el | fr | en | +
Accéder au menu

ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ευρώπη, η διαρκής συνθηκολόγηση

Σπάνια η ρητορική γύρω από το μεγαλείο της Ευρώπης, του φάρου της δημοκρατίας που πλήττεται από το κύμα του «λαϊκισμού» ήταν τόσο έντονη. Και σπάνια η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει υποστεί τόσα πλήγματα σε ζητήματα διπλωματίας, στρατηγικής και διεθνούς εμπορίου. Οι ηγέτες της Γηραιάς Ηπείρου, περισσότερο δεσμευμένοι στη σχέση με τις ΗΠΑ παρά στο συμφέρον των ευρωπαϊκών κοινωνιών, πολλαπλασιάζουν τις γονυκλισίες μπροστά στον Ντόναλντ Τραμπ.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση προωθήθηκε ως μέσο ενίσχυσης της Γηραιάς Ηπείρου απέναντι στις μεγάλες δυνάμεις, ιδιαίτερα τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ωστόσο, εδώ και παραπάνω από ένα τέταρτο του αιώνα μετά τη συνθήκη του Μάαστριχτ, έχει συμβεί το αντίθετο: η Ευρώπη βρίσκεται σήμερα πιο εξαρτημένη πολιτικά, οικονομικά και στρατιωτικά από την Ουάσιγκτον και επομένως πιο αδύναμη και λιγότερο αυτόνομη. Στα ζητήματα διεθνούς εμπορίου, ενέργειας, άμυνας ή εξωτερικής πολιτικής, οι ευρωπαϊκές χώρες, αυτά τα τελευταία χρόνια, ενήργησαν συστηματικά σε βάρος των ίδιων τους των συμφερόντων προκειμένου να προσκολληθούν στις αμερικανικές στρατηγικές προτεραιότητες.

Στις 27 Ιουλίου 2025, η ανακοίνωση της εμπορικής συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των ΗΠΑ, σύμφωνα με την οποία τα αμερικανικά προϊόντα θα εισέρχονται ελεύθερα στην Ευρώπη, ενώ οι ευρωπαϊκές εξαγωγές προς την Αμερική θα υπόκεινται σε οριζόντιους δασμούς 15%, το αποδεικνύει σχεδόν με όρους γελοιογραφίας. Αυτή η συνθηκολόγηση συνοδεύεται από την υπόσχεση της Ευρωπαϊκής Ένωσης για αγορές αμερικανικών υδρογονανθράκων ύψους 700 δισεκατομμυρίων ευρώ και για επενδύσεις 550 δισεκατομμυρίων ευρώ σε αμερικανικό έδαφος. Ο Έλληνας οικονομολόγος Γιάνης Βαρουφάκης βλέπει τη συμφωνία ως την ευρωπαϊκή εκδοχή της συνθήκης του Νανκίν του 1842 (1). Η συνθήκη αυτή, η πρώτη μιας σειράς «λεόντειων συμφωνιών» που επέβαλαν στην Κίνα οι δυτικές δυνάμεις, εκχωρούσε σημαντικά προνόμια στο Ηνωμένο Βασίλειο και σηματοδοτούσε την έναρξη του «αιώνα της ταπείνωσης». Όμως, «σε αντίθεση με την Κίνα του 1842, η Ευρωπαϊκή Ένωση επέλεξε την ταπείνωση οικειοθελώς» και όχι μετά από κάποια συντριπτική στρατιωτική ήττα, συνεχίζει ο Έλληνας πρώην υπουργός Οικονομίας.

Οι εικόνες της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν να μεταβαίνει στις 27 Ιουλίου στο γήπεδο γκολφ του Τραμπ στη Σκωτία για να ακούσει τον Αμερικανό πρόεδρο να κατακεραυνώνει την αιολική ενέργεια, και στη συνέχεια να ανακοινώνει τιμωρητικά εμπορικά μέτρα, έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τη μεγαλοπρεπή υποδοχή που επεφύλαξε στον Βλαντίμιρ Πούτιν στο Άνκορατζ της Αλάσκας μερικές εβδομάδες αργότερα. Τα στιγμιότυπα της Σκωτίας προκαλούν απορία, πολύ περισσότερο αφού η Ευρώπη είχε σοβαρά χαρτιά να παίξει σε μια ενδεχόμενη διελκυστίνδα με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η αδυναμία ως βούληση

Στο διπλωματικό πεδίο, η Γηραιά Ήπειρος κινείται μεταξύ υποβιβασμού και περιθωριοποίησης. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες, έχοντας περιοριστεί στους προθαλάμους των εξελίξεων και σε δεύτερους ρόλους μετά τη «Σύνοδο Κορυφής για την Ειρήνη» της Αλάσκα, αρκούνται να ικετεύουν για κάποια ψήγματα πληροφόρησης και να κολακεύουν ασύστολα τον ένοικο του Λευκού Οίκου: «Πασχίζουν να μην φανούν ξεπερασμένοι», κοροϊδεύει η Washington Post (10 Αυγούστου 2025), την ώρα που οι διαπραγματεύσεις αφορούν το μέλλον της δικής τους ηπείρου.

«Τον καλύτερο ιστορικό παραλληλισμό δεν τον βρίσκεις στην Ευρώπη, αλλά, κατά ειρωνική σύμπτωση, στις αυτοκρατορικές πρακτικές τις οποίες η Ευρώπη κάποτε εφάρμοζε απέναντι σε πιο αδύναμα κράτη», εξηγεί ο Γάλλος επιχειρηματίας και γεωπολιτικός αναλυτής Αρνό Μπερτράν (2). Δύο ημέρες αφότου ο Τραμπ εγκατέλειψε την κατάπαυση του πυρός ως προαπαιτούμενο για τις ειρηνευτικές συνομιλίες σχετικά με το ουκρανικό ζήτημα, ευθυγραμμιζόμενος έτσι με την προτίμηση της Ρωσίας για μια συνολική συνθήκη ειρήνης, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκανε με τη σειρά της στροφή 180 μοιρών. «Είτε το αποκαλέσουμε κατάπαυση του πυρός είτε ειρηνευτική συμφωνία, πρέπει να τερματιστεί η αιματοχυσία», δήλωνε στις 17 Αυγούστου, ενώ μέχρι τότε υπερασπιζόταν την αντίθετη άποψη.

Όπως στην περίπτωση της τελωνειακής συμφωνίας, η Ευρώπη έστρωσε η ίδια την οδό του μαρτυρίου της. Οι εκπρόσωποί της διαδοχικά ακολούθησαν την αμερικανική στρατηγική αποσταθεροποίησης της Ρωσίας, υποστήριξαν θερμά μετά το 2022 τον πόλεμο δι’ αντιπροσώπων του ΝΑΤΟ, υπονόμευσαν τις εθνικές οικονομίες τους στερώντας τους το φθηνό ρωσικό φυσικό αέριο και στη συνέχεια επιχείρησαν να βραχυκυκλώσουν τις ειρηνευτικές πρωτοβουλίες του Τραμπ, δίνοντας στο Κίεβο υποσχέσεις για απεριόριστη οικονομική και στρατιωτική βοήθεια. Με τον τρόπο αυτό, δεν έθεταν απλώς σε κίνδυνο τα θεμελιώδη οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντά τους: έχοντας αποξενωθεί ταυτόχρονα από Μόσχα και Ουάσιγκτον, αυτοαποκλείονταν στην πράξη από οποιονδήποτε σημαντικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις.

Παρ’ όλο που οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης επικαλούνται συχνά τους διατλαντικούς δεσμούς για να δικαιολογήσουν τη στάση τους, τα κοινά συμφέροντα στις δύο πλευρές του Ατλαντικού δεν είναι τόσο εύκολο να εντοπιστούν. Μπορεί μάλιστα κάποιος να υποθέσει ότι η Ουάσιγκτον, παρατείνοντας τη διάρκεια του πολέμου στην Ουκρανία, δεν φιλοδοξούσε απλώς να αποδυναμώσει ή να «ματώσει» τη Ρωσία, αλλά ταυτόχρονα να υπονομεύσει την Ευρώπη, διαλύοντας τους οικονομικούς και στρατηγικούς δεσμούς που η Γηραιά Ήπειρος –και ειδικά η Γερμανία– διατηρούσε με τη Ρωσία.

Ο στόχος αυτός επιτεύχθηκε με δύο τρόπους. Καταρχάς, με την επανεκκίνηση και την επέκταση του ΝΑΤΟ, ενός θεσμού ντε φάκτο ελεγχόμενου από τις ΗΠΑ, του οποίου η βασική λειτουργία πάντοτε υπήρξε η διασφάλιση της στρατηγικής υποταγής της Ευρώπης στην Ουάσιγκτον. Στη συνέχεια, την εξώθηση της Ευρώπης σε μια μακροπρόθεσμη εξάρτηση από τις αμερικανικές εξαγωγές ενέργειας, όπως δείχνει η δολιοφθορά στον αγωγό φυσικού αερίου Nord Stream, επιχείρηση που εκτέλεσαν είτε άμεσα οι Ηνωμένες Πολιτείες είτε συμμαχικές τους χώρες (3). Η σιωπή της Γερμανίας και των κυβερνήσεων των γειτονικών χωρών γύρω από τη χειρότερη επίθεση σε βιομηχανικές υποδομές στην ιστορία της Ευρώπης, η ενδεχόμενη συνενοχή τους στη συγκάλυψή της και η επίμονη άρνησή τους να ξανατεθεί σε λειτουργία ο αγωγός πιστοποιούν την οικειοθελή υποτέλειά τους.

Από τη σκοπιά αυτή, οι επιπτώσεις του πολέμου στην Ουκρανία μπορούν να ερμηνευτούν ως στρατηγικός θρίαμβος για την Ουάσιγκτον σε βάρος μιας Ευρωπαϊκής Ένωσης της οποίας η δυτική πτέρυγα, με πρώτη τη Γερμανία, παραπαίει μεταξύ στασιμότητας και ύφεσης. Η διάβρωση της ευρωπαϊκής βιομηχανικής βάσης ανοίγει τον δρόμο για τον οικονομικό κανιβαλισμό της Γηραιάς Ηπείρου από το αμερικανικό κεφάλαιο, με πρωτοπόρους γίγαντες όπως η BlackRock και άλλες θηριώδεις επενδυτικές εταιρείες. Όπως γράφει ο Γάλλος δημογράφος Εμμανουέλ Τοντ στο βιβλίο του La Défaite de l’ Occident («Η ήττα της Δύσης»): «Στο μέτρο που η εξουσία του μειώνεται σε παγκόσμιο επίπεδο, το αμερικανικό σύστημα καταλήγει να επιβάλλεται όλο και περισσότερο στα προτεκτοράτα του, που απομένουν ως τελευταία οχυρά της εξουσίας του». Η τελωνειακή συμφωνία μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και ΗΠΑ, ορισμένες πτυχές της οποίας μοιάζουν με αποικιακό φόρο υποτέλειας μεταμφιεσμένο σε «επενδύσεις», φέρνει σε κοινή θέα αυτή την πραγματικότητα.

Ο μεγάλος επανεξοπλισμός που επιχειρεί η Ευρωπαϊκή Ένωση, εξίσου εμβληματικός όσον αφορά την ευρωπαϊκή υποταγή, μεταφράζεται πρώτα απ’ όλα στην επίσημη δέσμευση να ικανοποιηθεί η αξίωση του Τραμπ όλα τα κράτη-μέλη να συνεισφέρουν στη Βορειοατλαντική Συμμαχία κονδύλια ύψους όχι πια 2%, αλλά 5% του ΑΕΠ τους. Ενώ παρουσιάζεται ως βήμα προς τη «στρατηγική αυτονομία» της Ευρώπης, αυτή η ενίσχυση του ευρωπαϊκού βραχίονα του ΝΑΤΟ όχι μόνο δεν σηματοδοτεί κάποια ρήξη με τη σημερινή τάξη πραγμάτων, αλλά «τείνει να εμπεδώσει τη δομική υποταγή της ευρωπαϊκής ηπείρου στην αμερικανική ισχύ», όπως έγραψαν πρόσφατα αρκετοί διανοούμενοι πρώτης γραμμής της ισπανικής Αριστεράς (4).

Εδώ και δύο σχεδόν χρόνια, οι Βρυξέλλες δεν εξέφρασαν την παραμικρή επιφύλαξη για τη στρατιωτική, πολιτική, διπλωματική και οικονομική συνεργασία της Ουάσιγκτον στη γενοκτονία που εκτυλίσσεται στη Γάζα και ανανεώνουν τακτικά την υποστήριξή τους στο Ισραήλ. Η θέση αυτή αποκαλύπτει τη διγλωσσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η αντίθεση σε σχέση με την αντίδρασή της στη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία δεν θα μπορούσε να είναι πιο χτυπητή. Η στάση αυτή επίσης ροκανίζει τη λίγη ηθική αξιοπιστία που διέθετε ακόμη η Ευρωπαϊκή Ένωση στη διεθνή σκηνή και την απομονώνει ακόμη περισσότερο από τον υπόλοιπο κόσμο. Βλέποντας την αντιπροσωπεία των Ευρωπαίων ηγετών που προσέτρεξαν στην Ουάσιγκτον τη Δευτέρα 18 Αυγούστου 2025 για να επαναβεβαιώσουν την υποστήριξή τους στον Ουκρανό πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι, μπορεί άραγε κάποιος να φανταστεί τους ίδιους ηγέτες να σπεύδουν στον Λευκό Οίκο για να υποστηρίξουν τα δίκαια του παλαιστινιακού λαού που βιώνει τη σφαγή και τον λιμό, και, μάλιστα, όχι από έναν στρατηγικό αντίπαλο της Δύσης, αλλά από μία συμμαχική χώρα, το Ισραήλ;

Πώς φτάσαμε ώς εδώ; Προφανώς, πολλοί παράγοντες χρειάζεται να ληφθούν υπόψη, αλλά ένας ξεχωρίζει: η τεράστια επιρροή που ασκεί η Ουάσιγκτον στην Ευρώπη μετά το τέλος του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, κυρίως μέσω του δικτύου διατλαντικών θεσμών που υφάνθηκε στο εσωτερικό των κρατών της Δυτικής Ευρώπης και, ιδιαίτερα, στο εσωτερικό των μηχανισμών ασφαλείας και των μυστικών υπηρεσιών. Αλλά η υποταγή της Γηραιάς Ηπείρου οφείλεται επίσης στην αδιάκοπη υπονόμευση στην οποία αποδύεται η Ουάσιγκτον προκειμένου να αποτρέψει το ενδεχόμενο η Ευρώπη να αποκτήσει ανεξάρτητη στρατιωτική ισχύ. Η προσέγγιση αυτή επαληθεύτηκε το 2005 από τον Ρόμπερτ Κάπλαν, δημοσιογράφο με επιρροή και διανοούμενο με ειδίκευση στα ζητήματα άμυνας: «Το ΝΑΤΟ δεν μπορεί να συνυπάρξει με έναν αυτόνομο ευρωπαϊκό αμυντικό μηχανισμό. Το ένα θα πρέπει να επικρατήσει επί του άλλου και εμείς πρέπει να ενεργήσουμε έτσι ώστε να επικρατήσει το ΝΑΤΟ» (5).

Η πολιτιστική ηγεμονία προσφέρει μια τρίτη εξήγηση: μετά από 70 χρόνια ευρωπαϊκής οικοδόμησης, η επιρροή του αμερικανικού κατεστημένου στην ευρωπαϊκή δημόσια ρητορική επισκιάζει την αντίστοιχη επιρροή οποιουδήποτε κράτους-μέλους. Τα αγγλικά παραμένουν η lingua franca της Ευρωπαϊκής Ένωσης και όλα τα μεγάλα αγγλόφωνα μέσα ενημέρωσης –τα περισσότερα με έδρα τις ΗΠΑ ή το Ηνωμένο Βασίλειο– ακολουθούν έντονα φιλοαμερικανική γραμμή. Τέλος, το διατλαντικό οικοσύστημα διανόησης αρθρώνεται γύρω από δεξαμενές σκέψης όπως το German Marshall Fund, η Τριμερής Επιτροπή, το Council on Foreign Relations και το Aspen Institute. Όλες τους συνδέονται με τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες.

Ανατριχιαστική δουλικότητα

Με τη συνδυαστική επίδραση των παραγόντων αυτών, η Ευρώπη έχει καταστεί πρακτικά ανίκανη να στοχαστεί –και ακόμη λιγότερο να δράσει– σύμφωνα με τα δικά της συμφέροντα. Οι ηγέτες της έχουν εσωτερικεύσει τόσο βαθιά την υποταγή τους ώστε γεμίζουν τον εκμεταλλευτή τους με κολακείες, όπως ο Ολλανδός πρώην πρωθυπουργός και σημερινός γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε, ο οποίος, στο πλαίσιο της προετοιμασίας της Συνόδου Κορυφής της Ατλαντικής Συμμαχίας στη Χάγη, έστειλε στον Τραμπ ένα μήνυμα ανατριχιαστικής δουλικότητας, πριν τον αποκαλέσει «Daddy».

Θα αντιτείνει κάποιος ότι τα στοιχεία αυτά είναι γνωστά και έχουν συζητηθεί εδώ και πολύ καιρό, ειδικά στους κύκλους της ευρωπαϊκής Αριστεράς. Ένα άλλο στοιχείο όμως παραμένει σε μεγάλο βαθμό άγνωστο, ιδιαίτερα στους κύκλους αυτούς: ο ρόλος που παίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση στην ενίσχυση της ίδιας της τής υποταγής. Σε αντίθεση με την κυρίαρχη αντίληψη μιας Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΟΚ), η οποία εκ προοιμίου είχε σχεδιαστεί ως αντίβαρο στην αμερικανική υπερδύναμη, η ευρωπαϊκή ενοποίηση υποστηρίχθηκε και προωθήθηκε από την Ουάσιγκτον ως ανάχωμα απέναντι στη Σοβιετική Ένωση κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου (6).

Πράγματι, το τεχνοκρατικό κατεστημένο των Βρυξελλών υπήρξε πάντοτε πιο στενά συνδεδεμένο με τις Ηνωμένες Πολιτείες από ό,τι οι κυβερνήσεις των κρατών-μελών. Και η αυξανόμενη συγκέντρωση εξουσιών από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης οξύνει την τάση αυτή. Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, οι Βρυξέλλες αξιοποίησαν τις διαδοχικές κρίσεις (δημόσια οικονομικά, κρίση χρέους, μεταναστευτικό, τρομοκρατία, ασφάλεια, Covid, πόλεμος στην Ουκρανία) προκειμένου να διευρύνουν, με ριζικό αλλά διακριτικό τρόπο, τις αρμοδιότητές τους σε πεδία όπου προηγουμένως είχαν δικαιοδοσία οι εθνικές κυβερνήσεις. Ανεπαίσθητα, με όχημα την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Ευρωπαϊκή Ένωση αποκτά τα χαρακτηριστικά μιας σχεδόν κυρίαρχης εξουσίας και την ικανότητα να επιβάλλει τις προτεραιότητές της έναντι των δημοκρατικών προσδοκιών των ευρωπαϊκών λαών.

Έτσι, η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν –που αποκαλείται «η Αμερικανίδα πρόεδρος της Ευρώπης» (7)– εκμεταλλεύτηκε πρόσφατα την κρίση στην Ουκρανία για να προωθήσει την άσκηση της εξωτερικής πολιτικής σε υπερεθνικό επίπεδο (παρ’ όλο που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν έχει καμία επίσημη δικαιοδοσία στο συγκεκριμένο πεδίο), σε βάρος των θεμελιωδών συμφερόντων της Ευρώπης. Μπορεί όμως να γίνεται λόγος για «κοινά συμφέροντα» των κρατών-μελών; 35 χρόνια μετά το Μάαστριχτ, η Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει διχασμένη στη βάση οικονομικών, διπλωματικών και πολιτιστικών διαχωριστικών γραμμών. Στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής, οι διαφορές αυτές οξύνονται μετά την ένταξη των χωρών της Βαλτικής και της Κεντρικής Ευρώπης, που είναι παραδοσιακά φιλοαμερικανικές. Έναν χρόνο πριν από την ταυτόχρονη ένταξή τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ΝΑΤΟ το 2004, οι χώρες αυτές υποστήριζαν την παράνομη εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ, ενώ στη συνέχεια έστειλαν και στρατεύματα. Από τη στιγμή που η «σύνθεση» συμφερόντων είναι αδύνατη, επικρατούν οι προτεραιότητες των κυρίαρχων κρατών και των υπερεθνικών τεχνοκρατικών ελίτ.

Η κρίση χρέους του 2009-2012 έδειξε πώς το άκαμπτο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης κάτω από τη γερμανική ηγεμονία διάβρωνε τη δυνατότητα των κρατών-μελών να ενεργήσουν σύμφωνα με τις οικονομικές ανάγκες τους και τις δημοκρατικές προσδοκίες. Η διαπίστωση ισχύει ακόμη περισσότερο σήμερα. Είναι γνωστό: η συνήθης απάντηση αποδίδει όλα τα προβλήματα στην ανεπαρκή μεταβίβαση κρατικής κυριαρχίας στις Βρυξέλλες. Όμως, η Ευρώπη δεν υποφέρει από έλλειψη ενοποίησης, αλλά από τον τρόπο που έχει επιλεγεί για την ενοποίησή της. Προκειμένου να αποφύγει τον δικό της «αιώνα της ταπείνωσης», η Ευρώπη θα πρέπει να αντιμετωπίσει και να υπερβεί τη βαθύτερη αιτία του προβλήματος: την ίδια τη διαχρονική λογική των ηγεσιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που την έχει εμπλέξει σε έναν όλο και πιο εξαναγκαστικό φεντεραλισμό.

Thomas Fazi

Δημοσιογράφος
Μετάφραση: Χάρης Λογοθέτης

(1Yánis Varoufákis,Europe’s century of humiliation: Trump has outwitted von der Leyen, UnHerd, 9 Αυγούστου 2025.

(2Arnaud Bertrand, Not at the table: Europe’s colonial moment, Arnaud Bertrand Substack, 10 Αυγούστου 2025.

(3Βλ. Fabian Scheidler, «Nord Stream, trois scénarios pour un attentat», Le Monde diplomatique, Οκτώβριος 2024.

(4Héctor Illueca, Augusto Zamora R., Antonio Fernández, Manolo Monereo, Salvar a Europa de la Unión Europea, Público, 16 Ιουνίου 2025.

(5Robert D. Kaplan, «How we would fight China?», The Atlantic, Ουάσιγκτον, Ιούνιος 2005.

(6Βλ. François Denord και Antoine Schwartz, «Dès les années 1950, un parfum d’oligarchie», Le Monde diplomatique, Ιούνιος 2009.

(7Suzanne Lynch και Ilya Gridneff, Europe’s American president: The paradox of Ursula von der Leyen, Politico.eu, 6 Οκτωβρίου 2022.

Μοιραστείτε το άρθρο