el | fr | en | +
Accéder au menu

ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ντόναλντ Τραμπ, ο πειρατής της Καραϊβικής

Μετά την επίθεση στη Βενεζουέλα, η Ουάσιγκτον δικάζει στο έδαφός της τον Νικολάς Μαδούρο με κατηγορίες για «ναρκοτρομοκρατία», παρουσιάζοντάς τον ως «φυγά της αμερικανικής Δικαιοσύνης», σύμφωνα με τον Μάρκο Ρούμπιο, και όχι ως τον ηγέτη ενός κυρίαρχου κράτους. Η επιχείρηση φέρει τη σφραγίδα της προεδρίας Ντόναλντ Τραμπ και εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική επιστροφής των ΗΠΑ σε ρόλο αυτοκρατορικής δύναμης στη Λατινική Αμερική. Το «προφητικό» κείμενο που ακολουθεί γράφτηκε λίγες ημέρες πριν από την επέμβαση και μας δίνει μια πλήρη εικόνα της σημερινής κατάστασης στη Λατινική Αμερική, όπου αναβιώνει επιθετικότερο το «δόγμα Μονρό».

Είναι υπεύθυνος για περισσότερες από τρεις χιλιάδες εξαφανίσεις ή δολοφονίες. Υπό τις διαταγές του, περίπου σαράντα χιλιάδες άνθρωποι υποβλήθηκαν σε βασανιστήρια –ορισμένοι φέρουν ακόμη τα σημάδια τους. Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι τα πορτρέτα του Αουγκούστο Πινοτσέτ σπάνιζαν στη Χιλή μετά το τέλος της δικτατορίας που επέβαλε στη χώρα από το 1973 έως το 1990. Ωστόσο, στις 14 Δεκεμβρίου 2025 έκαναν τη θεαματική επάνοδό τους στο Σαντιάγο κατά τους εορτασμούς για τη νίκη του Χοσέ Αντόνιο Καστ στις προεδρικές εκλογές, ο οποίος δηλώνει με περηφάνια συνεχιστής του πραξικοπηματία στρατηγού.

Πριν από δεκατέσσερα χρόνια όμως, φοιτητές κατέκλυζαν τους δρόμους της Χιλής, στις μεγαλύτερες διαδηλώσεις που είχε γνωρίσει η χώρα μετά την επιστροφή στη δημοκρατία. Απαιτούσαν μια «ποιοτική και δωρεάν» παιδεία και, ευρύτερα, το τέλος του νεοφιλελεύθερου μοντέλου που είχε κατοχυρωθεί στο Σύνταγμα του 1980, κληρονομιά της δικτατορίας. Και εκείνοι είχαν το ίνδαλμά τους, με τα πορτρέτα του να στολίζουν τις συγκεντρώσεις: τον Σαλβαδόρ Αλιέντε, σοσιαλιστή πρόεδρο της Χιλής, εκλεγμένο το 1970 και ανατραπέντα από τον Πινοτσέτ. Ένας από τους φοιτητές διαδηλωτές, ο Γκαμπριέλ Μπόριτς, συνέχισε την πολιτική πορεία του και έφτασε να αναλάβει την ηγεσία της χώρας το 2022, χωρίς να πάψει να επικαλείται το όνομα του Αλιέντε. Σε δύο μήνες, στις 11 Μαρτίου 2026, θα τον διαδεχθεί ο Καστ.

Το 1973, ο Λευκός Οίκος είχε στηρίξει το πραξικόπημα του Πινοτσέτ: «Δεν βλέπω γιατί θα έπρεπε να αφήσουμε μια χώρα να γίνει μαρξιστική απλώς και μόνο επειδή ο πληθυσμός της είναι ανεύθυνος», είχε τότε δικαιολογήσει τη στάση αυτή ο Χένρι Κίσινγκερ (1). Πενήντα χρόνια αργότερα, ο Αμερικανός πρόεδρος χαιρετίζει τη νίκη εκείνου που ο ίδιος «στήριξε» (2) στις προεδρικές εκλογές της Χιλής.

«Στήριξε»; Πριν από την επιστροφή του Τραμπ στην εξουσία, η Ουάσιγκτον δεν επεδείκνυε τόσο απροκάλυπτα τις προτιμήσεις της σχετικά με τις υποθέσεις της Λατινικής Αμερικής. Ωστόσο, η δήλωση του προέδρου-δισεκατομμυριούχου δεν προκάλεσε ιδιαίτερη έκπληξη. Η Λατινική Αμερική έχει καταλάβει ότι ο σημερινός ένοικος του Λευκού Οίκου την παρακολουθεί με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. «Η δημοκρατία [στην Ονδούρα] θα δοκιμαστεί στις επόμενες εκλογές που θα διεξαχθούν στις 30 Νοεμβρίου», προειδοποιούσε, για παράδειγμα, ο Αμερικανός πρόεδρος στην πλατφόρμα του Truth Social στις 26 Νοεμβρίου. Η προεκλογική εκστρατεία είχε ωστόσο ολοκληρωθεί τρεις ημέρες νωρίτερα, σύμφωνα με τους κανόνες που είχε θέσει το Εθνικό Εκλογικό Συμβούλιο (CNE), αλλά ο Τραμπ απηύθυνε στα εκατομμύρια των Ονδουριανών ψηφοφόρων μια ευθεία οδηγία ψήφου υπέρ του συντηρητικού επιχειρηματία Νάσρι «Τίτο» Ασφούρα (Εθνικό Κόμμα), του «φίλου της ελευθερίας» (3).

Δύο ημέρες μετά το πρώτο του μήνυμα, διευκρίνιζε τη σκέψη του, αυτή τη φορά υπό τη μορφή απειλής. Αν ο υποψήφιός του κέρδιζε τις προεδρικές εκλογές, οι ΗΠΑ θα του παρείχαν «όλη τους τη στήριξη». Αν δεν κέρδιζε, «δεν θα σπαταλούσαν τα χρήματά τους, γιατί ένας κακός ηγέτης δεν μπορεί παρά να οδηγήσει μια χώρα σε καταστροφικά αποτελέσματα».

Η Ουάσιγκτον έχει συγκεντρώσει τη στρατιωτική παρουσία της στην Κεντρική Αμερική βορειοδυτικά της Τεγουσιγάλπα, της πρωτεύουσας της Ονδούρας, μιας χώρας που έχει μέτωπο στην Καραϊβική. Η αεροπορική βάση Σότο Κάνο φιλοξενεί την Joint Task Force - Bravo, έναν κοινό σχηματισμό των δύο χωρών, ο οποίος διατηρεί μόνιμα περισσότερους από πεντακόσιους Αμερικανούς στρατιώτες για αποστολές θεωρητικά ανθρωπιστικές, εκπαίδευσης σε θέματα ασφάλειας και καταπολέμησης της διακίνησης ναρκωτικών. Στις αρχές του 2025, η αριστερή πρόεδρος Σιομάρα Κάστρο είχε απειλήσει να βάλει τέλος σε αυτή τη συνεργασία, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την πολιτική απελάσεων μεταναστών που προωθούσε ο Τραμπ και η οποία επρόκειτο σύντομα να πλήξει δεκάδες χιλιάδες πολίτες του κεντροαμερικανικού κράτους. Εξ ου και τα εκδικητικά μηνύματα του Ντόναλντ Τραμπ…

Σε περίπτωση που κάποιοι Ονδουριανοί δεν το είχαν καταλάβει καλά, περισσότεροι από 90.000 κάτοικοι –όλοι τους δικαιούχοι εθνικού τραπεζικού λογαριασμού που δέχεται remesas, δηλαδή τα εμβάσματα που στέλνουν οι μετανάστες στους οικείους τους– έλαβαν μηνύματα στο κινητό τους μεταξύ 27 και 29 Νοεμβρίου. Ένας σύνδεσμος τους ανακατεύθυνε σε ηχητικό περιεχόμενο που τους ανακοίνωνε ότι, αν εκλεγεί η Ρίξι Μονκάδα (από το ίδιο κόμμα με την Κάστρο), δεν θα λάβουν τις remesas τους τον μήνα Δεκέμβριο. Στην Ονδούρα, πάνω από το ένα τέταρτο του ΑΕΠ αποτελείται από τα εμβάσματα που στέλνουν περίπου δύο εκατομμύρια μετανάστες εγκατεστημένοι στο έδαφος της Βόρειας Αμερικής (4). Την 1η Δεκεμβρίου 2025, συντελέστηκε το «θαύμα»: ο «φίλος» τού Ντόναλντ Τραμπ, που οι δημοσκοπήσεις τον έδειχναν να χάνει, ανακηρύχθηκε νικητής από τις εκλογικές αρχές, αποτέλεσμα που οι υπόλοιποι υποψήφιοι δεν αναγνωρίζουν.

Ο Αμερικανός πρόεδρος καθησυχάζεται, καθώς θεωρεί τις Κάστρο και Μονκάδα συνεργούς του Νικολάς Μαδούρο και είχε εκφράσει τον φόβο ότι ο πρόεδρος του μπολιβαριανού καθεστώτος «και οι ναρκοτρομοκράτες του» θα μπορούσαν «να καταλάβουν μία ακόμη χώρα, όπως έκαναν με την Κούβα, τη Νικαράγουα και τη Βενεζουέλα». Από τον Σεπτέμβριο του 2025, οι ΗΠΑ συγκεντρώνουν τη μεγαλύτερη ναυτική αρμάδα που έχει αναπτυχθεί στην περιοχή μετά την κρίση των πυραύλων της Κούβας το 1962 (5). Σύμφωνα με τον Αμερικανό πρόεδρο, του οποίου η κυβέρνηση επιβάλλει έναν υβριδικό πόλεμο στο Καράκας, οι ημέρες του ηγέτη του τσαβισμού «είναι μετρημένες» (Politico, 9 Δεκεμβρίου 2025). Η πτώση του θα προκαλούσε, ελπίζει, και την πτώση του «κουβανικού καθεστώτος».

Στις χρηματοπιστωτικές και οικονομικές κυρώσεις που προκαλούν ασφυξία στη Βενεζουέλα προστίθεται η οργάνωση μιας εκστρατείας μιντιακής δαιμονοποίησης κατά του Μαδούρο, ο οποίος πράγματι αμφισβητείται τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και στην ευρύτερη ήπειρο. Πλέον, η Ουάσιγκτον επιβάλλει ναυτικό πετρελαϊκό αποκλεισμό στο Καράκας. Η CIA έχει λάβει άδεια να διεξάγει μυστικές επιχειρήσεις με στόχο πιθανές επεμβάσεις στο έδαφος της χώρας, ενώ το αμερικανικό ναυτικό εντείνει τους βομβαρδισμούς στη θάλασσα κατά σκαφών που κατηγορούνται ότι μεταφέρουν ναρκωτικά. Χαρακτηρισμένοι ως «εξωδικαστικές εκτελέσεις» από τον Ύπατο Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (6), έχουν ήδη προκαλέσει τον θάνατο περισσότερων από εκατό ανθρώπων (έως τις 18 Δεκεμβρίου 2025).

Αυτές οι παρεμβάσεις δεν προκαλούν καμία διαμαρτυρία στα κυβερνητικά μέγαρα των δυτικών χωρών, που κατά τα άλλα σπεύδουν να καταγγείλουν στρατιωτικές επιθέσεις ή εκλογικές χειραγωγήσεις, υπό την προϋπόθεση ότι μπορούν να αποδοθούν στη Μόσχα. Η στρατηγική αποδίδει. Πριν από τις βουλευτικές εκλογές της 26ης Οκτωβρίου στην Αργεντινή, ο Αμερικανός πρόεδρος είχε ασκήσει έναν οικονομικό και χρηματοπιστωτικό εκβιασμό αντίστοιχο με εκείνον που «έπεισε» τους Ονδουριανούς. Είτε θα κατεύθυνε χρηματοδοτήσεις και επενδύσεις προς το Μπουένος Άιρες σε περίπτωση νίκης του υποψηφίου του Λευκού Οίκου Χαβιέρ Μιλέι είτε θα εγκατέλειπε τη χώρα στη μοίρα της και θα της έκανε τη ζωή δύσκολη –διακοπή διμερών ενισχύσεων, αύξηση δασμών, κλείσιμο της πρόσβασης στην αμερικανική αγορά κ.ο.κ. Ενώ οι δημοσκοπήσεις προέβλεπαν μια οριακή νίκη του, ο ελευθερόφρων σύμμαχος του Τραμπ κέρδισε τελικά τις εκλογές με άνετη διαφορά απέναντι στην περονιστική αντιπολίτευση.

«Σε τίποτα, σε τίποτα και σε τίποτα!»

Τα εργαλεία πίεσης ή αντιποίνων της Ουάσιγκτον απέναντι στις χώρες της Λατινικής Αμερικής, που ευνοούν την επιπλέον επέκτασή της στα εδάφη τους, είναι πολλά. Συχνά λιγότερο θορυβώδη από τις άμεσες πολιτικές παρεμβάσεις, τα μηνύματα στο Truth Social ή τις εξωεδαφικές κυρώσεις σε βάρος της Κούβας, της Νικαράγουας και της Βενεζουέλας, τα μέτρα εμπορικής καταστολής της αμερικανικής κυβέρνησης παραλύουν τα κράτη της περιοχής. Όλα προσπαθούν πλέον να αποφύγουν την οργή του Τραμπ και να «διαπραγματευτούν», με την ελπίδα να πετύχουν τη χαλάρωση ή την άρση κάποιου συγκεκριμένου δασμού.

Το Μεξικό, όπου οι ΗΠΑ εκτοξεύουν τακτικά απειλές επέμβασης στο όνομα της καταπολέμησης της διακίνησης ναρκωτικών, είδε να του επιβάλλεται δασμός 25% στις εξαγωγές προϊόντων που δεν εντάσσονται στην εμπορική συμφωνία την οποία έχουν συνάψει οι δύο χώρες με τον Καναδά (USMCA), καθώς και 50% στον χάλυβα και στο αλουμίνιο. Η καθημερινότητα της κυβέρνησης της Κλαούδια Σάινμπαουμ συνίσταται στην αποτροπή των απειλών για πρόσθετες κυρώσεις που διατυπώνει σε τακτική βάση ο βόρειος γείτονάς της για διάφορους λόγους: καταπολέμηση της μετανάστευσης ή του ναρκεμπορίου, απαίτηση περιορισμού των κινεζικών εξαγωγών που διοχετεύονται στο αμερικανικό έδαφος μέσω της USMCA, αξίωση για μεγαλύτερη παροχή γλυκού νερού κ.λπ. Η Μεξικανή πρόεδρος κυρίως επιθυμεί να προσέλθει με όσο το δυνατόν λιγότερο δυσμενείς όρους στις διαπραγματεύσεις που θα προετοιμάσουν την περιοδική αναθεώρηση της USMCA (υπογεγραμμένης το 2020 για δεκαέξι έτη), οι οποίες θα ξεκινήσουν την 1η Ιουλίου. Οι συζητήσεις αυτές θα κρίνουν ιδίως την παράταση, ή μη, της συμφωνίας έως το 2042, ζωτικής σημασίας για μια μεξικανική οικονομία προσδεμένη στην αγορά των Ηνωμένων Πολιτειών.

Τον Ιούλιο του 2025, η Βραζιλία είδε με τη σειρά της την οικονομία της να πλήττεται από τους βαρύτερους τελωνειακούς δασμούς που επέβαλε ποτέ ο Τραμπ σε χώρα (με εξαίρεση την Κίνα στις αρχές του 2025): 50%. Με αυτόν τον τρόπο, ο Αμερικανός πρόεδρος επιδίωκε να αποτρέψει (χωρίς να το πετύχει) τις βραζιλιάνικες αρχές να φυλακίσουν τον σύμμαχό του Ζαΐρ Μπολσονάρο, καταδικασμένο για απόπειρα πραξικοπήματος. Έπειτα από εβδομάδες σκληρών διαπραγματεύσεων, η Μπραζίλια πέτυχε την εξαίρεση ή τη δραστική μείωση αυτών των δασμών σε πολλά αγροτικά προϊόντα (βοδινό κρέας, καφές, κακάο, φρούτα κ.ά.), αξιοποιώντας τους φόβους για περαιτέρω έξαρση του πληθωρισμού στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η ταυτόχρονη αντιπαράθεση με τον Αμερικανό πρόεδρο και σε άλλα μέτωπα αποδεικνύεται δύσκολη και επικίνδυνη. Βεβαίως, οι εκλογικές παρεμβάσεις, η πολεμική κλιμάκωση κατά της Βενεζουέλας, η προοπτική ανατροπής του Μαδούρο από την Ουάσιγκτον (μέσω οικονομικής πίεσης ή στρατιωτικής δράσης) μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο επίσημων καταδικών ή προτάσεων πολιτικής διαμεσολάβησης –όπως εκείνων της Βραζιλίας και του Μεξικού. Όμως οι βασικές περιφερειακές δυνάμεις αποφεύγουν να εμπλακούν μετωπικά –και ακόμη περισσότερο συντονισμένα– εναντίον του Τραμπ. Προς μεγάλη δυσαρέσκεια του προέδρου της Κολομβίας Γκουστάβο Πέτρο, «του επόμενου στη λίστα» του Αμερικανού ομολόγου του στην υποτιθέμενη μάχη κατά των ναρκεμπόρων (Politico, 10 Δεκεμβρίου). Ο αριστερός ηγέτης ασκεί έως τον Μάρτιο του 2026 την προεδρία της Κοινότητας Κρατών της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής (CELAC), στην οποία συμμετέχουν τα τριάντα τρία κράτη της περιοχής. «Είμαι πρόεδρος της CELAC και θέλω να πω ότι, στην παρούσα φάση, αυτό χρησιμεύει σε τρία πράγματα: σε τίποτα, σε τίποτα και σε τίποτα!», δήλωσε σε συνέντευξη Τύπου στις 11 Δεκεμβρίου 2025, επισημαίνοντας την απουσία αντίδρασης των χωρών της περιοχής απέναντι στις επιθέσεις του Αμερικανού προέδρου.

Ποιο σχέδιο αποτελεί τη βάση αυτής της επίθεσης; Ένα μέρος της απάντησης βρίσκεται στο έγγραφο για τη στρατηγική της εθνικής ασφάλειας που δημοσίευσε ο Λευκός Οίκος στις 5 Δεκεμβρίου 2025 (7). Η επιστροφή της Ουάσιγκτον στην παλιά της «πίσω αυλή» οφείλει να συμβάλει «στη διασφάλιση ότι η Αμερική θα παραμείνει η ισχυρότερη, η πλουσιότερη, η πιο ισχυρή και η πιο ευημερούσα χώρα για τις επόμενες δεκαετίες». Πρόκειται για την έκφραση μιας ανοιχτά διακηρυγμένης αυτοκρατορικής επιδίωξης: η Λατινική Αμερική καλείται να συμμετάσχει στην ανασυγκρότηση, την ενίσχυση και την ανάπτυξη των παραγωγικών, τεχνολογικών, στρατηγικών και στρατιωτικών δυνατοτήτων και δυνάμεων των ΗΠΑ, προκειμένου να διατηρηθεί μια «ισορροπία δυνάμεων» με άλλες χώρες αναγνωρισμένες ως μεγάλες δυνάμεις, πρώτα και κύρια με την Κίνα, αλλά και με τη Ρωσία.

Εν ολίγοις, πρόκειται για μια αντίληψη των διεθνών σχέσεων που εδράζεται στην πρωτοκαθεδρία των διακρατικών συσχετισμών ισχύος (χωρίς να αποκλείει τη συνεργασία) και στην αναγνώριση ζωνών επιρροής για κάθε υπερδύναμη. Η Ουάσιγκτον διακηρύσσει ότι δεν επιθυμεί να επιτεθεί στους ανταγωνιστές της, αλλά δεν προτίθεται να ανεχθεί την επέκτασή τους στο «δυτικό ημισφαίριο» (δηλαδή, στη στρατηγική ορολογία της, στο σύνολο της αμερικανικής ηπείρου) ούτε να τους διευκολύνει μέσω της δικής της αποδυνάμωσης. Σε γενικές γραμμές, «στόχος της πολιτικής εθνικής ασφάλειας είναι η προστασία των θεμελιωδών εθνικών συμφερόντων [των ΗΠΑ], με ορισμένες προτεραιότητες να υπερβαίνουν τα περιφερειακά σύνορα». Η διαφύλαξη αυτής της εθνικής ασφάλειας θα απαιτούσε μια κυριαρχία της Ουάσιγκτον από τη Γροιλανδία έως τη Γη του Πυρός.

«Αποκατάσταση της αμερικανικής υπεροχής»

Ο Ρεπουμπλικανός πρόεδρος επαναφέρει τις γνωστές αρχές του «δόγματος Μονρόε» (Σ.τ.Μ: αναφέρθηκε εκτενώς και κατά την συνέντευξη Τύπου μετά τη σύλληψη του Μαδούρο), από το όνομα του προέδρου Τζέιμς Μονρόε (1817–1825), ο οποίος ήταν ο πρώτος που όρισε, το 1823, τη Λατινική Αμερική ως σφαίρα επιρροής κατοχυρωμένη στη χώρα του, αποκλείοντας κάθε νέα ευρωπαϊκή αποικιοκρατία ή επέμβαση. Σχεδόν έναν αιώνα αργότερα, το 1904, ο πρόεδρος Θίοντορ Ρούζβελτ τελειοποίησε αυτή τη θεωρία δηλώνοντας ότι «στο δυτικό ημισφαίριο, η προσήλωση των Ηνωμένων Πολιτειών στο δόγμα Μονρόε μπορεί να τις υποχρεώσει, ακόμη και απρόθυμα, σε περιπτώσεις κατάφωρων αξιόποινων πράξεων ή ανικανότητας, να ασκήσουν διεθνή αστυνομική εξουσία». Η τοποθέτηση αυτή έμεινε γνωστή ως «προσθήκη Ρούζβελτ». Σήμερα, το έγγραφο για την εθνική στρατηγική επισυνάπτει μια «προσθήκη Τραμπ» στο ήδη διαμορφωμένο δόγμα.

Για τον Λευκό Οίκο, η κινεζική απειλή έχει αντικαταστήσει εκείνη της Ευρώπης και τα «κομμουνιστικά» ή «ναρκοτρομοκρατικά» κράτη της Λατινικής Αμερικής θεωρούνται υπεύθυνα για «κατάφωρες αξιόποινες πράξεις ή ανικανότητα». Σύμφωνα με το επίσημο έγγραφο στρατηγικής, στόχος είναι «η αποκατάσταση της αμερικανικής υπεροχής στο δυτικό ημισφαίριο και η προστασία της εθνικής επικράτειας και της πρόσβασης σε γεωγραφικές ζώνες-κλειδιά σε ολόκληρη την περιοχή». «Θα εμποδίσουμε ανταγωνιστές εκτός ημισφαιρίου να τοποθετήσουν δυνάμεις ή άλλες απειλητικές δυνατότητες, ή να κατέχουν ή να ελέγχουν ζωτικής σημασίας στρατηγικά περιουσιακά στοιχεία στο ημισφαίριό μας». Αν και δεν κατονομάζεται ποτέ, η Κίνα στοχοποιείται σε κάθε γραμμή. Η εμπορική, χρηματοπιστωτική και τεχνολογική διείσδυσή της στη Λατινική Αμερική περιγράφεται αναλυτικά και ταυτόχρονα καταγγέλλεται μόνο έμμεσα.

Προκειμένου να αναχαιτίσει το Πεκίνο, ο Αμερικανός πρόεδρος προωθεί μια νέα «εμπορική διπλωματία» απέναντι στις χώρες της Λατινικής Αμερικής. Τις καλεί να ενεργούν σύμφωνα με τις κατευθύνσεις της Ουάσιγκτον, τόσο στο εσωτερικό τους όσο και στην εξωτερική τους πολιτική. Επειδή η Λατινική Αμερική «διαθέτει πολλούς στρατηγικούς πόρους» απαραίτητους για τις ΗΠΑ (υδρογονάνθρακες, πρώτες ύλες, αγροτικά προϊόντα, υποδομές και γεωγραφικές τοποθεσίες), τα κράτη της μπορούν να συμβάλουν στην «ενίσχυση κρίσιμων αλυσίδων εφοδιασμού σε αυτό το ημισφαίριο, γεγονός που θα μειώσει τις εξαρτήσεις και θα αυξήσει την αμερικανική οικονομική ανθεκτικότητα». Το έγγραφο καλεί τις κυβερνήσεις να καταστήσουν τις Ηνωμένες Πολιτείες «τον πρώτης επιλογής εταίρο τους». Όσοι συμμορφωθούν θα ανταμειφθούν. Όσο για τους ανυπάκουους, η υπερδύναμη «θα τους αποτρέψει (με διάφορα μέσα) να συνεργαστούν με άλλους».

Ενάντια στη κομμουνιστική Λερναία Ύδρα

Η Ουάσιγκτον μπορεί πλέον να υπολογίζει σε πολλές ευθυγραμμισμένες χώρες, ακόμη και ανάμεσα σε εκείνες όπου το Πεκίνο αποτελεί τον πρώτο ή τον δεύτερο εμπορικό εταίρο. Η Αργεντινή (Χαβιερ Μιλέι), η Βολιβία (Ροδρίγο Πας), η Χιλή (Χοσέ Αντόνιο Καστ), η Κόστα Ρίκα (Ροδρίγο Τσάβες), το Ελ Σαλβαδόρ (Ναγίμπ Μπουκέλε), ο Ισημερινός (Ντανιέλ Νομπόα), η Ονδούρα (Νάσρι Ασφούρα), η Γουατεμάλα (Μπερνάρδο Αρέβαλο), η Γουιάνα (Μοχάμεντ Ιρφάν Αλί), ο Παναμάς (Χοσέ Ραούλ Μουλίνο), η Παραγουάη (Σαντιάγο Πένια), η Δομινικανή Δημοκρατία (Λουίς Αμπίναδερ) κυβερνώνται από ηγέτες συντηρητικούς, ακροδεξιούς ή εξαρτημένους από την Ουάσιγκτον. Όλοι ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του Τραμπ.

Ορισμένοι μάλιστα με ιδιαίτερο ζήλο. Ο Μπουκέλε έχει θέσει στη διάθεση των ΗΠΑ το Κέντρο Κράτησης Τρομοκρατίας (CECOT) για τον εγκλεισμό μεταναστών που θεωρούνται επικίνδυνοι και απελαύνονται από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι πρόεδροι της Αργεντινής, του Ισημερινού (κύριου περιφερειακού κόμβου εξαγωγής κοκαΐνης από την Κολομβία), της Γουϊάνας, της Παραγουάης, της Δομινικανής Δημοκρατίας και του Τρινιντάντ και Τομπάγκο (που βρίσκεται σε απόσταση έντεκα χιλιομέτρων από τη Βενεζουέλα) συμμετέχουν στη διεθνή συμμαχία κατά του ναρκεμπορίου που συγκρότησε ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο και στηρίζουν την πολιτική της Ουάσιγκτον εναντίον του Καράκας. Οι χώρες αυτές θέτουν στη διάθεση των ΗΠΑ το έδαφος, τις υποδομές και τον εναέριο χώρο τους για την «Επιχείρηση Λόγχη του Νότου» (Operation Southern Spear), η οποία επισήμως διεξάγεται με στόχο τη διάλυση των καρτέλ ναρκωτικών στην περιοχή.

Ενόσω η πρώτη παγκόσμια δύναμη συνεχίζει εδώ και μήνες τη στρατιωτική επανεγκατάστασή της σε ολόκληρη την υποήπειρο, μέσω πολλαπλών συμφωνιών συνεργασίας που επανενεργοποιούνται, επικαιροποιούνται ή υπογράφονται εκ νέου (8), οι βάσεις της στο Γκουαντάναμο (Κούβα), στο Πουέρτο Ρίκο, στις Αμερικανικές Παρθένες Νήσους, στη Γρενάδα, καθώς και στα νησιά Αρούμπα και Κουρασάο (σε απόσταση ογδόντα χιλιομέτρων από τη Βενεζουέλα) συμπληρώνουν το στρατιωτικό πλέγμα της στην Καραϊβική. Το Κουρασάο μάλιστα χρησίμευσε ως σημείο διέλευσης για τη Μαρία Κορίνα Ματσάδο κατά τη διαφυγή της από τη Βενεζουέλα, η οποία οργανώθηκε ώστε να μπορέσει να μεταβεί στο Όσλο της Νορβηγίας για την παραλαβή του βραβείου Νόμπελ Ειρήνης της, στις 10 Δεκεμβρίου 2025. Για την περίσταση, οι πρόεδροι Μουλίνο, Μιλέι, Πένια και Νομπόα είχαν ταξιδέψει εκεί. Επρόκειτο τόσο για μια επίδειξη αλληλεγγύης προς τη Ματσάδο όσο και για μια διαβεβαίωση προς τον Τραμπ για την υπακοή τους.

Η Δεξιά κερδίζει έδαφος στη Λατινική Αμερική, σε όλα της τα γεωγραφικά πλάτη. Σε κάθε εθνικό πλαίσιο, με τους δικούς του όρους, οι ριζοσπαστικοί πόλοι της αυξάνουν την επιρροή τους ή κερδίζουν απευθείας τις εκλογές. Σχεδόν παντού, οι «πάτρωνες-αρχηγοί κράτους» του χθες –για παράδειγμα ο Αργεντινός Μαουρίσιο Μάκρι (2015-2019) ή ο Χιλιανός Σεμπαστιάν Πινιέρα (2010-2014 και 2018-2022)– που πρόβαλλαν τις ικανότητές τους ως καλοί νεοφιλελεύθεροι διαχειριστές έχουν παραμεριστεί από πρόσωπα που βασίζονται πολύ περισσότερο στο ιδεολογικό οπλοστάσιο. Η ώρα έχει έρθει, διακηρύσσουν οι νέοι αστέρες της λατινοαμερικανικής Δεξιάς, να συντριβεί η κομμουνιστική Λερναία Ύδρα.

Κι όμως, σπάνια η Αριστερά υπήρξε τόσο αδύναμη στη Λατινική Αμερική μετά το τέλος των δικτατοριών. Αν η Δεξιά κραυγάζει τόσο δυνατά για την «κόκκινη» απειλή, στην πραγματικότητα επωφελείται κυρίως από τη φθορά προοδευτικών κυβερνήσεων που παρέμειναν επί μακρόν στην εξουσία. Ιδίως κατά τα χρόνια που ακολούθησαν τη διεθνή χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και την πανδημία Covid-19. Οι συνδυασμένες επιπτώσεις αυτών των κρίσεων –τις οποίες η Αριστερά διαχειρίστηκε μέσα από το υφιστάμενο κοινωνικοοικονομικό σύστημα, δηλαδή χωρίς να μπορεί, ή χωρίς να θέλει, να προχωρήσει σε φιλόδοξες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις– τραυμάτισαν σε βάθος τις λατινοαμερικανικές κοινωνίες. Συνέβαλαν στη διαμόρφωση μιας βαθιάς πικρίας απέναντι στο κράτος ως θεσμό και απέναντι στους πολιτικούς ηγέτες που συνδέθηκαν με αυτές τις οδυνηρές περιόδους σε ορισμένες χώρες. Στις περισσότερες από αυτές, ο απολογισμός των προοδευτικών παρατάξεων στον τομέα της καταπολέμησης της εγκληματικότητας –φαινομένου που ταυτόχρονα και εντάθηκε και επεκτάθηκε στη Λατινική Αμερική– κρίνεται σε μεγάλο βαθμό ανεπαρκής.

Αλλά και άλλοι παράγοντες τροφοδοτούν την άνοδο της Δεξιάς. Μετά το τέλος της υγειονομικής κρίσης, πλήθος οικονομικών δραστηριοτήτων εμφανίστηκαν με τη μορφή αυτοαπασχόλησης, ιδίως στους τομείς που συνδέονται με την ανάπτυξη των ψηφιακών πλατφορμών (μεταφορές, εστίαση, εισαγωγές-εξαγωγές κ.ά.). Η άνθηση αυτή εκδηλώνεται σε οικονομίες όπου η άτυπη απασχόληση απορροφά σχεδόν έναν στους δύο εργαζομένους –και πάνω από το 70% σε ορισμένες χώρες όπως η Βολιβία, ο Ισημερινός και το Περού 2025 (9). Ιδιαίτερα εκτεθειμένοι είναι οι νέοι άνδρες των πόλεων και οι γυναίκες. Η διεύρυνση της αυτοαπασχόλησης ενισχύει τις τάσεις του κοινωνικού και πολιτικού ατομικισμού, καθώς και του κατακερματισμού των εκλογικών σωμάτων. Η απόρριψη των πολιτικών ηγετών που διεκδικούν την επανεκλογή τους γίνεται πιο ριζική όσο απομακρύνονται οι προοπτικές κοινωνικής ανόδου (10).

Τέλος, η ενίσχυση της θέσης των γυναικών στις λατινοαμερικανικές κοινωνίες επιταχύνθηκε από τις αρχές της δεκαετίας του 2000: δημογραφική πλειοψηφία, αυξημένη πρόσβαση στην ανώτερη εκπαίδευση και στην αγορά εργασίας, πρόοδος των ατομικών και συλλογικών δικαιωμάτων, ιδίως σε ζητήματα σεξουαλικότητας και αναπαραγωγής κ.λπ. Τα συντηρητικά, θρησκευτικά και παραδοσιοκρατικά ρεύματα αξιοποιούν το πλαίσιο της γενικευμένης οικονομικής επιδείνωσης για να προωθήσουν μια αντιδραστική αντίληψη για τη θέση των γυναικών στην κοινωνία, φουσκώνοντας έτσι τα πανιά των σχηματισμών της ριζοσπαστικής Δεξιάς.

Το 2026 θα διεξαχθούν νέες εκλογές σε χώρες-κλειδιά της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής: Βραζιλία τον Οκτώβριο, Κολομβία τον Μάρτιο και τον Μάιο, Κόστα Ρίκα τον Φεβρουάριο και τον Απρίλιο και Περού τον Απρίλιο. Δύο από αυτές, η Βραζιλία και η Κολομβία, θα δουν προοδευτικές κυβερνήσεις να υπερασπίζονται τον απολογισμό τους απέναντι σε ισχυρές και ρεβανσιστικές δεξιές παρατάξεις. Όλα δείχνουν ότι οι Λατινοαμερικανοί θα λάβουν πολλά μηνύματα από τον Τραμπ…

Christophe Ventura

Διευθυντής ερευνών στο γαλλικό Ινστιτούτο Διεθνών και Στρατηγικών Σχέσεων (IRIS) και συγγραφέας του Géopolitique de l’Amérique latine, εκδ. Eyrolles, Παρίσι, 2022
Μετάφραση: Βάλια Καϊμάκη

(1Αναφέρεται από την Grace Livingstone στο America’s Backyard: The United States and Latin America From the Monroe Doctrine to the War on Terror, Zed Books, Νέα Υόρκη, 2009.

(3Βλ Maurice Lemoine, Au Honduras, la gauche défend son bilan, Le Monde diplomatique, Νοέμβριος 2025.

(5Riley Mellen, Satellite data reveals how the US Navy is deployed near Venezuela, The New York Times, 21 Νοεμβρίου 2025.

(7National security strategy of the United States of America, Λευκός Οίκος, Ουάσιγκτον, 5 Δεκεμβρίου 2025.

(8Βλ. Vincent Ortiz, Les États-Unis chez eux en Équateur?, Le Monde diplomatique, Δεκέμβριος 2025.

(9Labour Overview of Latin America and the Caribbean, Διεθνής Οργανισμός Εργασίας (ILO), 11 Δεκεμβρίου 2025.

(10Βλ. Maëlle Mariette και Franck Poupeau, Γιατί η Δεξιά επιστρέφει στη Βολιβία, Le Monde diplomatique - ελληνική έκδοση, Ιανουάριος 2026

Μοιραστείτε το άρθρο