαρη, για να φροντίσουν τους ασθενείς μας, να καθαρίσουν τους δρόμους μας, να παραδώσουν τα δέματά μας».

Έλλειψη τεχνιτών

Όμως, ορισμένες επιχειρήσεις προεξοφλούν ότι η παρακμή της ανώτατης εκπαίδευσης θα επιτρέψει, πολύ σύντομα, τον αναπροσανατολισμό ενός μέρους του προσωπικού των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων σε άλλους κλάδους. Με 3,5 εκατομμύρια μισθωτούς, από τους οποίους σχεδόν το 60% δεν αποτελεί διδακτικό προσωπικό, τα πανεπιστήμια αποτελούν ένα από τα κυριότερα «κοιτάσματα» θέσεων εργασίας της χώρας. Η αλλαγή επαγγέλματος αυτού του εργατικού δυναμικού, κυρίως προς όφελος της βιομηχανίας, θα μπορούσε να αποτελέσει ένα κομβικό διακύβευμα για την κυβέρνηση Τραμπ, που έχει δεσμευτεί να περιορίσει την προσφυγή στο μεταναστευτικό εργατικό δυναμικό. Μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι και εργοδοτικά λόμπι προειδοποιούν εδώ και αρκετά χρόνια για την ανεπάρκεια τεχνιτών με υψηλή ή και με χαμηλή εξειδίκευση: η Εθνική Ένωση Μεταποίησης (National Association of Manufacturers, ΝΑΜ) κατέγραψε πέρυσι 600.000 κενές θέσεις εργασίας και προβλέπει ότι μέχρι το 2030 ο αριθμός τους θα αυξηθεί στα 2.000.000 (17).

Πιο μακροπρόθεσμα, θα χρειαστεί συνεπώς να ενσωματωθεί το διαρκώς αυξανόμενο μερίδιο των νέων που εισέρχονται πρόωρα στην αγορά εργασίας. Η ένταξη σε προγράμματα μαθητείας αυξήθηκε κατά 85% μεταξύ 2015 και 2024 (18). Η Tesla εγκαινίασε ένα πρόγραμμα κατάρτισης δεκατεσσάρων εβδομάδων στις δικές της αλυσίδες συναρμολόγησης. Παρά τις θυελλώδεις σχέσεις του με το Βερολίνο, ο Τραμπ έχει συχνά εξυμνήσει το γερμανικό μοντέλο επαγγελματικής εκπαίδευσης: πάνω από το 70% μιας ηλικιακής κλάσης περνάει από προγράμματα μαθητείας. Όχι χωρίς παράπλευρες αρνητικές συνέπειες: σχολική διαλογή κατά επαγγελματικούς κλάδους ήδη από την ηλικία των 11 ετών, δομική εξάρτηση από τον εργοδότη, μικρή ικανότητα προσαρμογής στις τεχνολογικές ανατροπές. Μια τέτοια εξέλιξη θα ωφελούσε τους βιομήχανους, αλλά και τον κερδοσκοπικό κλάδο της εκπαίδευσης –μέγα πάροχο προγραμμάτων επαγγελματικής κατάρτισης– που ο Τραμπ έχει εδώ και πολύ καιρό εντάξει στα πελατειακά δίκτυά του. Πρόκειται για ένα από τα κυριότερα διακυβεύματα του διαλόγου για τη «διαπίστευση», τον μηχανισμό που λειτουργεί υπό την επίβλεψη του υπουργείου Παιδείας και καθορίζει την πρόσβαση των πανεπιστημίων στα δημόσια κονδύλια. Ο Τραμπ σκοπεύει να τον μετατρέψει σε κύριο όπλο του στην μάχη που έχει ξεκινήσει.

Ωστόσο, η επαναβιομηχάνιση δεν θα μπορούσε να απορροφήσει μόνη της τη σημαντική μείωση της πρόσβασης στις ανώτατες σπουδές, η οποίες το 2022 εξακολουθούσαν να αφορούν το 39% των νέων ηλικίας 18-24 ετών, ποσοστό ανώτερο από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ (19). Η υψηλή τεχνολογία, που τόσο πολύ προβάλλεται από το περιβάλλον του Τραμπ ως κινητήρια δύναμη της παραγωγικής ανασυγκρότησης, παρέχει λίγες θέσεις εργασίας και στο μέλλον θα δημιουργεί πιθανότατα ακόμα λιγότερες, στον βαθμό που η τεχνητή νοημοσύνη υποκαθιστά τους προγραμματιστές, τους μηχανικούς πληροφορικών συστημάτων, τους αναλυτές δεδομένων… Με ένα ποσοστό ανεργίας κατώτερο του 8% στους νέους ηλικίας 18-24 ετών, οι ΗΠΑ εξακολουθούν να αποτελούν εξαίρεση στους κόλπους του ΟΟΣΑ, όταν σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες παρατηρούνται ποσοστά μεταξύ 15 και 20%. Εάν τα επόμενα χρόνια παρατηρηθεί το τέλος αυτής της –αξιοζήλευτης– εξαίρεσης, ο Τραμπ και το κόμμα του δεν θα αποκομίσουν πολιτικά οφέλη.

Martin Barnay

Κοινωνιολόγος
Μετάφραση: Βασίλης Παπακριβόπουλος

(1Σ.τ.Μ.: Η Ivy League, αρχικά μια αθλητική ένωση οκτώ διακεκριμένων πανεπιστημίων των βορειοανατολικών Ηνωμένων Πολιτειών (Γέιλ, Κολούμπια, Κορνέλ, Μπράουν, Κολλέγιο Ντάρτμουθ, Πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνιας, Πρίνστον και Χάρβαρντ), είναι συνώνυμη με τις αμερικανικές σπουδές υψηλού κύρους.

(2Βλ. Eric Alterman, «M. Trump en guerre contre la libre expression», Le Monde diplomatique, Μάιος 2025.

(3Matthew Haag και Katherine Rosman, «Decades ago, Columbia refused to pay Trump $400 millions», The New York Times, 21 Μαρτίου 2025.

(4US Department of Education to begin federal student loan collections, other actions to help borrowers get back into repayment, Υπουργείο Παιδείας ΗΠΑ, 21 Απριλίου 2025. Βλ. États-Unis. Orientations stratégiques, CurieXplore, 8 Φεβρουαρίου 2022.

(5Βλ. Christopher Newfield, «Aux États-Unis, la dette étudiante, bombe à retardement», Le Monde diplomatique, Σεπτέμβριος 2012.

(6Melanie Hanson, Economic effects of student loan debt, Education Data Initiative, 25 Νοεμβρίου 2024.

(8CJ Libassi, Jennifer Ma και Matea Pender, Trends in college pricing and student aid 2020, College Board, Νέα Υόρκη, 2020.

(9Fast facts, National Center for Education Statistics (NCES).

(10Βλ. Richard D. Kahlenberg, Πώς ο μπαμπάς μ’ έβαλε στο Χάρβαρντ, Le Monde diplomatique – ελληνική έκδοση, Ιούνιος 2018.

(12(Σ.τ.Μ.) Πλέον, ο όρος «Ελεύθερες Τέχνες» στον αγγλοσαξωνικό κόσμο χαρακτηρίζει γνωστικά αντικείμενα εκτός των θετικών επιστημών και της τεχνολογίας.

(13«China’s globetrotting students are getting back on the road», The Economist, Λονδίνο, 27 Νοεμβρίου 2021.

(15Dan Cohen, «The books of college libraries are turning into wallpaper», The Atlantic, Ουάσιγκτον, 26 Μαΐου 2019.

(16Suzanne Blake, Nearly half of college grads polled say degree unnecessary for current job, Newsweek, 17 Οκτωβρίου 2024. Andrew Hanson κ.ά., Talent disrupted: College graduates, underemployment, and the way forward, Burning Glass Institute, Φεβρουάριος 2022.

(172.1 million manufacturing jobs could go unfilled by 2030, National Association of Manufacturers (NAM), 4 Μαΐου 2021.

(18All Aboard the ApprenticeSHIP: Assessing the Changing Face of Registered Apprenticeships, ανακοίνωση του Λευκού Οίκου, 20 Νοεμβρίου 2024.

(19College enrollment rates, NCES, Μάιος 2024.

Μοιραστείτε το άρθρο