Ήταν σαν απελευθέρωση. «Μια νέα γενιά χειραφετείται από την επιρροή του Βίλντερς», δήλωνε γεμάτη χαρά η κεντρώα εφημερίδα NRC στις 30 Οκτωβρίου. «Ένας χαρούμενος φιλελεύθερος σε μια χώρα της άκρας Δεξιάς», συμφωνούσε και επαύξανε η De Groene Amsterdammer την ίδια ημέρα. «Ζήτω! Ήρθε η σειρά των κομμάτων του κέντρου», πανηγύριζε στη Γερμανία η Süddeutsche Zeitung (επίσης στις 30 Οκτωβρίου). Εξυμνώντας το «μάθημα για τους προοδευτικούς» (The Guardian, 5 Νοεμβρίου 2025), τα μεγάλα έντυπα του διεθνούς Τύπου ομοφωνούσαν. Ήταν ανακουφισμένα από τα αποτελέσματα των βουλευτικών εκλογών της 29ης Οκτωβρίου και την εξασφάλιση της πρώτης θέσης από το φιλελεύθερο προοδευτικό κόμμα Democraten 66 (D66), που συγκέντρωσε τον μεγαλύτερο αριθμό ψήφων και κατέλαβε 26 έδρες. «Σήμερα», διακήρυσσε ο ηγέτης του κόμματος Ρομπ Γέτεν λίγο μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων, «εκατομμύρια Ολλανδοί γύρισαν σελίδα». Και αυτή η επιλογή αποτελεί, κατά τη γνώμη του, έναν λόγο αισιοδοξίας για δεκάδες εκατομμύρια Ευρωπαίων ή Αμερικανών. «Ναι, μπορούμε να νικήσουμε τους λαϊκιστές», δήλωνε στους New York Times (6 Νοεμβρίου).
Στην πραγματικότητα, όσο κι αν το Κόμμα για την Ελευθερία (PVV) του Γκερτ Βίλντερς έχασε 12 από τις 38 έδρες του στην Κάτω Βουλή, το ολλανδικό πολιτικό τοπίο δεν έχει στ’ αλήθεια αλλάξει. Το μπλοκ της ριζοσπαστικής Δεξιάς δεν υποχώρησε (42 έδρες έναντι 41 προηγουμένως), απλά έγινε μια ανασύνθεσή του: προς όφελος του JA21 («Δίκαιη Απάντηση 2021», 9 έδρες) και του Φόρουμ για τη Δημοκρατία υπό την ηγεσία του Τιερύ Μπαντέτ (7 έδρες) και εις βάρος του κινήματος του Βίλντερς, που είχε θριαμβεύσει το 2023, έχοντας προηγηθεί κατά πολύ των υπόλοιπων κομμάτων. Αυτή τη φορά, το D66 προηγήθηκε των αντιπάλων του με τη μικρότερη διαφορά στην ολλανδική ιστορία. Αν και, διαθέτοντας τον ίδιο αριθμό εδρών με το Κόμμα για την Ελευθερία αλλά περισσότερες ψήφους, ο ηγέτης του δικαιούνταν να επιχειρήσει να συγκροτήσει κυβερνητικό συνασπισμό, θα το κατορθώσει οριακά, δεδομένης της εκτεταμένης πολυδιάσπασης του Κοινοβουλίου.
Επί μακρόν, η Ολλανδία υπερηφανευόταν ότι αποτελούσε υπόδειγμα σταθερότητας. Το Λαϊκό Κόμμα για την Ελευθερία και τη Δημοκρατία (VVD, φιλελεύθερη Δεξιά) κυριαρχούσε τις τρεις τελευταίες δεκαετίες. Ο ηγέτης του Μαρκ Ρούτε ηγήθηκε τεσσάρων διαδοχικών κυβερνητικών συνασπισμών από το 2010 έως το 2024. Κατέκτησε έτσι το ρεκόρ μακροημέρευσης στην πρωθυπουργία καθ’ όλη την ιστορία της χώρας, καθώς και το παρατσούκλι «Τεφλόν Μαρκ» χάρη στην ικανότητά του να βγαίνει αλώβητος από τα πολιτικά σκάνδαλα. Όπως και άλλα κόμματα της κεντροδεξιάς στην Ευρώπη, το Λαϊκό Κόμμα ορκιζόταν ότι δεν θα σχημάτιζε ποτέ κυβέρνηση με την άκρα Δεξιά, παρά το γεγονός ότι υιοθετούσε ορισμένες από τις θέσεις της στο ζήτημα της μετανάστευσης, πιο στρογγυλεμένες όμως. Η γραμμή του, που αναμειγνύει οικονομική ορθοδοξία και πολιτισμικό συντηρητισμό, φαινόταν να του διασφαλίζει ευρεία εκλογική βάση.
Μετατόπιση του «παραθύρου του Όβερτον»
Όμως, μετά την πανδημία COVID-19, οι νεοφιλελεύθερες συνταγές του Λαϊκού Κόμματος φάνταζαν λιγότερο ελκυστικές και η ανησυχία που προκαλούσε ο πληθωρισμός κυριάρχησε στην πέμπτη οικονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πόσο μάλλον που, για τα 17 εκατομμύρια κατοίκων της χώρας, η περίθαλψη κοστίζει ακριβά και η στέγη έχει φτάσει σε δυσθεώρητα ύψη. Ταυτόχρονα, η μετανάστευση άρχισε να κατέχει κομβική θέση στις πολιτικές συζητήσεις. Μετά τη μεταναστευτική κρίση του 2015, το Λαϊκό Κόμμα είχε όντως περιορίσει τις δομές υποδοχής των αιτούντων άσυλο. Οι σημαντικές δημοσιονομικές περικοπές του 2017 οδήγησαν στο κλείσιμο σχεδόν πενήντα κέντρων υποδοχής και στην απόλυση χιλιάδων υπαλλήλων της ολλανδικής υπηρεσίας μετανάστευσης (IND). Το αποτέλεσμα; Διαδικασίες για τη χορήγηση ασύλου που δεν διεκπεραιώνονται, κέντρα υποδοχής ασφυκτικά γεμάτα και εκατοντάδες αιτούντες άσυλο αναγκασμένοι να κοιμούνται σε σκηνές. Κάτι που οδήγησε σε χαοτικές καταστάσεις και σε συμπλοκές μεταξύ προσφύγων, μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες. Αν και ο αριθμός των αιτούντων άσυλο δεν αυξήθηκε σημαντικά, η πλέον ριζοσπαστική Δεξιά κατόρθωσε να επιβάλει την εικόνα μιας χώρας που κατακλύζεται από ανεξέλεγκτες μεταναστευτικές ροές.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες, το καλοκαίρι του 2023 το Λαϊκό Κόμμα επέλεξε να ποντάρει στη μετανάστευση. Προσπάθησε να σκληρύνει την πολιτική του σε αυτό το πεδίο, ενάντια στη γνώμη των εταίρων του στον κυβερνητικό συνασπισμό, με αποτέλεσμα να πέσει η τέταρτη κυβέρνηση Ρούτε. Ο πρωθυπουργός αποσύρθηκε από την πολιτική σκηνή για να αναλάβει καθήκοντα ως γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ και στην ηγεσία του κόμματος ανήλθε η Ντιλάν Γεσιλγκιόζ. Οπαδός των «πολιτισμικών πολέμων», γεννημένη στην Τουρκία και κουρδικής καταγωγής, καλλιέργησε ένα ύφος περισσότερο πολωτικό από εκείνο του προκατόχου της. Υπό την ηγεσία της, το Λαϊκό Κόμμα αποφάσισε να αφήσει την πόρτα ανοιχτή στο ενδεχόμενο μιας συνεργασίας με το Κόμμα για την Ελευθερία: η δεξιά πτέρυγα του κόμματος βίωνε ως ακύρωση το γεγονός ότι ήταν υποχρεωμένο να σχηματίζει διαρκώς κυβερνητικούς συνασπισμούς με την κεντροαριστερά. Και έτσι, κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας που ακολούθησε, το Λαϊκό Κόμμα μετέτρεψε τη μετανάστευση σε κεντρική θεματική του.
Έκτοτε, η χώρα δεν έχει πάψει να συζητάει γι’ αυτό το ζήτημα. Αλλά το Κόμμα για την Ελευθερία ήταν που επωφελήθηκε κατά κύριο λόγο. Υπερίσχυσε στις εκλογές της 22ης Νοεμβρίου 2023 και αναδείχθηκε πρώτο κόμμα στην Κάτω Βουλή. Όσο για το Λαϊκό Κόμμα, σε εκείνες τις εκλογές περιορίστηκε σε 24 έδρες, από τις 34 που κατείχε προηγουμένως. Οι δύο σχηματισμοί σχημάτισαν κυβέρνηση με τη συμμετοχή του Κινήματος Αγροτών-Πολιτών (ΒΒΒ) –ενός αγροτικού κόμματος (1)– και του Νέου Κοινωνικού Συμβολαίου (NSC). Η διευθέτηση της κυβέρνησης ήταν ασυνήθιστη. Κανείς δεν επιθυμούσε να βρεθεί να βρεθεί υπό τις διαταγές του Βίλντερς, ενός ανθρώπου που έχει τη φήμη ότι θέλει να ελέγχει τα πάντα. Έτσι, ο Ρούτε ζήτησε από τον Ντικ Σχοφ, πρώην ανώτερο αξιωματούχο των ολλανδικών μυστικών υπηρεσιών, να αναλάβει την πρωθυπουργία. Όλοι οι αρχηγοί των κομμάτων του κυβερνητικού συνασπισμού παρέμειναν στο Κοινοβούλιο, ενώ η κυβέρνηση διευθυνόταν από τους υπαρχηγούς τους. Μια διευθέτηση που ευνόησε ατελείωτες διαμάχες, ακόμα και τη δημιουργία χάους.
Το Κόμμα για την Ελευθερία όφειλε πλέον να κυβερνήσει. Πολλοί ήλπιζαν ότι αυτό το επεισόδιο θα είχε παιδαγωγικό χαρακτήρα και ότι η αποτυχία του θα αποδείκνυε ότι οι «εύκολες» λύσεις της ριζοσπαστικής Δεξιάς δεν είναι παρά στάχτη στα μάτια. Καθώς ο Βίλντερς δυσπιστεί απέναντι σε οποιονδήποτε δείχνει να διαθέτει ταλέντο ή χαρισματικότητα, τα άτομα που επέλεξε για να υπηρετήσουν υπό τις διαταγές του αποδείχθηκαν, κατά κανόνα, παντελώς ανίκανα. Μία ακόμη δυσκολία που αντιμετώπισε ήταν ότι οι περισσότερες από τις προτάσεις του σε σχέση με τη μεταναστευτική πολιτική ήταν αντίθετες με την ισχύουσα νομοθεσία. Όμως, οι κεντροδεξιοί εταίροι του από το Νέο Κοινωνικό Συμβόλαιο είχαν απαιτήσει από τη νέα κυβέρνηση να σεβαστεί το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο για τη μετανάστευση. Και αυτό αποδείχθηκε πηγή διαρκών εντάσεων στους κόλπους της.
Η προτεραιότητα του Κόμματος για την Ελευθερία, από την ίδρυσή του το 2006, ανέκαθεν ήταν να μετατοπιστεί το «παράθυρο του Όβερτον» (2) (ή αλλιώς το πεδίο του επιτρεπτού δημόσιου λόγου) όσο το δυνατόν δεξιότερα. Αυτή η στρατηγική δεν άλλαξε την περίοδο που εντάχθηκε στον κυβερνητικό συνασπισμό. Ο Βίλντερς αφιέρωσε όλη την ενεργητικότητά του στην προσπάθεια να κηρυχθεί η χώρα σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, κάτι που θα του επέτρεπε να παρακάμψει το Κοινοβούλιο και να κλείσει τα σύνορα για τους αιτούντες άσυλο. Μάταια. Έτσι, κατηγόρησε τους εταίρους του ότι τον εμπόδιζαν να εφαρμόσει το πρόγραμμά του. Παράλληλα όμως, η κυβέρνηση μπλοκάριζε τα μέτρα που θα είχαν επιτρέψει να σταματήσει η έλλειψη κέντρων υποδοχής για τους αιτούντες άσυλο και προχωρούσε σε νέες περικοπές του προϋπολογισμού των υπηρεσιών μετανάστευσης.
Ο Τύπος αναφερόταν στις ασταμάτητες διαμάχες και στις αντιπαραθέσεις μεταξύ των κυβερνητικών κομμάτων που κατέληγαν συχνά σε φωνασκίες. Έγινε λόγος για αρχηγούς κόμματος που έκλαιγαν, για απαράδεκτα τουΐτ, για ρατσιστικά σχόλια στο υπουργικό συμβούλιο, για ανοιχτές διαφωνίες με ανώτατους κρατικούς υπαλλήλους (3). Ουσιαστικά, η κυβέρνηση περιορίστηκε σε μια πολιτική λιτότητας και φορολογικών απαλλαγών, ενόσω η ολλανδική οικονομία γνώριζε μέτρια οικονομική ανάπτυξη (0,9% το 2024). Αν και η Ολλανδία τα καταφέρνει μάλλον καλύτερα από τα υπόλοιπα κράτη-μέλη της ευρωζώνης, η εξάρτησή της από τις εξαγωγές την εκθέτει σε κίνδυνο λόγω της επιδείνωσης της οικονομικής συγκυρίας στη Γερμανία, αλλά και γενικότερα λόγω της επιβράδυνσης του διεθνούς εμπορίου.
Η κυβέρνηση Σχοφ βρέθηκε επίσης βυθισμένη στην «κρίση του αζώτου». Συγκεκριμένα, το Κίνημα Αγροτών-Πολιτών πέτυχε από τους κυβερνητικούς εταίρους του την ακύρωση μιας φιλόδοξης πολιτικής για τον περιορισμό των εκπομπών υποξειδίου του αζώτου που εκλύεται από την κοπριά. Η Ολλανδία, ο δεύτερος μεγαλύτερος εξαγωγέας αγροτικών προϊόντων παγκοσμίως, βρίσκεται αντιμέτωπη με μια μαζική ρύπανση του εδάφους και των υδάτων. Από τα τέλη της δεκαετίας του 2010, η χώρα κινείται με βραδείς ρυθμούς. Πράγματι, δικαστικές αποφάσεις έχουν οδηγήσει στο πάγωμα σημαντικών έργων υποδομής (όπως η επέκταση του αεροδρομίου Σίπχολ) που θα εξέπεμπαν υπερβολικές ποσότητες οξειδίων του αζώτου και περιέπλεκαν την ανέγερση νέων κατοικιών σε μια χώρα όπου απαιτούνται 400.000 επιπλέον (4). Τελικά, ο Βίλντερς αποφάσισε να εγκαταλείψει τον κυβερνητικό συνασπισμό το καλοκαίρι. Το Λαϊκό Κόμμα αντέδρασε εξοργισμένο: επέστρεψε στην προηγούμενη πολιτική γραμμή του, υποσχόμενο ότι δεν θα ξανασυνεργαστεί ποτέ με το Κόμμα για την Ελευθερία. Και στις εκλογές της 29ης Οκτωβρίου 2025 υποχώρησε λιγότερο από τον πρώην εταίρο του, χάνοντας μονάχα δύο έδρες (εξέλεξε συνολικά 22 βουλευτές).
Όσο για τον νικητή, το D66, ενσαρκώνει τον «προοδευτικό νεοφιλελευθερισμό» (5). Είχε ήδη κυβερνήσει από το 2017 έως το 2021, στο πλαίσιο ενός συνασπισμού φιλελεύθερης κατεύθυνσης που ενεπλάκη στην αποκαλούμενη «υπόθεση των οικογενειακών επιδομάτων» (όταν ορισμένες οικογένειες κατηγορήθηκαν αδίκως για απάτη). Σήμερα, το D66 εξακολουθεί να είναι υπέρμαχος της λιτότητας και υπερασπίζεται τη στρατιωτικοποίηση μιας χώρας που είναι ένας από τους καλύτερους μαθητές του ΝΑΤΟ. Το κόμμα απευθύνεται στα οικονομικά ευνοημένα και κοσμοπολίτικα στρώματα της ολλανδικής κοινωνίας. Η επιτυχία του οφείλεται στη χρήσιμη ψήφο εναντίον του Κόμματος για την Ελευθερία –η σημασία της οποίας έγινε εμφανής με την κατάρρευση, στην ίδια εκλογική αναμέτρηση, του άλλου κεντρώου κόμματος, του Νέου Κοινωνικού Συμβολαίου– αλλά και στην αισιοδοξία της προεκλογικής εκστρατείας του, που συμπυκνωνόταν στο σύνθημα «Het kan wel!» (Μπορούμε να το κάνουμε!). Αντί να έλθει σε μετωπική αντιπαράθεση με το ολλανδικό εθνικιστικό αίσθημα, ο Γέτεν υιοθέτησε ένα μέρος από τους συμβολισμούς του, παρουσιάζοντας το πρόγραμμά του μπροστά σε μεγάλες σημαίες της χώρας. Αυτή η ιδιαίτερα αποτελεσματική στρατηγική φαίνεται ότι άγγιξε μια ευαίσθητη χορδή σε κοινωνικούς χώρους που είχαν κουραστεί από την πόλωση. Ωστόσο, τα αισιόδοξα σχόλια περί επιστροφής σε ένα μοντέλο μετριοπαθών κυβερνητικών συνασπισμών παραγνωρίζουν δύο βαθύτερες τάσεις.
Η παρακμή της Αριστεράς συνεχίζεται
Από τη μία πλευρά, η απερχόμενη κυβέρνηση της ριζοσπαστικής Δεξιάς σημείωσε επιτυχία στο ιδεολογικό πεδίο. Επί δύο ολόκληρα χρόνια κατόρθωσε να εστιάσει την προσοχή στη μετανάστευση, κάνοντας αποδεκτή την ιδέα ότι η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια μεταναστευτική κρίση. Υπό την ηγεσία της Γεσιλγκιόζ, το Λαϊκό Κόμμα δεν έπαψε να μιμείται το πολιτικό ύφος της Ακροδεξιάς. Κατακεραύνωσε την αριστερή αντιπολίτευση παρουσιάζοντάς την σαν μια συμμορία επικίνδυνων ριζοσπαστών ή σαν μια ελίτ αποκομμένη από την κοινωνική πραγματικότητα, διακίνησε ψευδείς πληροφορίες για τους αριθμούς των οικογενειακών επανενώσεων (6) και υποστήριξε μέτρα που, σύμφωνα με τους δικηγόρους του Εθνικού Δικηγορικού Συλλόγου, ήταν αντίθετα με τις διεθνείς δεσμεύσεις της Ολλανδίας ή αμφισβητούσαν το κράτος δικαίου (7). Ακόμα και το D66 έφτασε στο σημείο να υπερασπίζεται την ανάθεση της εξέτασης των αιτήσεων ασύλου σε τρίτες χώρες (8). Κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου, οι εκπομπές λόγου της ολλανδικής τηλεόρασης –παραδοσιακά απολιτικές και κεντρώες– διαρκώς παρέκκλιναν προς τα δεξιά.
Από την άλλη, μέσα σε αυτό το εχθρικό περιβάλλον στα μέσα ενημέρωσης, η ολλανδική Αριστερά δεν κατορθώνει πάντα να κάνει τις ιδέες της να ακουστούν και η παρακμή της συνεχίζεται (9). Το Εργατικό Κόμμα (PvDA), με ένα εκλογικό σώμα ολοένα πιο συρρικνωμένο και πιο γερασμένο, είχε αποφασίσει τα τελευταία χρόνια να ενώσει τις δυνάμεις του με την Πράσινη Αριστερά (GroenLinks), η οποία προέκυψε από μια συνένωση κομμουνιστών, ειρηνιστών, αριστερών χριστιανών και οικολόγων. Το Εργατικό Κόμμα, με έντονα κεντρώο χαρακτήρα από τη δεκαετία του 1990, είχε τιμωρηθεί από τους ψηφοφόρους του για τη συμμετοχή στην εφαρμογή των προγραμμάτων λιτότητας κατά τη διάρκεια της κρίσης του ευρώ. Η συγχώνευση των δύο κομμάτων οδήγησε στην υιοθέτηση ενός πιο τολμηρού πολιτικού προγράμματος υπό την ηγεσία του Φρανς Τίμερμανς, πρώην οπαδού του «τρίτου δρόμου» και πρώτου αντιπροέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής από το 2014 έως το 2023. Η εκλογική αποτυχία του περασμένου Οκτωβρίου τον οδήγησε σε παραίτηση. Όσο για το Σοσιαλιστικό Κόμμα (SP), με πιο αριστερές θέσεις, συγκέντρωσε λιγότερο από το 2% των ψήφων, ενώ άγγιζε το 10% μέχρι τη δεκαετία του 2010.
Ο κυβερνητικός συνασπισμός, που προέκυψε στα τέλη Ιανουαρίου μετά από τρεις μήνες άκαρπων διαβουλεύσεων, αποτελείται από το D66, τους Χριστιανοδημοκράτες (CDA) και το Λαϊκό Κόμμα. Πρόκειται όμως για κυβέρνηση μειοψηφίας, με 66 έδρες από τις συνολικά 150 της Κάτω Βουλής, γεγονός σπάνιο για την ολλανδική πολιτική ζωή. Ο πολιτικός σχηματισμός του Γέτεν επιθυμούσε τη συμμετοχή και της συμμαχίας PvDA-GroenLinks στην κυβέρνηση. Όμως, η Ντιλάν Γεσιλγκιόζ είχε υποσχεθεί στους ψηφοφόρους της ότι θα αρνούνταν να συμμετάσχει σε κυβερνητικό συνασπισμό με την Αριστερά –μια στάση ελάχιστα συμβατή με τα συναινετικά πολιτικά ήθη της χώρας. Αντίθετα, προωθούσε τη συμμετοχή του ριζοσπαστικού δεξιού JA21 στον κυβερνητικό συνασπισμό, συναντώντας όμως την έντονη εναντίωση του D66.
Από την πλευρά του, ο νέος επικεφαλής της συμμαχίας PvDA-GroenLinks Γιέσε Κλάβερ, που προέρχεται από την Πράσινη Αριστερά, δήλωσε ότι το κόμμα του, από τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης πλέον, θα είναι ανοιχτό σε διαπραγματεύσεις για τη στήριξη της κυβέρνησης κατά περίπτωση, ειδικά σε ζητήματα περιβάλλοντος και στέγασης, προκειμένου η χώρα να μην βρεθεί σε κατάσταση ακυβερνησίας. Ωστόσο, διευκρίνισε ότι δεν θα υποχωρήσει σε ζητήματα όπως η περαιτέρω φορολογική επιβάρυνση των εργαζομένων, οι περικοπές στην υγειονομική περίθαλψη ή η χαλάρωση της εργατικής νομοθεσίας.
Δεδομένου του συνεχιζόμενου φλερτ του Λαϊκού Κόμματος με τη ριζοσπαστική Δεξιά, ακόμα και αυτές οι ελάχιστες κόκκινες γραμμές αποτελούν ένα κάποιο κοινωνικό ανάχωμα.