el | fr | en | +
Accéder au menu

ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Οι ναυαγοί της Μεσογείου δεν πρέπει να παραμείνουν ανώνυμοι

Χρόνο με τον χρόνο, χιλιάδες μετανάστες χάνουν τη ζωή τους στη θάλασσα προσπαθώντας να φτάσουν στην Ευρώπη. Στο όνομα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, κάποιες μεμονωμένες ιατροδικαστικές πρωτοβουλίες στην Ιταλία προσπαθούν να τους αποδώσουν δικαιοσύνη, ταυτοποιώντας τους προκειμένου να ενημερωθούν οι οικογένειές τους. Όμως η διαδικασία παραμένει αβέβαιη, καθώς η συλλογή DNA και η φροντίδα των σορών που ανασύρονται δεν είναι υποχρεωτικές στην περίπτωση των τέτοιων θυμάτων.

Φωτογραφίες μεταμορφωμένες σε αφηρημένες υδατογραφίες, που πάνω τους απομένουν μόνο ακαθόριστες κηλίδες χρώματος. Μια ταυτότητα από το Μάλι φαγωμένη από το αλάτι. Ένα παιδικό ζευγάρι γάντια με το έμβλημα της Ρεάλ Μαδρίτης ραμμένο στη ράχη τους. Η γιατρός Κριστίνα Καττάνεο βγάζει αυτά τα απομεινάρια από σχολαστικά ετικεταρισμένες πλαστικές σακούλες και τα τοποθετεί ένα-ένα στο τραπέζι. Βρισκόμαστε σε μια αίθουσα του εργαστηρίου ιατροδικαστικής ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου του Μιλάνου, το οποίο διευθύνει η Καττάνεο, και τα αντικείμενα ανήκουν στα θύματα του ναυαγίου της 18ης Απριλίου 2015, του χειρότερου που έχει ποτέ καταγραφεί στη Μεσόγειο. Πάνω από χίλιοι άνθρωποι πνίγηκαν στα ανοιχτά της Λιβύης. Τα σώματά τους, όπως και τα περισσότερα όσων πεθαίνουν στις μεταναστευτικές διαδρομές, παρέμειναν για πολύ καιρό ανώνυμα. Δέκα χρόνια μετά, αρχίζουν επιτέλους να ταυτοποιούνται χάρη σε μια πρωτοφανή συνεργασία επιστημόνων, πολιτικών φορέων και ανθρωπιστικών οργανώσεων. Μια πρωτοβουλία που ωστόσο κινδυνεύει να παραμείνει μεμονωμένη περίπτωση. «Ήδη από την εποχή αυτής της τραγωδίας, η ταυτοποίηση των μεταναστών που πέθαιναν στη θάλασσα ήταν ένα μη δημοφιλές ζήτημα», διαπιστώνει με λύπη η κυρία Καττάνεο. «Σήμερα, σχεδόν κανείς δεν ενδιαφέρεται πια.»

Αν και ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης υπολογίζει σε περισσότερους από 32.000 τους μετανάστες που έχουν χάσει τη ζωή τους στη Μεσόγειο από το 2014, λιγότερο από το 10% των σορών έχει ανασυρθεί, και μόνο ένα μέρος αυτών έχει ταυτοποιηθεί, σύμφωνα με τον Ερυθρό Σταυρό (1). Οι υπόλοιποι παραμένουν στον βυθό της θάλασσας, ανώνυμοι, ενώ οι συγγενείς τους εξακολουθούν να αναζητούν απαντήσεις.

Η λήθη δεν είναι ωστόσο αναπόφευκτη, όπως δείχνει το παράδειγμα του ναυαγίου της 18ης Απριλίου 2015. Εκείνη τη νύχτα, ένα αλιευτικό σκάφος μήκους είκοσι τριών μέτρων, στο οποίο είχαν στοιβαχτεί περισσότεροι από χίλιοι άνθρωποι από το Μπανγκλαντές, την Ακτή Ελεφαντοστού, την Αιθιοπία, την Γκάμπια, το Μάλι, τη Σενεγάλη, τη Σομαλία και τη Συρία, βυθίστηκε σε διεθνή ύδατα, ανοιχτά των λιβυκών ακτών. Πάνω από έναν χρόνο αργότερα, με κυβερνητική απόφαση, το ιταλικό ναυτικό κατόρθωσε να ανασύρει το ναυάγιο και να το αποθηκεύσει σε μια πρώην στρατιωτική βάση στο Μελίλλι της Σικελίας. Η ομάδα της κυρίας Καττάνεο ανέλαβε τότε την αποστολή να ταυτοποιήσει τα θύματα.

«Θυμάμαι τη σιωπή»

«Με το που φτάσαμε εκεί, αρχίσαμε να καταγράφουμε όλα τα λείψανα που είχαν ανασύρει οι πυροσβέστες», εξηγεί. Η δουλειά δεν ήταν εύκολη. «Ορισμένα σώματα βρίσκονταν σε προχωρημένη αποσύνθεση, άλλα είχαν ακρωτηριασμένα μέλη, ενώ χιλιάδες οστά και δόντια ήταν σκορπισμένα.» Έπρεπε επίσης να καταγραφούν τα εκατοντάδες αντικείμενα που βρέθηκαν –μικρά υφασμάτινα σακουλάκια με μια χούφτα χώμα από την πατρίδα, κάρτες αιμοδοσίας, κομπολόγια… – ορισμένα από τα οποία εκτίθενται σήμερα στο Πανεπιστημιακό Μουσείο Ανθρωπολογικών Επιστημών του Μιλάνου. «Θυμάμαι τη σιωπή που απλώθηκε στον χώρο όταν βρήκαμε έναν σχολικό έλεγχο ραμμένο στα ρούχα ενός αγοριού 14 ετών», συνεχίζει η κυρία Καττάνεο. «Ένας νεαρός Ερυθραίος που είχε παρατήσει τον στρατό είχε στην τσέπη του ένα γράμμα από τη μητέρα του: “Μην ανησυχείς, θα βρεις δουλειά σε μια άλλη χώρα”, έγραφε, “αλλά σε παρακαλώ, μην προσπαθήσεις να διασχίσεις τη θάλασσα.”»

Οι εργασίες της νεκροψίας, της λήψης δειγμάτων DNA και της καταγραφής των λειψάνων και των προσωπικών αντικειμένων διήρκεσαν τρεις μήνες. Στο υπόστεγο του Μελίλλι δούλευαν πλάι-πλάι φοιτητές ιατροδικαστικής απεσταλμένοι από πανεπιστήμια όλης της Ιταλίας, αστυνομικοί της δικαστικής αστυνομίας, πυροσβέστες και μέλη του ναυτικού. «Παρά την τραγωδία και την έντονη οσμή του θανάτου, επικρατούσε μια εξαιρετική ατμόσφαιρα συνεργασίας και γαλήνης», θυμάται ο νομάρχης Βιτόριο Πισιτέλλι, τότε επίτροπος της κυβέρνησης αρμόδιος για τους αγνοούμενους. «Η γαλήνη εκείνων που ξέρουν ότι αυτό που κάνουν είναι δίκαιο, γιατί προσφέρουν έναν αξιοπρεπή ενταφιασμό σε αυτούς τους νεκρούς και δίνουν απαντήσεις στις οικογένειές τους.»

Μετά το Μελίλλι, η αποστολή συνεχίζεται (μέχρι και σήμερα) στο εργαστήριο του Μιλάνου, αλλά και στις χώρες προέλευσης των θυμάτων, όπου ο Ερυθρός Σταυρός προσπαθεί να εντοπίσει τις οικογένειες προκειμένου να συγκεντρώσει πληροφορίες και υλικά χρήσιμα για την τελική ταυτοποίηση. «Μπορεί να είναι φωτογραφίες όπου τα δόντια ή άλλα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά διακρίνονται καθαρά ή ακόμη και τα προφίλ DNA των συγγενών», εξηγεί η Ροσέλλα Ντι Λιμπέρτο, συντονίστρια του ιταλικού γραφείου του προγράμματος της Διεθνούς Επιτροπής του Ερυθρού Σταυρού για την αναζήτηση αγνοουμένων συνεπεία πολέμου, μετανάστευσης ή φυσικής καταστροφής. «Όμως η δουλειά μας δεν περιορίζεται στη συμπλήρωση δελτίων με προθανάτιες πληροφορίες. Οι συνάδελφοί μας στηρίζουν τις οικογένειες που βιώνουν αυτό το “παγωμένο” πένθος σε όλες τους τις ανάγκες και σε όλη τους την ευαλωτότητα.» Τα εμπόδια δεν λείπουν, προσθέτει η κυρία Ντι Λιμπέρτο: «Ορισμένες κυβερνήσεις απαγορεύουν στο προσωπικό του Ερυθρού Σταυρού να συλλέγει δείγματα DNA, ενώ μερικές φορές οι οικογένειες είναι δύσκολο να εντοπιστούν λόγω συρράξεων ή επειδή μετακινούνται».

Παρά τα εμπόδια, η συνεργασία αρχίζει να αποδίδει καρπούς. «Μέχρι σήμερα έχουμε ταυτοποιήσει τριάντα τρία άτομα», αναφέρει η κυρία Καττάνεο. «Σκοπεύουμε να επιταχύνουμε τους επόμενους μήνες, καθώς ολοκληρώσαμε τη γενετική ανάλυση όλων των υπολοίπων και αρχίζουμε να λαμβάνουμε τα προφίλ DNA των οικογενειών που θεωρούνται συγγενείς, ώστε να γίνει η σύγκριση.» Στα λόγια της ιατροδικαστού, μαζί με την περηφάνια για την πρόοδο που έχει επιτευχθεί, διαφαίνεται και η πικρή διαπίστωση ότι το πρόγραμμα αφορά μόνο τρία μεγάλα ναυάγια –εκείνα της 3ης και της 11ης Οκτωβρίου 2013 και της 18ης Απριλίου 2015– και ότι δεν έχει λάβει καμία δημόσια χρηματοδότηση. «Είναι προσβολή για την αξιοπρέπεια των μεταναστών που πέθαναν στη θάλασσα. Η κυβέρνηση θα έπρεπε να αναλάβει αυτό το έργο για όλα τα ναυάγια.»

Απουσία βάσης δεδομένων

Στην Ιταλία υπάρχει πράγματι ένα πρωτόκολλο για τη διαχείριση των σορών που ανευρίσκονται και μια κυβερνητική βάση δεδομένων που διευκολύνει την ταυτοποίησή τους, αλλά τα θύματα της μετανάστευσης εξαιρούνται. Στη δική τους περίπτωση κυριαρχεί η αυθαιρεσία. «Ελλείψει σαφών διατάξεων, η συλλογή δειγμάτων DNA παραμένει στη διακριτική ευχέρεια των τοπικών φορέων», σημειώνει ο Ταρέκε Μπρχάνε, πρόεδρος του συλλόγου Comitato 3 ottobre, που δημιουργήθηκε μετά το ναυάγιο της 3ης Οκτωβρίου 2013. «Απαιτείται ένας ευρωπαϊκός κανονισμός που να υποχρεώνει τα κράτη-μέλη να αναλαμβάνουν με ανθρωπιστικό και σχολαστικό τρόπο τη φροντίδα των σορών των θυμάτων, να συλλέγουν συστηματικά όλα τα χρήσιμα στοιχεία για την ταυτοποίησή τους και να τα μοιράζονται σε μια κοινή βάση δεδομένων.» Τον Απρίλιο, με αφορμή τη δέκατη επέτειο από το ναυάγιο του 2015, ο σύλλογος παρουσίασε μια πρόταση προς αυτήν την κατεύθυνση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ωστόσο, η πορεία της αναμένεται μακρά και δύσκολη. «Πρόκειται για ζήτημα δικαιοσύνης, όχι μόνο για τους νεκρούς, αλλά και για τους ζωντανούς», υπογραμμίζει ο κύριος Μπρχάνε. «Όσο δεν υπάρχει πιστοποιητικό θανάτου, το ορφανό παιδί ή η χήρα δυσκολεύονται να βγάλουν διαβατήριο ή ακόμη και απλώς να ξαναχτίσουν τη ζωή τους.»

Paolo Valenti

Δημοσιογράφος
Μετάφραση: Βάλια Καϊμάκη

(1Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης (ΔΟΜ/IOM), Missing Migrants Project. Διεθνής Επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού (ΔΕΕΣ/ICRC), Counting the dead 2020-2021: A new report on the migrants dying on Europe’s borders, 6 Ιουνίου 2024.

Μοιραστείτε το άρθρο