Οι διαπραγματεύσεις και οι μυστικές διαβουλεύσεις ανέκαθεν αποτελούσαν μέρος της τέχνης του πολέμου, δεν τελειώνουν όμως όλοι οι πόλεμοι με μια συνθήκη ειρήνης (1). Μια «τεχνική συμφωνία κατάπαυσης του πυρός» ήταν που έθεσε τέλος, στις 9 Ιουνίου 1999, στον πόλεμο στο Κόσοβο και στους αεροπορικούς βομβαρδισμούς της Συμμαχίας. Οι διαπραγματεύσεις είχαν γίνει σε ένα στρατόπεδο στο Κουμάνοβο της Βόρειας Μακεδονίας και την υπέγραψαν εκεί ο Βρετανός στρατηγός Μάικλ Τζάκσον εκ μέρους του ΝΑΤΟ και οι στρατηγοί Σβέτοζαρ Μαριάνοβιτς και Όμπραντ Στεβανόβιτς εκ μέρους της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας.
Η συμφωνία προέβλεπε την παύση των εχθροπραξιών, την ανάπτυξη της ειρηνευτικής δύναμης KFOR από το ΝΑΤΟ, την απόσυρση των γιουγκοσλαβικών δυνάμεων, τον καθορισμό μιας ζώνης ασφαλείας πέντε χιλιομέτρων γύρω από τα χερσαία σύνορα της επαρχίας και μιας εναέριας ζώνης ασφαλείας, καθώς και την ανάπτυξη πολιτικού προσωπικού και δυνάμεων ασφαλείας του ΟΗΕ –δεν ανέφερε όμως τίποτα σχετικά με το καθεστώς της εδαφικής επικράτειας του Κοσόβου. Το ψήφισμα 1244 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, που υιοθετήθηκε την επόμενη ημέρα, επικύρωσε την κατάπαυση του πυρός, επιβεβαιώνοντας εκ νέου την αρχή της ακεραιότητας και της εδαφικής κυριαρχίας της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας, προβλέποντας ταυτόχρονα την ανάπτυξη μιας Αποστολής των Ηνωμένων Εθνών για την Προσωρινή Διοίκηση στο Κόσοβο (UNMIK).
Η κατάπαυση πυρός του Κουμάνοβο ήταν μια συμβιβαστική λύση: αποσπούσε το Κόσοβο από τη γιουγκοσλαβική διακυβέρνηση, ενώ ταυτόχρονα εγγυόταν την εθνική κυριαρχία της Γιουγκοσλαβίας στα εδάφη του. Αυτή η αντίφαση συνεχίζει να υπονομεύει το μέλλον της μικρής βαλκανικής χώρας: το 2008 ανακήρυξε την ανεξαρτησία της, το Βελιγράδι όμως αρνείται να την αναγνωρίσει, επικαλούμενο το ψήφισμα 1244, που εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ όσο δεν ανακαλείται από άλλο ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας. Ο διακανονισμός δεν στερούνταν πλεονεκτημάτων για το Βελιγράδι. Το ΝΑΤΟ είχε καταλήξει σε αυτή τη λύση μετά από βομβαρδισμούς διάρκειας 78 ημερών που δεν είχαν κάμψει σημαντικά τις αμυντικές ικανότητες της Γιουγκοσλαβίας. Η Ατλαντική Συμμαχία απέκλειε το ενδεχόμενο μιας χερσαίας επίθεσης, καθώς θα είχε υψηλό κόστος σε ανθρώπινες ζωές.
Πριν από την εκστρατεία των αεροπορικών βομβαρδισμών του ΝΑΤΟ, τον Φεβρουάριο του 1999, οι επίσημες αντιπροσωπείες της Σερβίας και των Αλβανών του Κοσόβου είχαν «κλειδωθεί» κεκλεισμένων των θυρών στο κάστρο του Ραμπουγιέ. Όμως, δεν επρόκειτο για πραγματική διαπραγμάτευση: οι δύο πλευρές έπρεπε να δεχτούν ένα κανονιστικό πλαίσιο επεξεργασμένο από τους Δυτικούς, κάτι που η Σερβία αρνήθηκε, προσφέροντας το πρόσχημα για τους βομβαρδισμούς. Οι ισχυροί έχουν πάντα την αυταπάτη ότι, για την επίλυση των περίπλοκων διαφορών, αρκεί να συνεννοηθούν μεταξύ τους, μακριά από την οχλοβοή του πλήθους, το βλέμμα των μέσων ενημέρωσης και την εποπτεία των εκλεγμένων εκπροσώπων των πολιτών. Η πολυτελής απομόνωση σε ένα κάστρο ή σε μια κυνηγετική έπαυλη, με συζητήσεις γύρω από το τζάκι, με ένα ποτήρι παλαιωμένου οινοπνευματώδους στο χέρι: γι’ αυτούς, τέτοιο θα ήταν το ιδανικό περιβάλλον για τη διευθέτηση των προβλημάτων του κόσμου.
Οι μυστικές συναντήσεις σημάδεψαν τα δέκα χρόνια πολέμου που κατασκόρπισε τα Βαλκάνια. Τα ιπποφορβεία του Καρατζόρτζεβο στην Βοϊβοδίνα, στην καρδιά μιας έκτασης 5.000 στρεμμάτων, γεμάτης με δάση και μικρές λίμνες, αποτελούσαν έναν από τους αγαπημένους τόπους του βασιλιά Αλεξάνδρου Α΄ της Γιουγκοσλαβίας, ενώ σε αυτά διέμενε με τη σειρά του και ο Γιόσιπ Μπροζ, γνωστός ως Τίτο, μέγας κυνηγός. Και εκεί, στις 25 Μαρτίου του 1995, ο Σέρβος πρόεδρος Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς συνάντησε τον Κροάτη ομόλογό του Φράνιο Τούτζμαν. Ο Χερβόγιε Σάρινιτς, σύμβουλος του Κροάτη προέδρου, ανέκαθεν διαβεβαίωνε ότι τότε δεν είχε συναφθεί καμία συμφωνία. Όμως, όσο κι αν δεν διατυπώθηκε γραπτώς, όντως εξετάστηκε από τους δύο άνδρες το ενδεχόμενο του διαμελισμού της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης μεταξύ της Κροατίας και της Σερβίας, αφήνοντας μονάχα «μια ακρίτσα Βοσνίας για τους Μουσουλμάνους», σύμφωνα με τη διατύπωση του Τούτζμαν.
Κάθε περιφέρεια σε μία κοινότητα
Τον Νοέμβριο του 1991, η επιτροπή διαιτησίας της Διάσκεψης για την Ειρήνη στη Γιουγκοσλαβία, με πρόεδρο τον διαπρεπή Γάλλο νομικό Ρομπέρ Μπαντεντέρ, αποφάσισε ότι τα όρια των πρώην ομόσπονδων γιουγκοσλαβικών δημοκρατιών μπορούσαν να αποτελέσουν τα διεθνή σύνορα –και όχι τα όρια κατώτερων διοικητικών υποδιαιρέσεων (όπως επαρχίες ή αυτόνομες περιφέρειες). Ωστόσο, η ιδέα της διαπραγμάτευσης και της εγγύησης της ειρήνης μέσω μιας «εθνοτικής» κοπτοραπτικής των εδαφών στη συνέχεια κατέστη κυρίαρχο μοτίβο.
Το πρώτο σχέδιο ειρήνης καταρτίστηκε από δύο διπλωμάτες, τον Βρετανό Πίτερ Κάριγκτον και τον Πορτογάλο Ζοζέ Κουτιλέιρο, πριν η Βοσνία-Ερζεγοβίνη βυθιστεί στα δεινά του πολέμου, και παρουσιάστηκε τον Φεβρουάριο του 1992. Προέβλεπε την διαίρεση της χώρας σε «περιφέρειες» –μουσουλμανική, κροατική και σερβική– στις οποίες θα ανατίθενταν οι σημαντικότερες διοικητικές αρμοδιότητες. Κάθε περιφέρεια θα έπρεπε να «αποδοθεί» σε μία κοινότητα, ακόμα κι αν διέθετε μονάχα τη σχετική πλειοψηφία σε αυτήν. Τον Ιανουάριο του 1993 ένα νέο σχέδιο παρουσιάστηκε από τον Βρετανό διπλωμάτη Ντέιβιντ Όουεν και τον πρώην Αμερικανό διπλωμάτη Σάιρους Βανς, εντεταλμένους από τον ΟΗΕ. Διαιρούσε τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη σε δέκα ημιαυτόνομα καντόνια, πάντα καθορισμένα σε εθνοτική βάση. Στις 30 Ιουλίου, μια νέα εκδοχή του σχεδίου εξέταζε ακόμα και τη δημιουργία τριών ανεξάρτητων δημοκρατιών (2).
Το 1994, οι Αμερικανοί και οι Ρώσοι ενεπλάκησαν πιο άμεσα στις διαπραγματεύσεις. Οι πρώτοι έκαναν μια «προσφορά» στην κυβέρνηση του Ζάγκρεμπ: να πείσει τις κροατικές παραστρατιωτικές δυνάμεις της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, που είχαν εμπλακεί σε συγκρούσεις με τις βοσνιακές δυνάμεις πολλαπλασιάζοντας τις βιαιοπραγίες και τα εγκλήματα πολέμου, να συνάψουν συμφωνία με το Σαράγεβο. Σε αντάλλαγμα, οι ΗΠΑ θα βοηθούσαν το Ζάγκρεμπ να ανακτήσει τις περιοχές της Κροατίας που εξακολουθούσαν να βρίσκονται υπό την κατοχή των σερβικών αποσχιστικών δυνάμεων. Η συμφωνία της Ουάσιγκτον, που συνήφθη στις 18 Μαρτίου, δημιουργούσε την Κροατοβοσνιακή Ομοσπονδία της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, την πρώτη βαθμίδα της συμφωνίας που προέκυψε ενάμισι χρόνο αργότερα στο Ντέιτον του Οχάιο. Η νέα «ομάδα επαφής», που περιλάμβανε τη Γερμανία, τη Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο, τις ΗΠΑ και τη Ρωσία, πρότεινε μια κατανομή που θα πρόσφερε το 49% της επικράτειας της χώρας στη Σερβική Δημοκρατία της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης και το 51% στη Κροατοβοσνιακή Ομοσπονδία της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης. Αυτή η αναλογία υιοθετήθηκε και στις διαπραγματεύσεις που διεξήχθησαν τον Νοέμβριο του 1995 στη στρατιωτική βάση του Ντέιτον. Η συνθήκη ειρήνης που προέκυψε από αυτές τις διαπραγματεύσεις υπογράφηκε στις 14 Δεκεμβρίου στο Παρίσι.
Η συγκεκριμένη συμφωνία συχνά παρουσιάζεται ως ένα κατ’ εξοχήν παράδειγμα «κακής ειρήνης», επειδή φέρεται να έκανε υπερβολικά πολλές παραχωρήσεις στη σερβική πλευρά, τη στιγμή που οι κροατοβοσνιακές δυνάμεις, εξοπλισμένες από τους Δυτικούς, θεωρητικά θα ήταν σε θέση να «απελευθερώσουν» ολόκληρη τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Είναι, όμως, σημαντικό να παρακολουθήσουμε τον τρόπο με τον οποίο εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα.
Στις 11 Ιουλίου, οι μονάδες του στρατηγού Ράτκο Μλάντιτς εισέβαλαν στον βοσνιακό θύλακα της Σρεμπρένιτσα και προέβησαν στην εκτέλεση περισσότερων από 8.000 ανδρών, στη μοναδική σφαγή των πολέμων της Γιουγκοσλαβίας που αναγνωρίστηκε ως γενοκτονική από μια σειρά αποφάσεων με το ίδιο σκεπτικό, τόσο του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου για την Πρώην Γιουγκοσλαβία (ICTY) όσο και του Διεθνούς Δικαστηρίου (ICJ). Η Σρεμπρένιτσα, στο ανατολικό τμήμα της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, κοντά στα σύνορα με τη Σερβία, «ενοχλούσε» όσους ήθελαν να θεμελιώσουν την ειρήνη πάνω στη δημιουργία ομοιογενών εδαφικών οντοτήτων. Ωστόσο, εξακολουθούμε να αγνοούμε τόσο τους λόγους της επίθεσης που εξαπέλυσαν οι σερβικές δυνάμεις όσο και το περιεχόμενο των μυστικών διαπραγματεύσεων που ενδεχομένως είχαν προηγηθεί.
Στις 4 Αυγούστου του 1995, με το πράσινο φως των Αμερικανών, ο κροατικός στρατός εξαπέλυσε μια εκστρατεία κεραυνοβόλου πολέμου, την «επιχείρηση Θύελλα», η οποία του επέτρεψε να ανακτήσει ολόκληρη την περιοχή της Κράινα και της πρωτεύουσάς της Κνιν, που βρισκόταν επί τέσσερα χρόνια υπό την κατοχή των σερβικών αποσχιστικών δυνάμεων. Ούτε το Βελιγράδι ούτε οι τοπικές αρχές, πιθανώς σκόπιμα παραπλανημένοι εκ των προτέρων, επιχείρησαν να προβάλουν την παραμικρή αντίσταση, ωστόσο η επιχείρηση συνοδεύτηκε από πλήθος βιαιοπραγιών και οδήγησε 200.000 άμαχους να εγκαταλείψουν τον τόπο τους.
Επί μερικές εβδομάδες, οι βοσνιακές και κροατικές δυνάμεις συνέχισαν την ανακατάκτηση της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, όμως οι δυτικές χώρες θέλησαν να αποτρέψουν την επανάληψη του σεναρίου που είχε γίνει αποδεκτό στην Κράινα και το ενδεχόμενο να αδειάσει η χώρα από τον σερβικό πληθυσμό της. Είναι βέβαιο ότι είχαν τεθεί κόκκινες γραμμές πριν από την έναρξη των στρατιωτικών γεγονότων του καλοκαιριού του 1995.
Σήμερα, το παράδειγμα του Ντέιτον μερικές φορές αναφέρεται για να εξηγηθεί ότι καμία ειρήνη δεν θα μπορούσε να είναι βιώσιμη στην Ουκρανία χωρίς την «πλήρη» στρατιωτική ήττα της Ρωσίας. Πέρα από το γεγονός ότι είναι παρακινδυνευμένη η σύγκριση ανάμεσα στην Σερβία και σε μια πυρηνική δύναμη όπως η Ρωσία, αυτή η προσέγγιση αναγνωρίζει ως μοναδικό κανόνα των διεθνών σχέσεων τη συντριβή της μίας πλευράς από την άλλη ή, αλλιώς, μετατρέπει την αλλαγή καθεστώτος στη Ρωσία σε προϋπόθεση για οποιαδήποτε ειρηνευτική συμφωνία. Αντίθετα, μια «καλή ειρήνη» οφείλει να εγγυάται την αποτελεσματική διακοπή των εχθροπραξιών, αλλά και να επιτρέπει το άνοιγμα του δρόμου σε μια δυναμική συμφιλίωσης, όχι σε έναν κύκλο εκδίκησης και εχθροπάθειας. Ακόμα και ελαχίστως δημοκρατικά καθεστώτα μπορεί να ενδιαφερθούν για τα πλεονεκτήματα μιας «καλής ειρήνης» τέτοιου τύπου. Η αλλαγή καθεστώτος μερικές φορές έχει περισσότερες πιθανότητες να επέλθει μέσα από τη δυναμική της ειρηνευτικής διαδικασίας παρά αν έχει οριστεί ως προαπαιτούμενο για οποιαδήποτε συμφωνία.
Το μεγαλύτερο ελάττωμα των συμφωνιών του Ντέιτον και του Παρισιού δεν ήταν ότι ευνόησαν υπερβολικά τη μία πλευρά, στη συγκεκριμένη περίπτωση τη σερβική, αλλά ότι όρισαν ως «εγγυητές» της ειρήνης τούς υπεύθυνους για τον πόλεμο, οι οποίοι είχαν κάθε συμφέρον να διατηρηθούν οι ισχυρές εντάσεις: την Κροατία και τη Σερβία, αλλά επίσης και τις εθνοτικές-εθνικιστικές παρατάξεις που ισχυρίζονταν ότι εκπροσωπούσαν τις τρεις εθνικές κοινότητες της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης. Η κυριαρχία αυτών ακριβώς των παρατάξεων διασφαλιζόταν με το παράρτημα των συμφωνιών, το οποίο εκτελεί χρέη «προσωρινού» Συντάγματος της χώρας. Το Σύνταγμα αυτό εμποδίζει κάθε πραγματική δυνατότητα πολιτικής αλλαγής και συνεχίζει να αποδεικνύεται, τριάντα χρόνια αργότερα, αδύνατον να μεταρρυθμιστεί (3). Η ειρήνη του Ντέιτον, με τις διαπραγματεύσεις για αυτήν να γίνονται κάτω από συνθήκες μυστικότητας μέσα σε μια στρατιωτική βάση, επιβλήθηκε στους πολίτες της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης και εξακολουθεί να περιορίζει την δημοκρατική κυριαρχία τους. Πρόκειται για μια συμφωνία ανάμεσα στους «νονούς» τριών αντίπαλων συμμοριών, της οποίας το μοναδικό πλεονέκτημα είναι ότι εξασφάλισε ότι όντως θα σιγήσουν τα όπλα.
Στο περιθώριο των διαπραγματεύσεων του Ντέιτον, στις 12 Νοεμβρίου συνήφθη στο Ερντούτ μια πρόσθετη συμφωνία για τη ρύθμιση του ζητήματος της Ανατολικής Σλαβονίας, της άλλης κροατικής περιοχής που βρισκόταν υπό την κατοχή των σερβικών αποσχιστικών δυνάμεων. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ανάπτυξη μιας Μεταβατικής Αρχής του ΟΗΕ (UNTAES) και ένα σχέδιο για τη σταδιακή αποκατάσταση της κροατικής εθνικής κυριαρχίας επέτρεψαν τη διατήρηση μιας ισχυρής σερβικής κοινότητας. Παρ’ όλα τα τραύματα που προκάλεσε η σύγκρουση, η περιφέρεια του Βούκοβαρ στις αρχές της δεκαετίας του 2000 αποδείχθηκε ένα από τα σπάνια παραδείγματα σχετικής επιτυχίας του πολυεθνοτικού χαρακτήρα που προωθούσε η διεθνής κοινότητα, όσο κι αν σήμερα η περιοχή εγκαταλείπεται από τον πληθυσμό της για οικονομικούς λόγους. Έτσι, η Κράινα και η Ανατολική Σλαβονία προσφέρουν δύο αντίθετα «μοντέλα» για μια ενδεχόμενη αποκατάσταση της ουκρανικής εθνικής κυριαρχίας στο Ντονμπάς: είτε μια στρατιωτική επιχείρηση που θα εκδιώξει τον «εχθρικό» πληθυσμό είτε μια πολιτική διαδικασία που θα εγγυάται τα δικαιώματα των ξεχωριστών κοινοτήτων.
Ενώ η Βοσνία-Ερζεγοβίνη και το Κόσοβο εξακολουθούν να θεωρούνται εν δυνάμει πυριτιδαποθήκες των Βαλκανίων, η εμμονή για εδάφη με εθνοτική καθαρότητα δεν έχει εξαφανιστεί (4): η χιλιοσυζητημένη επαναχάραξη των συνόρων κάνει τακτικά την εμφάνισή της στα Βαλκάνια. Αυτό το ενδεχόμενο, που αναφέρθηκε σε σχέση με το Κόσοβο κατά τη διάρκεια της πρώτης προεδρικής θητείας του Ντόναλντ Τραμπ, θα μπορούσε να επανέλθει στο προσκήνιο. Ο Μίλοραντ Ντόντικ, ο Σέρβος εθνικιστής ηγέτης της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, δεν κρύβει την υποστήριξή του στον επανεκλεγέντα πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών, ελπίζοντας ότι ο τελευταίος θα μπορούσε να επιβάλει μια τέτοια λύση.
Αυτή η ελκυστική αυταπάτη στηρίζεται στην ψευδαίσθηση ότι τα σύνορα που είναι «δίκαια επειδή είναι εθνοτικά» είναι τα μόνα που θα μπορούσαν να εγγυηθούν μια πραγματικά βιώσιμη ειρήνη. Ωστόσο, οι ιστορικοί και οι εθνογράφοι γνωρίζουν πολύ καλά ότι «δίκαια» σύνορα δεν υπάρχουν, γιατί πάντοτε αποτελούν την εδαφική αποτύπωση, σε μια δεδομένη στιγμή, ενός συσχετισμού δυνάμεων. Όπως επίσης γνωρίζουν ότι κανένα παράδειγμα δεν μπορεί να στηρίξει τον ισχυρισμό ότι τα κράτη με σύμμεικτο πληθυσμό (όπως η Ελβετία) είναι λιγότερο δημοκρατικά και ευημερούντα συγκριτικά με άλλα που επιθυμούν να είναι «μονοεθνοτικά», όπως ορισμένες χώρες της Αφρικής, των οποίων τα σύνορα χαράχτηκαν από τους αποικιοκράτες, αδιαφορώντας για τα όρια μεταξύ εθνοτήτων.
Υπάρχουν και άλλα εφικτά μοντέλα. Την άνοιξη του 2001, στη Βόρεια Μακεδονία, ξέσπασε μια εξέγερση, με αντάρτικες ομάδες που ισχυρίζονταν ότι υπερασπίζονταν τα δικαιώματα της αλβανικής μειονότητας, του ενός τετάρτου του συνολικού πληθυσμού, σε μεγάλο βαθμό συγκεντρωμένης στα βορειοδυτικά της χώρας. Πολλοί εξέταζαν τότε το ενδεχόμενο της «καντονοποίησης» του μικρού κράτους, προτού οι συμφωνίες ειρήνης της Οχρίδας ενισχύσουν τα συλλογικά δικαιώματα των μειονοτήτων, χωρίς να προβλέπουν τον εδαφικό προσδιορισμό τους. Από φόβο μήπως διχοτομηθεί η Βόρεια Μακεδονία, εξέλιξη που θα άνοιγε το κουτί της Πανδώρας για την επαναχάραξη των συνόρων ευρύτερα στα Βαλκάνια, καταβλήθηκε τότε προσπάθεια να καταστεί πιο βιώσιμο το κράτος, κάτι που προϋπέθετε την ενίσχυση της νομιμοποίησής του στα μάτια όλων των εθνοτικών κοινοτήτων.
Ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, στην «Επιστολή από τη φυλακή του Μπέρμιγχαμ» (1963), διακρίνει την πραγματική ειρήνη από την «αρνητική ειρήνη», που περιορίζεται στην απουσία συγκρούσεων. Μια «αρνητική ειρήνη» προκύπτει συχνά από μυστικές διαπραγματεύσεις, που καλλιεργούν την ψευδαίσθηση ότι ο κόσμος είναι απλά ένα μεγάλο παιχνίδι ιχνογραφίας επάνω στον χάρτη, όπου θα βόλευε να βάλουμε ξεχωριστά τις «εθνότητες». Εάν κάτι τέτοιο αληθεύει, σύμφωνα με τη διάσημη διατύπωση του Υβ Λακόστ ότι «η γεωγραφία χρησιμεύει καταρχάς για να κάνουμε πόλεμο» (5), επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, πάρα πολύ συχνά, η χαρτογραφία χρησιμεύει για τη δικαιολόγηση κακών ειρηνευτικών λύσεων που, καθώς η διαπραγμάτευσή τους γίνεται εν αγνοία των λαών, το μόνο που κάνουν είναι να ανοίγουν τον δρόμο για νέες συγκρούσεις.