el | fr | en | +
Accéder au menu

ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Γιατί η Δεξιά επιστρέφει στη Βολιβία

Η Αριστερά, κατακερματισμένη και απούσα από τον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών, εγκατέλειψε την εξουσία μετά από είκοσι χρόνια κυριαρχίας. Πίσω από τη νίκη του υποψηφίου Ροδρίγο Πας απέναντι στον αντίπαλό του Χόρχε «Τούτο» Κιρόγα υπήρχε μια στρατηγική: ο «καπιταλισμός για όλους». Και μια βαθιά κοινωνική και πολιτισμική μετάλλαξη, ευνοϊκή για τους εκπροσώπους του φιλελευθερισμού.

Σε υψόμετρο σχεδόν 4.000 μέτρων, στην κεντρική πλατεία του Μπάριο Σολιδαριδάδ, στα βόρεια του Ελ Άλτο, τα πράγματα κυλάνε νωχελικά την επομένη του πρώτου γύρου των προεδρικών εκλογών της 17ης Αυγούστου 2025. Κάποιοι περαστικοί διασχίζουν τη σκονισμένη πλατεία, στις δύο πλευρές της οποίας είναι παραταγμένα τα κιόσκια με το πρόχειρο φαγητό και τα δύο υπαίθρια μαγαζάκια με οικιακά είδη, με τις ξεθωριασμένες ομπρέλες να τα προστατεύουν όπως-όπως από τον σκληρό ήλιο του οροπεδίου Αλτιπλάνο.

Καθισμένη πίσω από τον πάγκο της με τα απορρυπαντικά, η Δόνια Μάξιμα, με τον μάλλινο σκούφο καλά στερεωμένο στο κεφάλι, μας εκμυστηρεύεται ότι είναι η πρώτη φορά από το 2006 που δεν ψήφισε το Κίνημα προς τον Σοσιαλισμό (MAS). Το κόμμα που είχε ενσαρκώσει για τους αυτόχθονες των Άνδεων την επιστροφή στην αξιοπρέπεια σήμερα της μοιάζει πολύ απομακρυσμένο από την καθημερινότητά της. Θυμάται ωστόσο την εγκατάστασή της, στα τέλη της δεκαετίας του 1990, σε μια συνοικία χωρίς νερό, χωρίς δρόμους, χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα. Θυμάται επίσης τι της πρόσφερε το MAS: βγήκε από την εξαθλίωση, τα παιδιά της πήγαν στο πανεπιστήμιο και η ίδια απέκτησε το δικαίωμα να διαβαίνει το κατώφλι των δημόσιων υπηρεσιών ντυμένη με την pollera της, τη χαρακτηριστική ενδυμασία των ιθαγενών γυναικών της περιοχής, χωρίς να την αποκαλούν «κωλοϊνδιάνα».

Σήμερα όμως, οι κατακτήσεις αυτές μοιάζουν μακρινές. Η κύρια ενασχόλησή της είναι πλέον η μικρή επιχείρησή της. Κάθε εβδομάδα, παίρνει το μικρό λεωφορείο για τη συνοικία Λα Σέχα, αυτό το πολύβουο σταυροδρόμι όπου αφθονούν τα λαθραία εμπορεύματα με προέλευση τη Χιλή. Εκεί αγοράζει καθαριστικά που στη συνέχεια πουλάει στο μαγαζάκι της με μηδαμινό περιθώριο κέρδους. Οι συνελεύσεις της γειτονιάς, οι συναντήσεις στο σχολείο, στις οποίες κάποτε συμμετείχε, έχουν περάσει σε δεύτερο πλάνο.

«Όλα είναι πολύ ακριβά, όλες οι τιμές έχουν ανέβει υπερβολικά», λέει αναστενάζοντας. Το παράπονο αυτό, φαινομενικά κοινότοπο, αποτυπώνει την έκταση μιας κρίσης που η Βολιβία είχε να γνωρίσει από τη δεκαετία του 1980. Ο πληθωρισμός, που τροφοδοτείται από την έλλειψη δολαρίων στην αγορά και τις δυσκολίες στην εισαγωγή προϊόντων, έχει ξεφύγει από τον έλεγχο: οι τιμές των βασικών αγαθών έχουν εκτοξευθεί. Από τις αρχές του 2025, η γενική αύξηση των τιμών έχει ξεπεράσει το 15% σύμφωνα με το ΔΝΤ (και φτάνει το 25% για τα προϊόντα διατροφής), ενώ οι ελλείψεις στα καύσιμα έχουν παραλύσει τον αγροτοβιομηχανικό τομέα στα ανατολικά της χώρας και, ακόμη περισσότερο, τα δίκτυα της λαϊκής οικονομίας. Αυτά τα (κατά βάση ανεπίσημα) δίκτυα οικονομικής δραστηριότητας, εξαρτημένα από την κυκλοφορία των εμπορευμάτων, εξακολουθούν να αποτελούν τη ραχοκοκαλιά μιας εθνικής οικονομίας που ήδη παραπαίει.

Η έκρηξη των τιμών δεν είναι απλώς ένα συγκυριακό φαινόμενο, αλλά θεωρείται ότι αντικατοπτρίζει την εξάντληση του παραγωγικού μοντέλου του «εξορυκτικού σοσιαλισμού», βασισμένου στην εθνικοποίηση των φυσικών πλουτοπαραγωγικών πόρων. Μολονότι το μοντέλο αυτό επέτρεψε μια αναδιανομή εισοδήματος χωρίς προηγούμενο, καθώς και την κατασκευή έργων υποδομής που για μεγάλο χρονικό διάστημα ήταν ανεπαρκείς (όπως δρόμοι, σχολεία, νοσοκομεία), συχνά λέγεται ότι βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στη στήριξη της κατανάλωσης. Δηλαδή χωρίς πραγματικό μετασχηματισμό του παραγωγικού ιστού, που παρέμεινε επικεντρωμένος στις εξαγωγές φυσικού αερίου. Επομένως, το μοντέλο δεν θα ήταν βιώσιμο παρά για όσο χρονικό διάστημα τα έσοδα από το φυσικό αέριο θα επέτρεπαν τη συσσώρευση των απαραίτητων συναλλαγματικών αποθεμάτων για τη στήριξη μιας σταθερής ισοτιμίας με το δολάριο. Ωστόσο, μια τέτοια παρουσίαση είναι μεροληπτική: οι καλές οικονομικές επιδόσεις της χώρας στηρίχθηκαν στην οικοδόμηση ενός κράτους που σκόπευε να τερματίσει την εξάρτηση από τις εξαγωγές πρώτων υλών, να προωθήσει μια εθνική εκβιομηχάνιση των πλουτοπαραγωγικών πηγών και να ισχυροποιήσει την εσωτερική αγορά.

«Έχουμε μείνει κολλημένοι στο 2005»

Η νομισματική σταθερότητα άρχισε να διαβρώνεται στα τέλη της δεκαετίας του 2010, κάτω από τη συνδυαστική επίδραση δύο τάσεων: της κατάρρευσης των εξαγωγών φυσικού αερίου προς την Αργεντινή και τη Βραζιλία –οι οποίες απορροφούσαν το 80% των εξαγωγών της Βολιβίας πριν ανακαλύψουν τα δικά τους κοιτάσματα– και την καταστροφική διαχείριση της πανδημίας από τη δεξιά κυβέρνηση που είχε προκύψει από το πραξικόπημα του 2019 (1). Αυτή η αυταρχική κυβέρνηση, αποδιαρθρώνοντας τις δημόσιες επιχειρήσεις και ξηλώνοντας τις κοινωνικές πολιτικές, στην πράξη εγκατέλειψε τον πληθυσμό στην τύχη του κατά την κορύφωση της υγειονομικής κρίσης, βυθίζοντας την οικονομία στο χάος.

Ο ερχομός του Λουίς Άρσε στην προεδρία το 2020 δεν ήταν αρκετός για να ανακόψει τον φαύλο κύκλο. Η εκβιομηχάνιση επιταχύνθηκε, αλλά ήταν δαπανηρή και βραχυπρόθεσμα ελάχιστα αποδοτική στον κλάδο της ενεργειακής μετάβασης, η φορολογική πίεση αυξήθηκε, η στήριξη στα νοικοκυριά και τις μικρές επιχειρήσεις περικόπηκε: ο δημοσιονομικός προσανατολισμός της κυβέρνησης βάθυνε τη ρήξη μεταξύ του κυβερνητικού κόμματος και της λαϊκής βάσης του. Σε όλους αυτούς τους παράγοντες ήρθαν να προστεθούν οι εσωτερικές έριδες στο MAS, ανάμεσα στο στρατόπεδο του Άρσε και το στρατόπεδο του πρώην προέδρου Έβο Μοράλες (2006-2019), οι οποίες κηλίδωσαν την εικόνα του προοδευτικού κράτους, την ώρα μάλιστα που η κρίση επιδεινωνόταν.

Στο πλαίσιο αυτό, η δυσπιστία απέναντι στο κράτος δεν έπαψε να οξύνεται. Αναμφίβολα όμως δεν θα είχε πάρει τέτοια έκταση –ούτε θα είχε ανοίξει τον δρόμο για την εκλογική μεταστροφή προς τη Δεξιά– χωρίς τη σταδιακή διάχυση ενός φαντασιακού γύρω από την επιχειρηματικότητα, που επαναπροσδιόρισε ριζικά τους ορίζοντες των πολιτών της Βολιβίας. Οι αναπαραστάσεις αυτές προϋπήρχαν της σημερινής κρίσης, αλλά πλέον διαμορφώνουν τους τρόπους με τους οποίους ένα ολοένα μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού βλέπει τις θεμιτές απαντήσεις στα οικονομικά και πολιτικά αδιέξοδα της χώρας.

«Έχουμε μείνει κολλημένοι στο 2005», δηλώνει με λύπη ο πρώην αντιπρόεδρος Άλβαρο Γαρσία Λινέρα, που είχε κυβερνήσει τη χώρα στο πλευρό του Έβο Μοράλες. Συνομιλούμε μαζί του την επομένη του πρώτου γύρου των προεδρικών εκλογών, όπου για πρώτη φορά μετά από είκοσι χρόνια δύο υποψήφιοι της Δεξιάς κατέλαβαν τις δύο πρώτες θέσεις. «Δεν αντιληφθήκαμε», μας ομολογεί, «ότι οι άνθρωποι τους οποίους βγάλαμε από την ακραία φτώχεια είχαν νέες προσδοκίες και δεν ήθελαν πια να τους μιλάμε σαν να είναι φτωχοί, αλλά σαν να είναι άνθρωποι ικανοί να συμμετάσχουν στην οικονομική ζωή και να έχουν παραγωγικές δραστηριότητες».

Για αρκετούς σχολιαστές, η ανάδυση μιας νέας μεσαίας τάξης, ευνοημένης από τις αναδιανεμητικές πολιτικές του Μοράλες, πιθανότατα εξηγεί το γεγονός ότι μεγάλο μέρος της εκλογικής βάσης του MAS στράφηκε προς δεξιούς υποψήφιους. Όμως, «δεν έχει ο λαός το δικαίωμα να καταναλώσει; Να έχει τηλεόραση, αυτοκίνητο, smartphone; Θέλουμε έναν λαό ασκητών;», αναρωτιέται ο Γαρσία Λινέρα. «Αυτό θα ήταν μια νέα μορφή πατερναλισμού...» Όταν, τόσο στην καθημερινή πρακτική όσο και στο συλλογικό φαντασιακό, η ευημερία είναι σε μεγάλο βαθμό συνδεδεμένη με την αγοραστική δύναμη, πώς να κατηγορήσει κάποιος όσους και όσες μόλις βγήκαν από τη φτώχεια να κάνουν αυτήν ακριβώς τη σύνδεση;

Κάτι τέτοιο γίνεται ακόμη ευκολότερα κατανοητό εάν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η ανάδυση μιας ευρείας μεσαίας τάξης δεν είναι ο μοναδικός ριζικός μετασχηματισμός που γνώρισε η Βολιβία τα τελευταία είκοσι χρόνια. Ποτέ στο παρελθόν το κράτος δεν κατείχε τόσο κεντρική θέση στην οικονομία –εθνικοποίηση πλουτοπαραγωγικών πόρων, ανασυγκρότηση του δημόσιου τομέα, μάχη κατά της φτώχειας– όσο επί των κυβερνήσεων Μοράλες αλλά, κατά παράδοξο τρόπο, οι παρεμβάσεις αυτές ευνόησαν την επέκταση της αγοράς. Μαζί της, νέες αξίες διαχέονται: ατομική προσπάθεια, προσωπικός πλουτισμός. Και έρχονται να συγκρουστούν μετωπικά με την αντίληψη για τον Βολιβιανό πολίτη όπως την πρεσβεύει το πολυεθνοτικό κράτος, η οποία συγκροτείται γύρω από άξονες όπως η χειραφέτηση, τα δικαιώματα των αυτόχθονων λαών και η συλλογική πρόοδος.

Η νέα πολιτιστική ηγεμονία της αγοράς ανθίζει πάνω στο γόνιμο έδαφος της παραοικονομίας, η οποία αφορούσε ήδη το 70% των εργαζομένων στα τέλη της δεκαετίας του 2000 και σήμερα φθάνει σε ποσοστό 84% (2). Το ειδικό βάρος της στην οικονομία αποτυπώνεται ιδιαίτερα στον δυναμισμό των cholos, των αυτόχθονων πληθυσμών που έχουν εγκατασταθεί στις πόλεις και έχουν στραφεί στο εμπόριο. Η πλατιά επιτυχία τους –που κινείται στα όρια της φορολογικής νομιμότητας– έγινε ανεκτή από το MAS, καθώς στα στρώματα αυτά έβλεπε μια εκλογική κινητήρια δύναμη και έναν μοχλό εσωτερικής κατανάλωσης. Εξάλλου, η πανδημία της Covid-19, υποχρεώνοντας πολλούς Βολιβιανούς να τα βγάλουν πέρα μόνοι τους χωρίς άλλη υποστήριξη, ενίσχυσε την ιδέα ότι το κράτος δεν έφερνε λύσεις και ότι καλύτερα ήταν να παρακάμπτεται.

Τέλος, η ανάπτυξη του Διαδικτύου, που διευκολύνθηκε από την εθνικοποίηση το 2008 της ENTEL, της μεγαλύτερης εταιρείας τηλεπικοινωνιών της χώρας, συνέβαλε στη διάδοση μιας κουλτούρας ατομικής επιτυχίας σε κοινωνικά στρώματα όπου μέχρι τότε ήταν άγνωστη. Οι νέοι, που είναι πολλοί (η ηλικιακή ομάδα 18-35 αντιστοιχεί σε πάνω από το 43% των εγγεγραμμένων στους εκλογικούς καταλόγους το 2024 (3)), δεν έχουν γνωρίσει τις διακρίσεις και την εξαθλίωση της προ Μοράλες εποχής. Στους κόλπους τους κυριαρχεί πλέον η πεποίθηση ότι η ατομική επιχειρηματική πρωτοβουλία αποτελεί τη φυσική οδό κοινωνικής ανέλιξης.

Το φαινόμενο αυτό οφείλεται και σε μια βαθύτερη μετατόπιση. Πολλαπλασιάζοντας τα σχολικά και πανεπιστημιακά ιδρύματα, το MAS πρόσφερε σε ένα μεγάλο μέρος της νεολαίας μια πρόσβαση χωρίς προηγούμενο στη δευτεροβάθμια και την τριτοβάθμια εκπαίδευση: οι απόφοιτοι του δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος υπερδιπλασιάστηκαν μεταξύ 2008 και 2022 (4). Αλλά ο αριθμός των ειδικευμένων θέσεων απασχόλησης δεν ακολούθησε την τάση και παραμένει πολύ χαμηλός. Έτσι, από την πανδημία και μετά, σχεδόν τέσσερις στους δέκα πτυχιούχους εγκατέλειψαν το πεδίο ειδίκευσής τους για να στραφούν σε άλλες δραστηριότητες, συχνά στη μαύρη οικονομία (5). Σε μια χώρα όπου οι θέσεις μηχανικών ή ειδικευμένων τεχνικών παραμένουν λίγες και όπου οι μεγάλες αλυσίδες στο εμπόριο, στο μάρκετινγκ ή στην επικοινωνία προσφέρουν πενιχρές μισθολογικές προοπτικές, οι επαγγελματικοί ορίζοντες μετατοπίζονται προς τη μικρή επιχείρηση. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με πρώτο το TikTok, είναι γεμάτα με μαθήματα που υπογραμμίζουν πόσο εύκολο είναι να ανοίξει κάποιος ένα μικρό εστιατόριο πρόχειρου φαγητού με τηγανητό κοτόπουλο ή μια επιχείρηση εισαγωγών-εξαγωγών κινεζικών προϊόντων προσανατολισμένων στην τοπική ζήτηση.

Ανασύνθεση του πολιτικού τοπίου

Βέβαια, το κυνήγι του κέρδους και η αποφυγή της φορολόγησης δεν είναι κάτι καινούργιο στη Βολιβία. Όμως, σύμφωνα με τον κοινωνιολόγο Κλοντ Λε Γκουίλ, «η ένταση του φαινομένου, ακόμη και στις αγροτικές περιοχές, είναι πρωτοφανής». Έτσι, στην περιοχή των ορυχείων του Ποτοσί, ο Λε Γκουίλ διαπιστώνει την εξάπλωση έντονα ατομικιστικών λογικών όσον αφορά τη διανομή των κερδών από τις εξορύξεις, στους κόλπους ενός κλάδου που για πολύ καιρό ήταν δομημένος γύρω από μορφές συλλογικής και συνδικαλιστικής οργάνωσης. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η γοητεία που άσκησε ο Ροδρίγο Πας, υποψήφιος του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος (PDC) και υποστηρικτής ενός «καπιταλισμού για όλους», ο οποίος επικράτησε στον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών με ποσοστό 32,6%, δεν προκαλεί καμία έκπληξη: στο πρόσωπό του αποκρυσταλλώνεται πλέον μια λαϊκή ταύτιση που κάποτε ενσαρκωνόταν από τον Μοράλες. Ο ιθαγενής πρώην cocalero (καλλιεργητής κόκας) που έγινε πρόεδρος, αποκλεισμένος από τις εκλογές με απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου, κάλεσε τους πολίτες να ψηφίσουν λευκό και δεν υποστήριξε καμία από τις δύο υποψηφιότητες από τον χώρο της Αριστεράς. Ο κατακερματισμός της εκμηδένισε τις πιθανότητες κάποιου αριστερού υποψηφίου να βρεθεί στον δεύτερο γύρο.

Ο Πας ισχυρίζεται ότι θα εγκαταλείψει τόσο τον κρατισμό του MAS (πρέπει «η οικονομία να ανήκει στον λαό και όχι στο κράτος», δηλώνει) όσο και τον ελιτίστικο νεοφιλελευθερισμό της παραδοσιακής Δεξιάς. Όπως μας το ερμηνεύει ο κοινωνιολόγος Πάμπλο Μαμάνι, η ρητορική αυτή ανταποκρίνεται στις προσδοκίες των επιχειρηματιών της λαϊκής οικονομίας. Κατά τα άλλα, ο Πας αυτοπροβάλλεται ως ένα είδος αουτσάιντερ, παρά την εικοσαετή πολιτική σταδιοδρομία του. Επιδιώκει να τοποθετήσει μια πολιτική διαχωριστική γραμμή μεταξύ της ελίτ και του λαού: «Υπάρχει μια Βολιβία που δεν λαμβάνεται υπόψη». Η εκλογική διείσδυσή του, ιδιαίτερα ισχυρή στα παλαιά προπύργια του MAS (ιδιαίτερα στις πόλεις του Αλτιπλάνο), εξηγείται επίσης και από τη λαϊκιστική ρητορική του αντιπροέδρου του Εντμάν Λάρα, πρώην αξιωματικού της αστυνομίας που εξελίχθηκε σε αναγνωρίσιμη πολιτική φυσιογνωμία όταν κατήγγειλε στο Διαδίκτυο τη διαφθορά της αστυνομίας και τα εμπόδια –φόρους, δασμούς κ.τ.λ.– που συναντά ως επιχειρηματίας.

Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης προσέδωσαν στο ντουέτο μια αύρα εγγύτητας και αυθεντικότητας. Λειτούργησαν ως πολλαπλασιαστές της ρητορικής τους εναντίον του κατεστημένου, η οποία κατόρθωσε να προσελκύσει τους πρώην ψηφοφόρους του MAS χωρίς να τους κάνει να γλιστρήσουν προς την πιο σκληρή παραδοσιακή Δεξιά: μια πολιτική δύναμη με πάντα ισχυρή επιρροή στο ανατολικό τμήμα της χώρας και εκπρόσωπο τον Χόρχε «Τούτο» Κιρόγα της Ελεύθερης Συμμαχίας (δεύτερος στον πρώτο γύρο με ποσοστό 26,7%). Ο Κιρόγα, αντιπρόεδρος στην κυβέρνηση του πρώην δικτάτορα Ούγο Μπάνσερ (1971-1978) όταν αυτός επανήλθε στην εξουσία με νόμιμο τρόπο το 1997 και, στη συνέχεια, μεταβατικός πρόεδρος από το 2001 έως το 2002, έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στο πραξικόπημα του 2019. Ο Κιρόγα ενσαρκώνει την επιστροφή των παλαιών νεοφιλελεύθερων συνταγών της δεκαετίας του 1990.

Η ανασύνθεση του πολιτικού τοπίου που βρίσκεται σε εξέλιξη στη Βολιβία εγγράφεται στο πλαίσιο μιας γενικότερης τάσης σε επίπεδο Λατινικής Αμερικής. Η άμπωτη του προοδευτικού κύκλου, που ξεκίνησε την προηγούμενη δεκαετία, ανοίγει σήμερα τον δρόμο στην ενίσχυση λαϊκιστικών δεξιών ρευμάτων, τα οποία, ενώ μιλούν στο όνομα των λαϊκών στρωμάτων, επανεισάγουν με νέες μορφές τα δόγματα του οικονομικού φιλελευθερισμού και τη λογική ευθυγράμμισης με την Ουάσιγκτον. Και οι δύο υποψήφιοι για τον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών μετέβησαν κάποια στιγμή στην Ουάσιγκτον κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας τους προκειμένου να διαπραγματευτούν δάνεια και να αποσπάσουν την υποστήριξη της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ. Στον δεύτερο γύρο, ο Πας επικράτησε με ποσοστό 54,7%. Χωρίς να αποτελεί έκπληξη, το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών χαιρέτισε αμέσως τη νίκη του, συνώνυμη της επιστροφής των αμερικανικών συμφερόντων στην περιοχή: «Προσβλέπουμε στη συνεργασία με τον νέο πρόεδρο Ροδρίγο Πας για να αποκαταστήσουμε την οικονομική σταθερότητα, να τονώσουμε την ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα και να ενισχύσουμε την ασφάλεια» (Χ, 20 Οκτωβρίου 2025). Χωρίς αμφιβολία, ο νέος πρόεδρος θα ανταποκριθεί στη χείρα φιλίας που του τείνουν...

Franck Poupeau

Κοινωνιολόγος

Maëlle Mariette

Δημοσιογράφος
μετάφραση: Χάρης Λογοθέτης

(1Βλ. Renaud Lambert, «En Bolivie, un coup d’État trop facile», Le Monde diplomatique, Δεκέμβριος 2019.

(2Ilostat data explorer, Διεθνής Οργανισμός Εργασίας (ILO), 15 Οκτωβρίου 2025.

(3Personas entre 18 y 35 años representan el 43,46 % del padrón para las elecciones judiciales, Agencia Boliviana de Información (ABI), 5 Νοεμβρίου 2024.

(4Σύμφωνα με τα δεδομένα του Instituto Nacional de Estadística (INE, Εθνικό Ινστιτούτο Στατιστικής της Βολιβίας), www.ine.gob.bo.

(5Luis Fernando Romero Torrejón, Bolivia, baja desocupación, pero alta informalidad, Agencia de Noticias Fides (ANF), 18 Ιουλίου 2024.

Μοιραστείτε το άρθρο