Αποσπώντας στις 8 Αυγούστου του 2025, στο Οβάλ Γραφείο, την υπογραφή μιας προκαταρκτικής συμφωνίας με προοπτική τη σύναψη συνθήκης ειρήνης από τον πρόεδρο του Αζερμπαϊτζάν Ιλχάμ Αλίεφ και τον πρωθυπουργό της Αρμενίας Νικόλ Πασινιάν, ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ υλοποίησε εκείνο που η Ομάδα του Μινσκ δεν είχε καταφέρει μετά από τριάντα και πλέον χρόνια συγκρούσεων. Αυτό το πολυμερές όργανο, που δημιουργήθηκε το 1992 υπό τη συμπροεδρία των ΗΠΑ, της Γαλλίας και της Ρωσίας, συμπεριλάμβανε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, την Τουρκία, καθώς και τα εμπόλεμα κράτη. Με τον «Διάδρομο Τραμπ για τη Διεθνή Ειρήνη και Ευημερία» (TRIPP), που αναμένεται να συνδέσει μέσα από το αρμενικό έδαφος το Αζερμπαϊτζάν με τον εξωτερικό θύλακά του, το Ναχτσιβάν, χάρη σε υποδομές που θα χρηματοδοτεί, έως και θα φρουρεί, η Ουάσιγκτον, ο Τραμπ συμβάλλει στην άρση ενός σημαντικού εμποδίου για την ειρήνη. Με την ευκαιρία, πραγματοποιεί μία από αυτές τις πολιτικο-εμπορικές δοσοληψίες στις οποίες έχει αδυναμία. Ωστόσο, αυτός ο διάδρομος διέλευσης υλοποιεί πάνω απ’ όλα ένα μεγάλο παντουρκικό όνειρο: τη διασφάλιση της εδαφικής συνέχειας μεταξύ της Τουρκίας και του τουρκόφωνου κόσμου της Ανατολής.
Αυτή η προκαταρκτική συμφωνία σκοπεύει να βάλει τέλος σε μια σύγκρουση που γνώρισε πολλές αναζωπυρώσεις, οι οποίες συνδέονται με τον κατακερματισμό των πληθυσμών στην περιοχή (1). Χωρίς να ανατρέξουμε στην ιστορία των εδαφών αυτών, για τα οποία ερίζουν Αρμένιοι και Αζέροι εδώ και αιώνες, μπορούμε να τοποθετήσουμε χρονικά τις απαρχές της αντιπαλότητας στον Ιούλιο του 1921. Ο Ιωσήφ Στάλιν επέβαλε τότε μια ασύμμετρη διαίρεση: από τη μία πλευρά το Ναχτσιβάν, που χωρίζεται από το υπόλοιπο Αζερμπαϊτζάν από το Σιουνίκ, τη νοτιότερη επαρχία της Αρμενίας, και το οποίο φιλοξενούσε έναν σημαντικό πληθυσμό Αζέρων (μεταξύ των οποίων βρίσκεται και η ισχυρή φατρία των Αλίεφ), έγινε μια αυτόνομη δημοκρατία υπό την κηδεμονία του Μπακού. Από την άλλη πλευρά, το Ναγκόρνο Καραμπάχ («μαύρος κήπος» στα τουρκικά, ενώ οι Αρμένιοι το αποκαλούν Αρτσάχ), που κατοικείται κατά πλειοψηφία από Αρμένιους, έγινε μια αυτόνομη περιφέρεια, περίκλειστη από το αζερικό έδαφος, και εκείνη υπό την εξουσία του Μπακού.
Το 1994, με το τέλος ενός πολέμου που προκάλεσε χιλιάδες θύματα, κυρίως Αζέρους, και μαζικές εκτοπίσεις πληθυσμού, οι Αρμένιοι του Ναγκόρνο Καραμπάχ επέβαλαν την αυτονομία των εδαφών τους και κατέλαβαν όλες τις γύρω επαρχίες του Αζερμπαϊτζάν, οι οποίες είχαν εκκενωθεί από τους κατοίκους τους. Επί μία εικοσαετία, οι διαδοχικές αρμενικές κυβερνήσεις, όλες υπό την ηγεσία ανθρώπων προερχόμενων από το Ναγκόρνο Καραμπάχ, δεν κατόρθωσαν να μεταφέρουν αυτή τη στρατιωτική νίκη στο διπλωματικό πεδίο (2).
Οι ηγέτες της Αρμενίας συμπεριφέρθηκαν ωσάν τα εδάφη που έλεγχαν από το 1994 να είχαν αποκτηθεί οριστικά, παρά τις δηλώσεις του προέδρου Χεϊντάρ Αλίεφ (1993-2003) και κατόπιν του διαδόχου του Ιλχάμ, οι οποίοι διαβεβαίωναν ότι ποτέ η χώρα τους δεν θα παραχωρούσε σπιθαμή γης από εκείνες τις περιοχές και υπόσχονταν να τις ανακαταλάβουν διά των όπλων εάν δεν βρισκόταν καμία διπλωματική λύση. Όμως, το οικονομικό μάννα εξ ουρανού που αντιπροσώπευε η εκμετάλλευση των υπεράκτιων κοιτασμάτων του Αζερμπαϊτζάν επέτρεψε σταδιακά στο Μπακού να εκσυγχρονίσει τη χώρα και να εξοπλίσει τον στρατό της, υπερδεκαπλασιάζοντας τον στρατιωτικό προϋπολογισμό της.
Σιδηρόδρομος, καλώδια Διαδικτύου και αγωγοί υδρογονανθράκων
Με δύο αποφασιστικές επιθέσεις, το 2020 και κατόπιν το 2023, ο στρατός του Αζερμπαϊτζάν, που πλέον έχει εκσυγχρονιστεί και υποστηρίζεται από την Τουρκία και το Ισραήλ, ανέτρεψε την κατάσταση προς όφελός του, αυξάνοντας τις βιαιοπραγίες και αναγκάζοντας τον αρμενικό πληθυσμό του Ναγκόρνο Καραμπάχ σε μαζική φυγή προς την Αρμενία. Έτσι, στράφηκε εναντίον των Αρμενίων η εθνοκάθαρση που εφάρμοσαν στα υπό κατάληψη εδάφη μεταξύ 1992 και 1994. Η «διεθνής κοινότητα» παρακολούθησε ανήμπορη αυτή την αντιστροφή της κατάστασης. Η κατάπαυση του πυρός που υπογράφηκε με πρωτοβουλία του Βλαντιμίρ Πούτιν στις 9 Νοεμβρίου 2020 επικύρωσε την είσοδο της Τουρκίας στο παιχνίδι, η οποία ορίστηκε να επιτηρεί την εφαρμογή της μαζί με τη Ρωσία (3). Πρόβλεπε τη δημιουργία ενός διαμετακομιστικού διαδρόμου ανάμεσα στο Αζερμπαϊτζάν και το Ναχτσιβάν. Ωστόσο, στις αρχές του 2025, το σχέδιο αυτό δεν είχε προχωρήσει ούτε στο ελάχιστο. Οπότε, το Μπακού, που εξακολουθεί να ελέγχει περίπου διακόσια τετραγωνικά χιλιόμετρα εδάφους που απέσπασε από την Αρμενία κατά τη διάρκεια αυτών των δύο εισβολών, απειλούσε να ανοίξει τη διαδρομή διά της βίας εάν χρειαστεί.
Το ζήτημα του διαδρόμου απουσιάζει από την προκαταρκτική συμφωνία ειρήνης που συνάφθηκε το καλοκαίρι του 2025, αναφέρεται ωστόσο σε μια κοινή δήλωση των ηγετών της Αρμενίας και του Αζερμπαϊτζάν και εξετάστηκε χωριστά σε ένα τριμερές πρωτόκολλο συμφωνίας μεταξύ των δύο χωρών και των Ηνωμένων Πολιτειών. Η αμερικανική πατρωνία συμβολίζει αφ’ εαυτής τη στρατηγική οπισθοχώρηση που σημείωσε το Κρεμλίνο στον Καύκασο από το 2020. Εντούτοις, ως μέλος του Οργανισμού της Συνθήκης Συλλογικής Ασφαλείας (ΟΣΣΑ) (4) από το 2002, η Αρμενία επί μακρόν αποτελούσε ένα βασικό δομικό στήριγμα της ρωσικής παρουσίας στην περιοχή. Όμως, το 2020, κατά την πρώτη αζερική επίθεση, η Ρωσία δεν ενεργοποίησε τη ρήτρα στρατιωτικής βοήθειας σε περίπτωση επίθεσης, προβάλλοντας το επιχείρημα ότι, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, το Ναγκόρνο Καραμπάχ αποτελούσε επισήμως μέρος του Αζερμπαϊτζάν. Ο ρωσικός στρατός δεν αναπτύχθηκε παρά την τελευταία στιγμή, τον Νοέμβριο του 2020, αποτρέποντας μόλις και μετά βίας την κατάληψη του Στεπανακέρτ (Χανκεντί στα αζερικά) από το Αζερμπαϊτζάν. Επιπλέον, η ρωσική διαμεσολαβητική δύναμη δεν υποχρέωσε τους Αζέρους να άρουν τον αποκλεισμό που είχαν επιβάλει στον διάδρομο του Λατσίν, μια δίοδο ζωτικής σημασίας για την επιβίωση του πληθυσμού του θύλακα. Ούτε αντέδρασε στο «ροκάνισμα» του κυρίαρχου εδάφους της Αρμενίας από τον αζερικό στρατό.
Αισθανόμενη ότι την έχει εγκαταλείψει ο κυριότερος σύμμαχός της, η αρμενική κυβέρνηση άρχισε τότε να γίνεται ολοένα και πιο επικριτική απέναντι στην πολιτική της Μόσχας. Το 2023, ο Πασινιάν χαρακτήρισε «στρατηγικό λάθος» την απόφαση των προκατόχων του να εμπιστευτούν την ασφάλεια της χώρας του αποκλειστικά στη Ρωσία (5). Μποϋκόταρε τις συνόδους κορυφής του ΟΣΣΑ και πάγωσε τη συμμετοχή της Αρμενίας στον οργανισμό. Παράλληλα, το Γιερεβάν διαφοροποίησε τους παρόχους της ασφάλειάς του, προσεγγίζοντας ενεργά τις ΗΠΑ και την Ευρωπαϊκή Ένωση –με τη Γαλλία να ανακοινώνει έτοιμη να του προμηθεύσει όπλα (6). Η συνάντηση του Πασινιάν με τον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών Άντονι Μπλίνκεν τον Μάιο του 2022 άνοιξε τον δρόμο για πολλές επισκέψεις Αμερικανών αξιωματούχων και μελών του Κογκρέσου στο Γιερεβάν, ανάμεσά τους και της Νάνσι Πελόζι. Στις αρχές του 2025, οι Ρώσοι συνοριοφύλακες που, δυνάμει μιας συμφωνίας που υπογράφηκε το 1992, έλεγχαν τα σημεία διέλευσης προς το Ιράν και την Τουρκία αποσύρθηκαν, κατόπιν αιτήματος της αρμενικής κυβέρνησης, από τον συνοριακό σταθμό του Αγκαράκ, στα νότια της χώρας, λίγους μήνες μετά την απομάκρυνσή τους από το διεθνές αεροδρόμιο Ζβαρτνότς (κοντά στο Γιερεβάν). Παράλληλα, ενεργοποιήθηκαν οι απευθείας διαπραγματεύσεις μεταξύ των εμπόλεμων πλευρών, υπό την αιγίδα των ΗΠΑ και της ΕΕ, αλλά χωρίς τη Ρωσία. Και ενόσω οι σχέσεις Μόσχας και Μπακού δεν ήταν ποτέ άλλοτε τόσο ψυχρές, ιδίως λόγω της συντριβής ενός αζερικού πολιτικού αεροσκάφους στη Ρωσία τον Δεκέμβριο του 2024, η σύναψη της προκαταρκτικής συμφωνίας της 8ης Αυγούστου επιτείνει την αποδυνάμωση της Ρωσίας στον Νότιο Καύκασο. Θα πρέπει όμως το αμερικανικό σχέδιο να κάνει πραγματικότητα τις ελπίδες που εγείρει.
Η υλοποίηση του άξονα επικοινωνίας που πρότεινε ο Ντόναλντ Τραμπ παραμένει αβέβαιη. Πρόκειται για την επαναλειτουργία μιας σιδηροδρομικής γραμμής που θα συνοδεύεται από αυτοκινητόδρομο ταχείας κυκλοφορίας, καλώδια Διαδικτύου και αγωγούς υδρογονανθράκων, στα σαράντα δύο χιλιόμετρα που χωρίζουν το Αζερμπαϊτζάν από το Ναχτσιβάν κατά μήκος του ποταμού Αράξη. Ο διάδρομος αυτός, σύνδεσμος της Τουρκίας με το σύνολο του τουρκόφωνου κόσμου ένθεν και ένθεν της Κασπίας, προβλέπεται να χρηματοδοτηθεί από τις ΗΠΑ και να έχει ως διαχειριστή μια μεικτή αμερικανο-αρμενική κοινοπραξία που θα ενεργεί σύμφωνα με την αρμενική νομοθεσία. Αυτή είναι τουλάχιστον η λύση που υποστηρίζει το Γιερεβάν, καθώς αντιτίθεται έντονα σε οποιαδήποτε αμφισβήτηση της κυριαρχίας του. Σε αυτή την περίπτωση η λύση θα πλησίαζε εκείνη που υιοθετήθηκε από τις δύο Γερμανίες για το θέμα του Δυτικού Βερολίνου: ο αυτοκινητόδρομος που συνέδεε τη Δυτική Γερμανία με τον θύλακα ήταν υπό την κατοχή και διαχείριση των Ανατολικογερμανών, που διασφάλιζαν δικαίωμα απρόσκοπτης διέλευσης από το έδαφός τους (χωρίς τη δυνατότητα εξόδου προς αυτό).
Από την άλλη πλευρά, το Μπακού και η Άγκυρα θα ήθελαν η διαδρομή να είναι εξωεδαφική και η διαχείρισή της να γίνεται από τρίτους –μια επιλογή που θα απέκλειε τους Αρμένιους από τον έλεγχο του εδάφους τους, χωρίς ωστόσο να γίνει ξεκάθαρη προσάρτηση του διαδρόμου από το Αζερμπαϊτζάν. Ήδη το 1992, προκειμένου να ξεπεραστεί το πρόβλημα της ασυνέχειας των εδαφών με αρμενικό και αζερικό πληθυσμό, ο Πολ Γκομπλ, μέλος τότε του αμερικανικού διπλωματικού προσωπικού, είχε προτείνει τη μεταφορά της νότιας λωρίδας του αρμενικού εδάφους στο Αζερμπαϊτζάν, με αντάλλαγμα τον διάδρομο του Λατσίν, το πέρασμα που συνδέει το Ναγκόρνο Καραμπάχ με την Αρμενία (7). Η ιδέα αυτή, που έχει αναφερθεί συχνά, είναι πλέον παρωχημένη, αφού το Μπακού ανέκτησε διά της βίας τη συγκεκριμένη επαρχία, καθώς και προσκείμενά της εδάφη. Το Γιερεβάν, η Μόσχα και η Τεχεράνη απέρριπταν ανέκαθεν αυτή την πρόταση, καθώς θα στερούσε από την Αρμενία το κοινό σύνορό της με το Ιράν, από το οποίο εξαρτάται η οικονομική επιβίωσή της.
Μια αβέβαιη εφαρμογή
Η λέξη «διάδρομος», που θίγει τους Αρμένιους, καθώς ανησυχούν ότι η κατάσταση θα εκτραπεί προς την προσάρτηση, έχει εξαφανιστεί από τα έγγραφα που υπογράφηκαν στην Ουάσιγκτον –αυτό ωστόσο δεν διευθετεί το ζήτημα της ασφάλειας του περάσματος. Μια και το Μπακού αρνείται την τοποθέτησή του υπό τον έλεγχο των Αρμενίων και επειδή οι Ρώσοι έχουν απομακρυνθεί από τα σύνορα μετά τον Ιανουάριο του 2025, υπάρχουν σκέψεις για την εμπλοκή μιας δυτικής δύναμης, ακόμα και των διαδόχων της Blackwater, του ιδιωτικού αμερικανικού στρατού, της οποίας ο ιδρυτής Έρικ Πρινς, άτομο του περιβάλλοντος Τραμπ, χαίρει και πάλι ευνοίας (8). Το άρθρο 7 της προκαταρκτικής συμφωνίας της 8ης Αυγούστου διευκρινίζει σαφώς ότι καμία ξένη δύναμη δεν θα πρέπει να τοποθετηθεί στα σύνορα των δύο κρατών, ωστόσο δεν λέει τίποτα σχετικά με εκείνα που χωρίζουν την Αρμενία από το Ιράν ή την Τουρκία. Πώς λοιπόν θα διασφαλιστεί η λειτουργία της διάβασης σε αυτόν τον θεσμικό μηχανισμό; Διότι οι Αρμένιοι ηγέτες, όπως και οι Ρώσοι και οι Ιρανοί, δεν σκοπεύουν να αφήσουν τον TRIPP να μπλοκάρει τη διαδρομή –και κυρίως τις γραμμές υψηλής τάσης και τους αγωγούς αερίου που συνδέουν το Ιράν με τη Ρωσία μέσω της Αρμενίας και της Γεωργίας, σε έναν άξονα βορρά-νότου. Ο Πολ Γκομπλ, πλέον ερευνητής στο Ινστιτούτο Παγκόσμιας Πολιτικής της Ουάσιγκτον, έκανε τη χειρότερη πρόβλεψη σε ένα άρθρο που προηγήθηκε της προκαταρκτικής συμφωνίας της 8ης Αυγούστου: «Όσο περισσότερο πλησιάζει η ειρηνευτική συμφωνία, τόσο πιο πιθανή γίνεται η έκρηξη μιας νέας, ευρύτερης σύγκρουσης» (9). Ο Αλί Ακμπάρ Βελαγιατί, σύμβουλος του Ιρανού προέδρου, φαίνεται να απηχεί τα λόγια του: «Αυτή η δίοδος δεν θα είναι πόρτα για τους μισθοφόρους του Τραμπ, θα είναι ο τάφος τους» (10). Εντούτοις, ούτε η Τεχεράνη ούτε η Μόσχα, εξασθενημένες σήμερα, φαίνονται ικανές να εμποδίσουν αυτή τη διαδικασία αν φτάσει σε στάδιο υλοποίησης.
Εξάλλου, οι υποστηρικτές του σχεδίου προβάλλουν τον TRIPP ως έναν πολυμορφικό άξονα, καθώς θα συμπεριλαμβάνει αγωγούς φυσικού αερίου και πετρελαίου, που θα μπορούσε να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο στον «Μεσαίο Διάδρομο» μεταξύ της Ευρώπης και της Κασπίας Θάλασσας. Όμως, η τρέχουσα κατάσταση δεν έχει πια καμία σχέση με εκείνη που κυριαρχούσε κατά την έναρξη της λειτουργίας του Διαδρόμου Μεταφορών Ευρώπης-Καυκάσου-Ασίας (TRACECA) το 1992 από την Ευρωπαϊκή Ένωση και δεκατέσσερις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, του Καυκάσου και της Κεντρικής Ασίας (11). Έκτοτε, ανακαινίστηκαν τα λιμάνια της Γεωργίας και του Αζερμπαϊτζάν και η σιδηροδρομική γραμμή που τα συνδέει. Το 2005 και το 2006 εγκαινιάστηκαν ο πετρελαιαγωγός Μπακού-Τιφλίδα-Τζεϊχάν και ο αγωγός φυσικού αερίου Μπακού-Ερζερούμ. Ένας νέος αυτοκινητόδρομος, χρηματοδοτημένος από την Κίνα στο πλαίσιο των Νέων Δρόμων του Μεταξιού (BRI), συνδέει την Τιφλίδα με τη Μαύρη Θάλασσα. Μια άλλη σιδηροδρομική γραμμή, η Μπακού-Τιφλίδα-Καρς, έχει ανοίξει από το 2017. Οπότε είναι δύσκολο να δώσουμε βάση στις θαυμαστές εξαγγελίες περί της αποδοτικότητας του –ελάχιστα βραχύτερου από τους άλλους– νέου άξονα.
Τέλος, ορισμένες πολιτικές προϋποθέσεις παραμένουν σε εκκρεμότητα. Προκειμένου να επιτευχθεί πλήρης νομική επικύρωση της συμφωνίας, ο Πασινιάν δεσμεύτηκε για τροποποιήσεις στο Σύνταγμα της χώρας, που περιλαμβάνει το Ναγκόρνο Καραμπάχ στη Δημοκρατία της Αρμενίας. Μόνο που για κάτι τέτοιο είναι απαραίτητη η συναίνεση του μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού της χώρας, κάτι που απέχει πολύ από την τρέχουσα κατάσταση. Η αντιπολίτευση καταλογίζει στο κείμενο της συμφωνίας ότι δεν αναφέρει τα αρμενικά εδάφη που συνεχίζει να κατέχει το Μπακού και ότι αδιαφορεί για την τύχη των κρατουμένων στις φυλακές του Αζερμπαϊτζάν.
Στο Γιερεβάν δίνεται επίσης ιδιαίτερη έμφαση στο δικαίωμα επιστροφής των Αρμενίων που το επιθυμούν στο Ναγκόρνο Καραμπάχ και στην τύχη των αρμενικών μνημείων της περιοχής, κάποια από τα οποία έχουν ήδη καταστραφεί. Και εκεί βρίσκονται επίσης οι προϋποθέσεις για μια βιώσιμη ειρήνη. Επιπλέον, μπροστά σε έναν Αμερικανό πρόεδρο με ευμετάβλητη συμπεριφορά, πιέσεις από την Ευρώπη και τη Γαλλία αναμφίβολα θα συνέβαλλαν αποτελεσματικά στην –ακόμη πολύ αβέβαιη– εφαρμογή αυτής της συμφωνίας ειρήνης. Θα είναι άραγε η Αμερική του Τραμπ ένας καλύτερος εγγυητής ασφάλειας για την Αρμενία από τη Ρωσία του Πούτιν; Αυτό μένει να αποδειχθεί.