el | fr | en | +
Accéder au menu

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

CIA εναντίον Πενταγώνου

Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο φαινόταν να προμηνύει μια εκκαθάριση στις υπηρεσίες πληροφοριών. Ο Ρεπουμπλικανός πρόεδρος τις κατηγορούσε ότι επιχείρησαν να τον υπονομεύσουν, τροφοδοτώντας τις μυθοπλασίες του «Russiagate». Ωστόσο, σε μια περίοδο διεθνών εντάσεων, ο ολοένα και πιο κρίσιμος ρόλος των μυστικών επιχειρήσεων και των προηγμένων τεχνολογιών δεν του επιτρέπει να παραμερίσει τη CIA προς όφελος του Πενταγώνου.

Με τη δημιουργία της, αμέσως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η CIA, με έδρα το Λάνγκλεϊ της Βιρτζίνια, επιβλήθηκε ροκανίζοντας τις αρμοδιότητες των γειτονικών της υπηρεσιών: πρώτα της Ομοσπονδιακής Αστυνομίας, από την οποία απέσπασε την ευθύνη της κατασκοπείας στη Λατινική Αμερική, και έπειτα του Γραφείο Πληροφοριών του Υπουργείου Εξωτερικών, που είχε αποδυναμωθεί από τις μακαρθικές εκκαθαρίσεις της δεκαετίας του 1950. Ωστόσο, ο πιο έντονος ανταγωνισμός την φέρνει αντιμέτωπη με το Πεντάγωνο, έδρα του Υπουργείου Άμυνας. Στα χαρτιά, η γραμμή ήταν ξεκάθαρη ήδη από το 1952, με τη δημιουργία της NSA (Εθνική Υπηρεσία Ασφαλείας), υπαγόμενης στο Πεντάγωνο: ανθρώπινο δίκτυο πληροφοριών για τη CIA, ηλεκτρονικές υποκλοπές και συμβατικές επιχειρήσεις για τους στρατιωτικούς.

Στην πράξη, όμως, τα όρια παρέμεναν ρευστά. Υπό την κάλυψη του «ψυχολογικού πολέμου», η CIA απέκτησε μακρά παραστρατιωτική εμπειρία –Κούβα, Ιράν, Κονγκό, Λάος, Χιλή, Αφγανιστάν κ.ά. Κατά τη διάρκεια του πολέμου στο Βιετνάμ, ενοχλημένο από τις μυστικές επιχειρήσεις στο Νότιο Βιετνάμ και στο Λάος, το Πεντάγωνο δημιούργησε το 1961 τη δική του υπηρεσία ανθρώπινων πληροφοριών, τη DIA (Defense Intelligence Agency, Υπηρεσία Πληροφοριών Άμυνας), προκειμένου να σπάσει το μονοπώλιο του Λάνγκλεϊ και να αντικρούσει τις εκτιμήσεις του, που θεωρούνταν υπερβολικά απαισιόδοξες σχετικά με την αποτελεσματικότητα μιας στρατιωτικής κλιμάκωσης.

Η CIA και οι ένοπλες δυνάμεις διαφέρουν στην αντίληψή τους για τον ρόλο των πληροφοριών: για την πρώτη, αποτελεί διπλωματικό και στρατηγικό εργαλείο, ενώ για τις δεύτερες συνιστά υποστήριξη των επιχειρήσεων. Αυτή η διάσταση αντανακλά και τις κοινωνικές ρίζες τους. Το Λάνγκλεϊ διατηρεί μια αριστοκρατική παράδοση, στρατολογώντας στελέχη από την πανεπιστημιακή ελίτ και τα μεγάλα δικηγορικά γραφεία της Γουόλ Στριτ. Διατηρεί ιστορικούς δεσμούς με τις πολυεθνικές και τις μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες, για λογαριασμό των οποίων σε ορισμένες περιπτώσεις διατέλεσε και ένοπλος βραχίονας, όπως στην ανατροπή του Ιρανού πρωθυπουργού Μοχάμεντ Μοσαντέκ το 1953. Ο στρατός, αντίθετα, λειτουργεί ως όχημα κοινωνικής ανόδου για τη μεσαία τάξη. Απέναντι σε μια CIA που παραμένει στη μεγάλη της πλειοψηφία λευκή, πάνω από το 30% των εν ενεργεία στελεχών των ενόπλων δυνάμεων προέρχονται από εθνοτικές μειονότητες (1). Εκπαιδεύει τους αξιωματικούς του σε στρατιωτικές ακαδημίες χωρίς δίδακτρα και, μόλις συνταξιοδοτηθούν, πολλοί από αυτούς καταλήγουν στις διευθύνσεις μεγάλων επιχειρήσεων, ιδιαίτερα στον τομέα των εξοπλισμών, που εξαρτώνται από τις κρατικές παραγγελίες.

Τα γεράκια της «Ομάδας Β»

Κάθε πλευρά διαθέτει τις δικές της δεξαμενές σκέψης και τα δικά της δίκτυα άσκησης επιρροής. Για τη CIA είναι η Ειδική Επιτροπή Πληροφοριών της Γερουσίας και το Council on Foreign Relations (Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων, προπύργιο του φιλελεύθερου διεθνισμού, το οποίο εκδίδει το περιοδικό Foreign Affairs). Για το Υπουργείο Άμυνας είναι οι δύο Επιτροπές Ενόπλων Δυνάμεων (της Γερουσίας και της Βουλής των Αντιπροσώπων), καθώς και η RAND Corporation. Πίσω από τις γραφειοκρατικές διαμάχες συγκρούονται δύο αντιλήψεις για την αμερικανική ηγεμονία. Από την πλευρά του Πενταγώνου μέσω της προβολής της συμβατικής ισχύος και της κούρσας εξοπλισμών, ενώ από την πλευρά της CIA μέσω των επιχειρήσεων αποσταθεροποίησης και των περιφερειακών «μικρών πολέμων».

Αυτή η αντίθεση τροφοδοτεί συγκρούσεις στο πεδίο των αναλύσεων. Υπό την προεδρία του Τζέραλντ Φορντ (1974–1977), ο Χένρι Κίσινγκερ, προστάτης του χώρου των πληροφοριών και αρχιτέκτονας της ύφεσης με τη Σοβιετική Ένωση, υπέγραψε τις πρώτες συμφωνίες περιορισμού των πυρηνικών οπλοστασίων. Τότε, τα γεράκια του Πενταγώνου επέβαλαν αντι-εκθέσεις απέναντι στις φιλειρηνικές εισηγήσεις της CIA, που θεωρούσαν πως απειλούσαν τη χρηματοδότησή τους, και πέτυχαν τη δημιουργία μιας ανεξάρτητης ομάδας, γνωστής ως «Team B», μέσα στο ίδιο το Λάνγκλεϊ.

Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου δεν έσβησε τις εντάσεις. Κατά τον πρώτο Πόλεμο του Κόλπου (1990–1991), η CIA επέκρινε τον πολεμοχαρή προσανατολισμό της στρατιωτικής διοίκησης και υποστήριζε πιο πολύ την οδό της διπλωματίας και των οικονομικών κυρώσεων. Από την πλευρά του, το Γενικό Επιτελείο κατηγορούσε την υπηρεσία ότι παρείχε πληροφορίες ελάχιστα αξιοποιήσιμες στο πεδίο, υπερβολικά επικεντρωμένες στη στρατηγική ανάλυση. Ο πρόεδρος Τζορτζ Μπους ο πρεσβύτερος (1989–1993), μέλος της Team B προτού αναλάβει τη διεύθυνση της CIA, πήρε το μέρος των ενόπλων δυνάμεων. Το υπόμνημα «Defense Planning Guidance» του 1992, που συνέταξε ο υφυπουργός Άμυνας Πολ Γούλφοβιτς (επίσης βετεράνος της Team B), καθιστούσε το Πεντάγωνο αιχμή του δόρατος της εξωτερικής πολιτικής. Η διαρροή του κειμένου στους New York Times ανάγκασε τον Λευκό Οίκο να κάνει πίσω, αλλά η ουσία του υιοθετήθηκε το επόμενο έτος από την κυβέρνηση Κλίντον (1993–2001), η οποία επέκτεινε τις μυστικές επιχειρήσεις του Πενταγώνου –αναπτύσσοντας ειδικές δυνάμεις στη Σομαλία, την Αϊτή, τη Βοσνία– και περιόρισε τη CIA σε βοηθητικές αποστολές, όπως ο εντοπισμός στόχων για την αεροπορία.

Αυτή η μη συμβατική χρήση των στρατευμάτων προκάλεσε κριτικές στην Ουάσιγκτον. «Αν συνεχίσουμε να διασκορπίζουμε τις δυνάμεις μας στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα για αποστολές “nation-building” [οικοδόμησης εθνών]», δήλωνε στην προεκλογική εκστρατεία του 2000 ο Ρεπουμπλικανός υποψήφιος Τζορτζ Μπους ο νεώτερος, «θα οδηγηθούμε σε σοβαρά προβλήματα. Θα το αποτρέψω» (2). Οι επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 σάρωσαν κάθε δισταγμό. Μετά την αφάνεια αρκετών ετών, οι βετεράνοι της Team B επανήλθαν θριαμβευτικά στην κορυφή του κράτους, ο Ντικ Τσέινι στην αντιπροεδρία των ΗΠΑ, ο Ντόναλντ Ράμσφελντ στο Υπουργείο Άμυνας, ο Πολ Γούλφοβιτς ως αναπληρωτής του Ράμσφελντ. Αν και η έναρξη του πολέμου στο Αφγανιστάν φάνηκε να επισφραγίζει μια «ιερή συμμαχία», με κοινές επιχειρήσεις CIA και ειδικών δυνάμεων, το Ιράκ ξανάνοιξε το ρήγμα. Ο Ράμσφελντ, μέγας αντίπαλος του Κίσινγκερ από τη δεκαετία του 1970, κατηγόρησε τη CIA ότι καθυστερούσε εσκεμμένα να βρει στοιχεία που θα δικαιολογούσαν την εισβολή, την οποία είχαν ήδη αποφασίσει ο Λευκός Οίκος και το υπουργείο Άμυνας.

Κατά την προεδρία του Μπαράκ Ομπάμα (2009–2017), η αντιπαράθεση εστίασε στη χρήση δρόνων για στοχευμένες δολοφονίες. Η κυβέρνηση έκλεισε επίσημα τις μυστικές φυλακές της CIA, εντατικοποίησε όμως το πρόγραμμα εκτελέσεων εξ αποστάσεως, ιδίως στο Πακιστάν όπου, ελλείψει επίσημης πολεμικής σύρραξης και αποδεδειγμένης παρουσίας της Αλ Κάιντα, ο στρατός δεν είχε (θεωρητικά) εξουσιοδότηση να επέμβει. Επιπλέον, η CIA διέθετε ένα τεχνικό πλεονέκτημα απέναντι στο Πεντάγωνο. Πρωτοπόρα στη χρήση ελαφρών δρόνων για παρακολούθηση, είχε συμμετάσχει στην ανάπτυξη του μοντέλου Predator, που δοκιμάστηκε ήδη από τη δεκαετία του 1990 στη Γιουγκοσλαβία και παρέμεινε σημείο αναφοράς για τις επόμενες δύο δεκαετίες.

Η εμφάνιση της Αλ Κάιντα Αραβικής Χερσονήσου στην Υεμένη έδωσε στο Γενικό Επιτελείο την ευκαιρία να αποφασίζει το ίδιο για τους βομβαρδισμούς, όμως οι συνεχείς αποτυχίες και αστοχίες οδήγησαν τον Λευκό Οίκο να ξαναδώσει την πρωτοβουλία στη CIA. Έτσι, σε μια μυστική βάση στη Σαουδική Αραβία, η υπηρεσία οργάνωσε την εκτέλεση, με δρόνο και χωρίς δίκη, του ιμάμη Ανουάρ Αλ-Αουλάκι, Αμερικανού πολίτη με καταγωγή από την Υεμένη. Ο απολογισμός αυτής της εκστρατείας «κυνηγών κεφαλών» ήταν βαρύς: σχεδόν τρεις χιλιάδες επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη κατά τη διάρκεια των δύο θητειών του Ομπάμα –με στόχο κυρίως χαμηλόβαθμους μαχητές– και εκατοντάδες άμαχοι νεκροί, τους οποίους, σε αντίθεση με το Πεντάγωνο, η CIA δεν υποχρεούται να αναφέρει. Οι δύο οντότητες βρέθηκαν ακόμη και έμμεσα αντιμέτωπες στο ίδιο πεδίο επιχειρήσεων: στις αρχές του 2016, οι Los Angeles Times αποκάλυψαν ένοπλες συγκρούσεις ανάμεσα σε ομάδες Σύρων ανταρτών, οι μεν υποστηριζόμενες από τη CIA και οι δε από το Πεντάγωνο (3).

Το τέλος της παρένθεσης που άνοιξε στις 11 Σεπτεμβρίου 2001 με στόχο την καταστολή των ένοπλων εξεγέρσεων και της τρομοκρατίας σηματοδότησε την ανάδυση ενός νέου συσχετισμού δυνάμεων. Με την άνοδο της Κίνας και την επιστροφή της ρωσικής ισχύος, το μοντέλο του Ψυχρού Πολέμου επανέρχεται στο προσκήνιο. Ως αντίδραση στην εισβολή της Ουκρανίας, η Ουάσιγκτον επιτάχυνε τις παραδόσεις όπλων στο Κίεβο, διατηρώντας παράλληλα διπλωματικούς διαύλους με τη Μόσχα, και επιχειρεί από μυστικές βάσεις χωρίς να αναπτύσσει τακτικά στρατεύματα. Παρόμοια στρατηγική φαίνεται να χαράσσεται και στη Θάλασσα της Κίνας.

Για πολλά χρόνια, η Ταϊβάν αποτελούσε προνομιακό πεδίο των στρατηγών του Πενταγώνου και των μεγάλων αμυντικών βιομηχανιών, που από το 1950 την είχαν προμηθεύσει με αμερικανικά όπλα αξίας σχεδόν 50 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Σήμερα όμως αποκαλύπτει τις μεταλλαγές που συντελούνται στις στρατιωτικές υποθέσεις. Οι πόλεμοι στην Ουκρανία και στην Υεμένη –όπου κυριαρχούν οι ημι-χειροποίητοι δρόνοι αξίας κάτω των 1.000 δολαρίων ο ένας, την ώρα που ένας αναχαιτιστικός πύραυλος Coyote κοστίζει 100.000 δολάρια– έχουν κλονίσει την υπεροχή των συμβατικών οπλικών συστημάτων. Μπροστά στην πιθανότητα κινεζικής εισβολής, στην Ταϊπέι διαμορφώνεται μια συναίνεση γύρω από την τακτική του «σκαντζόχοιρου», στόχος δεν είναι πλέον η καταστροφή ενός αναγνωρισμένα ανώτερου αντιπάλου, αλλά η παρεμπόδιση της προέλασής του με πολλαπλά παράκτια εμπόδια και με ανάπτυξη ρομποτικών αυτόνομων συστημάτων, ώστε να καλυφθεί η έλλειψη χερσαίων δυνάμεων.

Ωστόσο, αυτή η στροφή προς τον ασύμμετρο πόλεμο θέτει σε δοκιμασία το δόγμα του Υπουργείου Άμυνας σχετικά με την ανάγκη απόκτησης αρμάτων και αεροσκαφών, ενώ αναβαθμίζει την αξία της τεχνογνωσίας της CIA. Η εκρηκτική εξέλιξη ρηξικέλευθων τεχνολογιών (αυτόνομα συστήματα, λέιζερ, κβαντικοί υπολογιστές) και ο ολοένα αυξανόμενος ρόλος του λογισμικού στο στρατιωτικό πεδίο προσφέρουν πλέον στους ηγέτες των επιχειρήσεων τεχνολογίας ένα μοχλό επιρροής μέσα στις ένοπλες δυνάμεις. Και όπως συνέβη με τους δρόνους πριν από είκοσι χρόνια, το Λάνγκλεϊ έχει πάρει το προβάδισμα. Εγκατεστημένη στη Σίλικον Βάλεϊ από τα τέλη της δεκαετίας του 1990, η υπηρεσία χρηματοδοτεί, μέσω του επενδυτικού της ταμείου In-Q-Tel, την ανάπτυξη τεχνολογιών διπλής χρήσης, πολιτικής και στρατιωτικής. Το καθεστώς του ως μη κερδοσκοπική εταιρεία τού επιτρέπει να διαφεύγει από τον κοινοβουλευτικό έλεγχο, μειώνοντας στο ελάχιστο την έκθεση των συνεργατών του στη δημοσιότητα. Σήμερα, το In-Q-Tel υποστηρίζει ότι έχει βοηθήσει οκτακόσιες επιχειρήσεις, εκ των οποίων τριάντα δύο συγκαταλέγονται στις εκατό κορυφαίες start-up της αμυντικής βιομηχανίας.

Παλαιότερα πρωτοπόρο στην εφαρμοσμένη έρευνα, το Πεντάγωνο βρέθηκε να ξεπερνιέται από την ανάδυση της Σίλικον Βάλεϊ και την κουλτούρα της «ανατρεπτικής» καινοτομίας. Η σχέση επιδεινώθηκε περαιτέρω μετά την υπόθεση του Έντουαρντ Σνόουντεν (2013). Οι αποκαλύψεις αυτού του πρώην υπαλλήλου της CIA, που έγινε υπεργολάβος του Πενταγώνου μέσω της NSA, σχετικά με την έκταση των κυβερνητικών προγραμμάτων παρακολούθησης, ήρθαν σε σύγκρουση με τη «φιλελεύθερη-ελευθεριακή» ευαισθησία των μηχανικών και των προγραμματιστών πληροφορικής. Το 2018, η Google αποσύρθηκε από ένα στρατιωτικό πρόγραμμα μη επανδρωμένων αεροσκαφών, ύστερα από την πίεση των εργαζομένων της.

Όμως, μετά την επανεκλογή του Ντόναλντ Τραμπ, το κλίμα άλλαξε. Η εντατική χρήση δρόνων και τεχνολογιών αναγνώρισης προσώπου στην Ουκρανία και στη Γάζα –και οι προοπτικές κερδών που δημιουργεί για μια βιομηχανία τεχνολογίας δοκιμαζόμενη από τον ασιατικό ανταγωνισμό– εξάλειψαν τις επιφυλάξεις. Στις αρχές του 2024, η OpenAI, δημιουργός του ChatGPT, αφαίρεσε από τον καταστατικό χάρτη της τις ρήτρες που απαγόρευαν τη στρατιωτική χρήση των τεχνολογιών της. Η Google την μιμήθηκε φέτος, ενώ η Meta συμμάχησε με την κατασκευάστρια πολεμικών δρόνων Anduril για την ανάπτυξη συστημάτων εικονικής πραγματικότητας για στρατιωτική χρήση.

Το Πεντάγωνο επιχειρεί να καλύψει το χαμένο έδαφος στρατολογώντας στελέχη από τους πρωταθλητές της Σίλικον Βάλεϊ (Meta, Palantir, Anduril), πολλοί εκ των οποίων συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με το In-Q-Tel. Η εκρηκτική επιτυχία της Palantir αποτυπώνει τη στρατηγική κατάκτησης του Λάνγκλεϊ. Η εταιρεία ιδρύθηκε το 2003 με αρχική χρηματοδότηση από το In-Q-Tel, και από τότε εξασφαλίζει γιγαντιαία συμβόλαια επεξεργασίας δεδομένων για πολυεθνικές, αλλά και για δημόσιους οργανισμούς στις ΗΠΑ και στο εξωτερικό, όπως η Γενική Διεύθυνση Εσωτερικής Ασφάλειας (DGSI) στη Γαλλία ή το Εθνικό Σύστημα Υγείας (NHS) στο Ηνωμένο Βασίλειο. Είναι επίσης εταίρος του ισραηλινού στρατού, με το γραφείο της στο Τελ Αβίβ να του παρέχει υπηρεσίες αναγνώρισης προσώπου για τον εντοπισμό στόχων στα κατεχόμενα εδάφη. Το καλοκαίρι που πέρασε, η Palantir πέτυχε τη σύναψη συμβολαίου 10 δισεκατομμυρίων δολαρίων με το αμερικανικό Υπουργείο Άμυνας και μόλις εισήλθε στο «τοπ 20» των αμερικανικών επιχειρήσεων, ξεπερνώντας σε χρηματιστηριακή αξία παραδοσιακούς βιομηχανικούς κολοσσούς όπως οι Lockheed Martin, Northrop Grumman ή General Dynamics (τους επονομαζόμενους primes στη γλώσσα της Ουάσιγκτον).

Η άνοδος αυτών των νέων παικτών δημιουργεί εντάσεις μέσα στο ίδιο το Πεντάγωνο. Ενώ ο υφυπουργός Στρατού Ντάνιελ Ντρίσκολ δήλωνε πρόσφατα ότι θα θεωρούσε τη χρεοκοπία ενός προμηθευτή prime κατά τη διάρκεια της θητείας του ως νίκη, ο Γουίλιαμ ΛαΠλάντ, υπεύθυνος εξοπλιστικών προγραμμάτων του υπουργείου στην προηγούμενη κυβέρνηση, ειρωνευόταν ήδη το 2022 τον τεχνολογικό ενθουσιασμό: «Αν κάποιος σας αφηγηθεί μια όμορφη ιστορία σχετικά με ένα έργο [για τον στρατό του μέλλοντος], ρωτήστε τον πότε θα ξεκινήσει η παραγωγή, πόσο θα κοστίσει και ποια θα είναι η προστιθέμενη αξία του σε μια σύγκρουση με την Κίνα. Σκασίλα μου αν έχει μέσα τεχνητή νοημοσύνη ή κβαντική τεχνολογία» (4).

Η ουτοπία ενός στρατού με ρομπότ

Η αύξηση των στρατιωτικών προϋπολογισμών στην Ευρώπη και στην Ιαπωνία θα μπορούσε να αποτελέσει μια σημαντική παρηγοριά για τους παραδοσιακούς προμηθευτές ακριβών όπλων του Πενταγώνου. Ο αμερικανικός εξοπλισμός ήδη αντιπροσωπεύει το 80% των στρατιωτικών εισαγωγών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίες αναμένεται να αυξηθούν σύμφωνα με τις απαιτήσεις του προέδρου Τραμπ. Η Lockheed Martin ανακοίνωσε ότι θέλει να ενισχύσει την παρουσία της στη γηραιά ήπειρο, συνάπτοντας συνεργασίες για συμβατικό οπλισμό, όπως με τη γερμανική Rheinmetall για την παραγωγή του F-35 και του εκτοξευτή ρουκετών GMARS, διατηρώντας ωστόσο στις ΗΠΑ τις πιο προηγμένες τεχνολογίες.

Πίσω από την ουτοπία ενός στρατού από δρόνους και αυτόνομα ρομπότ διαφαίνεται η εμμονή με τις περικοπές στον προϋπολογισμό. Αφού υποσχέθηκε μείωση των στρατιωτικών δαπανών κατά 25%, ο Τραμπ υπέβαλε στο Κογκρέσο έναν προϋπολογισμό ενός τρισεκατομμυρίου δολαρίων για το 2026, αυξημένο μεν, αλλά ο οποίος υπονοεί ότι οι τεχνολογικές επενδύσεις που έχουν ανακοινωθεί θα γίνουν εις βάρος των ανθρώπινων και επιχειρησιακών μέσων. Αν, όπως διαβεβαιώνουν οι υποστηρικτές της, η τεχνητή νοημοσύνη επιτρέπει τον περιορισμό της ανάγκης για στρατιώτες, τότε η καταφυγή σε υπεργολάβους θα παραμείνει η προτιμώμενη λύση για την προστασία, σε κάθε γωνιά του κόσμου, των υποδομών και των ζωτικών πόρων που τροφοδοτούν την αμερικανική ανάπτυξη. Έτσι, η Wall Street Journal ανακοίνωνε τον προηγούμενο μήνα ότι ο Έρικ Πρινς, ο αποπεμφθείς μεγιστάνας της ιδιωτικής ασφάλειας και παλιός πολιτικός σύμμαχος του Τραμπ, ξανακέρδισε την εύνοια του προέδρου. Στο αποκορύφωμα της τρέχουσας σύγκρουσης με τη Ρουάντα, ο Πρινς εξασφάλισε συμβόλαιο με τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό για την προστασία των μεταλλευτικών εσόδων της χώρας, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να προτείνει στον πρόεδρο Φέλιξ Τσισεκέντι τη φύλαξη της κατοικίας του από Σαλβαδοριανούς μισθοφόρους.

Θα γίνει άραγε ο Τραμπ, όχι ο «πρόεδρος της ειρήνης» όπως διακηρύσσει, αλλά, όπως σχεδόν όλοι οι προκάτοχοί του, ένας πρόεδρος των μυστικών πολέμων; Οι στρατηγικές επιλογές του δείχνουν πάντως ότι έχει ενστερνιστεί μια σταθερά της αμερικανικής ισχύος: ότι αυτή θριαμβεύει μόνο στις συγκρούσεις που δεν κηρύσσει και όπου βρίσκει συμμάχους ή επικουρικούς μαχητές που πολεμούν για λογαριασμό της.

Martin Barnay

Κοινωνιολόγος
Μετάφραση: Βάλια Καϊμάκη

(1«2023 demographics, profile of the military community», U.S. Department of Defense, Ουάσιγκτον, 2024.

(2Marc A. Thiessen, Trump is not the first republican to campaign against nation-building, American Enterprise Institute, 3 Μαΐου 2016.

(3Nabih Bulos, W.J. Hennigan, Brian Bennett, «In Syria, militias armed by the Pentagon fight those armed by the CIA», Los Angeles Times, 27 Μαρτίου 2016.

(4Valerie Insinna, LaPlante pokes Silicon Valley “tech bros” calls for increased munitions production for Ukraine, Breaking Defense, 8 Νοεμβρίου 2022.

Μοιραστείτε το άρθρο