Μόλις και μετά βίας μια εκατοστή άτομα αψηφούν το τσουχτερό χειμωνιάτικο κρύο που σαρώνει το Τόκιο αυτή τη βραδιά του Νοέμβρη. Στα περίχωρα του Σόρι Καντέι, του συγκροτήματος που στεγάζει από τη δεκαετία του 1920 τα γραφεία και την κατοικία των Ιαπώνων πρωθυπουργών, τα πανό της χούφτας των διαδηλωτών ξεφεύγουν εντελώς από την παραδοσιακή ιαπωνική ευγένεια: «Τακαΐτσι παραιτήσου!». Μερικές εβδομάδες νωρίτερα, στις 5 Νοεμβρίου 2025, η πρωθυπουργός δήλωνε στη Βουλή ότι η Ιαπωνία θα θεωρούσε μια κινεζική επέμβαση στην Ταϊβάν «κρίσιμη κατάσταση για τα ζωτικά συμφέροντα της χώρας», η οποία θα δικαιολογούσε την επέμβαση των ιαπωνικών Δυνάμεων Αυτοάμυνας. Για τους διαδηλωτές, επρόκειτο για μια επικίνδυνη και περιττή πρόκληση. Όσο για την κινεζική αντίδραση, δεν άργησε.
Ωστόσο, παρά τις διαμαρτυρίες, το άμεσο στυλ και η σκληρή γραμμή της πρώτης γυναίκας πρωθυπουργού στην Ιαπωνία τής χαρίζουν ποσοστά θετικής γνώμης υψηλότερα του 70%, σύμφωνα με δημοσκόπηση που δημοσιεύτηκε τον περασμένο Δεκέμβριο στην εφημερίδα Γιομιούρι Σιμπούν. Επίδοση διπλάσια από την καλύτερη που είχε επιτύχει ο προκάτοχός της. Πράγματι, μετά την παραίτηση του Σιγκέρου Ισίμπα (2024-2025) στις 7 Σεπτεμβρίου του 2025, η Σανάε Τακαΐτσι τον αντικατέστησε στην ηγεσία του Φιλελεύθερου Δημοκρατικού Κόμματος (LDP) για να εκλεγεί στη συνέχεια από τη Δίαιτα (την ιαπωνική Βουλή) επικεφαλής της κυβέρνησης στις 21 Οκτωβρίου. Η Τακαΐτσι θεώρησε ότι οι δημοσκοπήσεις την ευνοούσαν σε τόσο μεγάλο βαθμό ώστε αποφάσισε να προκηρύξει πρόωρες βουλευτικές εκλογές τον Φεβρουάριο του 2026, σε μια προσπάθεια να εδραιώσει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία της, εύθραυστη μετά τις ιστορικά κακές επιδόσεις του κόμματός της στις εκλογές του 2024.
Αν και ο Ισίμπα και η Τακαΐτσι προέρχονται από τον ίδιο πολιτικό σχηματισμό, δεν έχουν τίποτα κοινό όταν πρόκειται για το ζήτημα της Κίνας. Ο πρώην πρωθυπουργός ευνοούσε την προσέγγιση. Η διάδοχός του ακολουθεί τα βήματα του μέντορά της Σίνζο Άμπε (δολοφονήθηκε στις 8 Ιουλίου του 2022), στις κυβερνήσεις του οποίου είχε αναλάβει επανειλημμένα υπουργικούς θώκους. Ο Άμπε αποτελούσε την ενσάρκωση ενός εθνικισμού που νοσταλγεί το μεγαλείο της ιαπωνικής Αυτοκρατορίας και είχε διακριθεί για τις προσπάθειές του να παρακάμψει το άρθρο 9 του Συντάγματος προκειμένου να επιτρέψει στην Ιαπωνία να εμπλέκεται σε συγκρούσεις που δεν την αφορούν άμεσα. Με άλλα λόγια, να κηρύσσει πόλεμο.
Προσέγγιση με την Κίνα από τη μια πλευρά, πολεμικές προετοιμασίες από την άλλη: είναι άραγε δυνατόν να υπερασπίζονται τα πάντα και το αντίθετό τους μέσα στους κόλπους του LDP; «Για να κατανοήσει κάποιος την ιδεολογική γραμμή του κόμματος, θα πρέπει καταρχάς να καταλάβει ότι στερείται ιδεολογικής γραμμής», ειρωνεύεται ο Βλαντιμίρ Μάλυκ, επισκέπτης ερευνητής στο πανεπιστήμιο του Κιότο. «Το γαλλικό αντίστοιχο θα ήταν ένα κόμμα που θα κάλυπτε το φάσμα από τον [μακρονικό] πρωθυπουργό Σεμπαστιέν Λεκορνύ έως την Μαρίν Λεπέν.» Πρόκειται για μια «ιδεολογική πλαστικότητα» η οποία, σύμφωνα με τον Ρόμπερτ Πεκάνεν, πολιτικό επιστήμονα στο πανεπιστήμιο της Ουάσιγκτον, εξηγεί την μακροβιότητα του κόμματος: σε εβδομήντα χρόνια ύπαρξης, το LDP έμεινε εκτός εξουσίας μονάχα για τέσσερα χρόνια. Η ιαπωνική δημοκρατία, οργανωμένη γύρω από αυτόν τον ευλύγιστο και ανθεκτικό πολιτικό σχηματισμό, εδώ και καιρό μοιάζει με μονοκομματικό καθεστώς…
Ας επιστρέψουμε στη γένεση αυτού του κινήματος. Το 1955, τα αμερικανικά στρατεύματα, που είχαν αναλάβει την κατοχή της Ιαπωνίας μεταξύ 1945 και 1952, αποχωρούν από τη χώρα. Έχει ξεχαστεί ο στόχος τους να μετατραπεί η Ιαπωνία σε υπόδειγμα δημοκρατίας για την Ασία. Η «κομμουνιστική απειλή» (στην Κορέα και στην Κίνα) επιβάλλει την μετατροπή του ιαπωνικού αρχιπελάγους σε προμαχώνα ενάντια στους «κόκκινους», τη στιγμή που το κομμουνιστικό και το σοσιαλιστικό κόμμα σημειώνουν εξαιρετικές επιδόσεις στη χώρα. Με την παρότρυνση των ΗΠΑ, τα δύο συντηρητικά κόμματα (το Φιλελεύθερο Κόμμα και το Δημοκρατικό Κόμμα) ξεπερνούν τις διαφωνίες τους και ενώνονται. Και ποιος θα μπορούσε να είναι καταλληλότερος για την ηγεσία του νέου πολιτικού οργανισμού από τον Νομπουσούκε Κίσι, επιφορτισμένο με την οργάνωση της καταναγκαστικής εργασίας κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ύποπτο για εγκλήματα πολέμου «πρώτης κατηγορίας», απελευθερωμένο χωρίς δίκη από τις αμερικανικές κατοχικές αρχές και… παππού του Άμπε;
Ακόμα και με την υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών, τίποτα δεν προοιώνιζε ωστόσο την μακροημέρευση του Φιλελεύθερου Δημοκρατικού Κόμματος, ενός υπερσυντηρητικού και εθνικιστικού κόμματος σπαρασσόμενου από έριδες. Πράγματι, η μεταρρύθμιση της συνθήκης αμοιβαίας συνεργασίας και ασφάλειας (ΑΝΡΟ) με την Ουάσιγκτον, που παράτεινε τη δυνατότητα των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων να χρησιμοποιούν το ιαπωνικό έδαφος, συνέβαλε στην ενδυνάμωση μιας Αριστεράς προσηλωμένης στον ειρηνισμό. Αν και η συνθήκη όντως υπογράφηκε το 1960, στοίχισε στην εξουσία τον «αποκεφαλισμό» του Κίσι. Το LDP θα μπορούσε να μην έχει συνέλθει ποτέ από αυτήν την περιπέτεια. Αντίθετα, προχώρησε σε μια ριζική μεταμόρφωση που εξασφάλισε την επιβίωσή του.
Ο Χαγιάτο Ικέντα, ο οποίος ανέλαβε τα ηνία του κόμματος και της χώρας (1960-1964), αναθεώρησε τα πάντα. «Το στυλ του ήταν ριζικά διαφορετικό από εκείνο του Κίσι», εξηγεί ο Μάλυκ. «Κατεύνασε τις φατρίες, μοίρασε αξιώματα για να ικανοποιήσει όλο τον κόσμο και, κυρίως, επικεντρώθηκε στην οικονομία». Έθεσε τέρμα στο εθνικό αφήγημα που στηριζόταν στην ελπίδα για την ανοικοδόμηση μιας Ιαπωνίας όχι ιδιαίτερα διαφορετικής από τη χώρα που είχε χάσει τον πόλεμο: ήταν πλέον η ώρα του πραγματισμού. «Ο στόχος ήταν να διπλασιαστεί το ιαπωνικό ΑΕΠ μέσα σε δέκα χρόνια», συνεχίζει ο Μάλυκ. «Το LDP το κατάφερε μέσα σε επτά.» Αυτή η επιτυχία λειτούργησε ως καταλύτης για τον νέο προσανατολισμό του κόμματος. «Κινητοποιώντας το έθνος γύρω από μια νέα μορφή “ολοκληρωτικού πολέμου”, στη σφαίρα της οικονομίας αυτή τη φορά και όχι στην πολεμική, το σχέδιο για τον διπλασιασμό των εισοδημάτων διαδραμάτισε κομβικό ρόλο στην ανάρρωση της χώρας από τις εντάσεις της δεκαετίας του 1960», γράφει ο ιστορικός Νικ Καπούρ. «Η μεγέθυνση της οικονομίας μετατράπηκε τότε στον νέο άξονα γύρω από τον οποίο περιστρεφόταν η εθνική ταυτότητα, επιτελώντας μια ενοποιητική λειτουργία που θα μπορούσε να συγκριθεί με την προπολεμική εδαφική επέκταση της Αυτοκρατορίας» (1).
Ωστόσο, οι κληρονόμοι του Κίσι δεν είχαν εξαφανιστεί, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν δύο τάσεις στους κόλπους του LDP. Από τη μία πλευρά οι οπαδοί μιας σκληρής Δεξιάς, εθνικιστικής, ανοιχτά ξενόφοβης και εμμονικής με τα ζητήματα της εθνικής ταυτότητας και με την αναθεώρηση του άρθρου 9 του Συντάγματος. Οι κυριότεροι εκφραστές της υπήρξαν ο Γιασουχίρο Νακασόνε (1982-1987), ο Τζουνιτσίρο Κοϊζούμι (2001-2006) και ο Άμπε (2006-2007 και 2012-2020). Από την άλλη πλευρά υπήρξαν εκείνοι που ο δοκιμιογράφος Τομπίας Χάρις παρομοιάζει με τους Βρετανούς συντηρητικούς του one nation: ένα διαταξικό πολιτικό ρεύμα που ικανοποιεί τόσο τα συμφέροντα της ιαπωνικής αγροτιάς, ακόμη ισχυρής, όσο και εκείνα των επιχειρηματιών και των μικρεμπόρων. Αν και δημιουργήθηκε από τον Ικέντα, η πραγματική ενσάρκωση αυτής της πτέρυγας του LDP ήταν ο Κακουέι Τανάκα, πρωθυπουργός από το 1972 έως το 1974, μετά από μια καριέρα στις κατασκευές και τα δημόσια έργα. Προωθώντας την κατασκευή γεφυρών, αυτοκινητοδρόμων και σιδηροδρομικών γραμμών για τραίνα υψηλών ταχυτήτων, έθεσε τέλος στην γεωγραφική απομόνωση πολλών περιοχών της υπαίθρου, γεγονός που επέτρεψε στο LDP να εδραιώσει τη θέση του.
Η έμφαση στις υποδομές «αποτελεί ένα από τα κλειδιά που εξηγούν τις συντριπτικές εκλογικές νίκες του LDP καθ’ όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα», εξηγεί ο Πεκάνεν. Γίνεται μάλιστα λόγος για «σύστημα LDP»: «Συγκέντρωση των φορολογικών εσόδων στα χέρια της κεντρικής κυβέρνησης, η οποία με τη σειρά της τα ανακατευθύνει προς τις τοπικές κυβερνήσεις. Για τους φιλόδοξους πολιτικούς, η ένταξη στο LDP μετατρέπεται στο ασφαλέστερο μέσο για να διαθέτουν πόρους όταν εκλεγούν και έτσι να επανεκλεγούν ευκολότερα».
Το πελατειακό σύστημα που δημιουργήθηκε τότε σε ολόκληρη τη χώρα –διασυνδέοντας συντηρητικούς πολιτικούς, ανώτατα στελέχη της δημόσιας διοίκησης και επιχειρηματίες– απέκτησε σύντομα τόσο σημαντικό ρόλο ώστε ονομάστηκε «σιδερένιο τρίγωνο». Έτσι, τα κονδύλια προς τον κατασκευαστικό κλάδο σημείωσαν εκρηκτική αύξηση στην Ιαπωνία μεταξύ των δεκαετιών του 1960 και του 1980, ξεπερνώντας το 20% του κρατικού προϋπολογισμού. Συγκριτικά, την ίδια περίοδο, η Γαλλία αφιέρωνε από 5% έως 7% του προϋπολογισμού της στα δημόσια έργα. Το εξαιρετικά πυκνό σιδηροδρομικό και οδικό δίκτυο της Ιαπωνίας οφείλεται εν μέρει στην επιθυμία του LDP να παραμείνει στην εξουσία.
Το πελατειακό σύστημα και η διαπλοκή με τους επιχειρηματικούς κύκλους αποδείχθηκαν ένα αποτελεσματικό εργαλείο για την εξασφάλιση εκλογικών επιτυχιών, συνεπάγονταν ωστόσο και ορισμένα πολύκροτα σκάνδαλα. Όμως, στις αρχές της δεκαετίας του 1990, η Ιαπωνία κλονίζεται. Όχι μόνο τερματίζεται ο Ψυχρός Πόλεμος με την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, αλλά σκάει και η κερδοσκοπική φούσκα στα ακίνητα και στον χρηματοοικονομικό τομέα, που είχε ντοπάρει την οικονομία της χώρας. Η χώρα βυθίστηκε σε μια ύφεση από την οποία έως και σήμερα δεν έχει κατορθώσει να ξεφύγει. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, οι «δουλειές» φάνταζαν ακόμα λιγότερο αποδεκτές στα μάτια του πληθυσμού. Το LDP άρχισε να περνάει σε φάση αποσύνθεσης.
Το 1993, περίπου τριάντα εκλεγμένα στελέχη του κόμματος αποχώρησαν και δημιούργησαν μικρά κόμματα με σκοπό να συμμαχήσουν με την αντιπολίτευση. Ένας υβριδικός συνασπισμός ανέτρεψε το LDP. Οι οκτώ πολιτικοί σχηματισμοί που τον αποτελούσαν δεν συμφωνούσαν σε τίποτα, πέρα από την αναγκαιότητα να υπάρξει κάποια πολιτική εναλλαγή στην κυβέρνηση. Μόλις ψηφίστηκε η μεταρρύθμιση του εκλογικού νόμου που καθιέρωνε μεικτό εκλογικό σύστημα (συνδυασμός μονοεδρικών εκλογικών περιφερειών και αναλογικής εκπροσώπησης), με υποτιθέμενο στόχο την ενίσχυση του πλουραλισμού εντός των θεσμών, ο συνασπισμός διαλύθηκε. Διάρκεσε λιγότερο από έναν χρόνο. Το LDP, που είχε επιζήσει από όλες τις κρίσεις του δεύτερου ημίσεος του 20ού αιώνα, είχε προετοιμάσει την επιστροφή του. Ήταν πλέον έτοιμο να αναζητήσει συμμάχους, στους οποίους συγκαταλεγόταν το βουδιστικό κόμμα Κομέιτο, και έτσι εξασφάλισε μια νέα περίοδο αδιαφιλονίκητης εξουσίας. Θα διαρκούσε για δεκαπέντε χρόνια.
Η γρήγορη επιστροφή του LDP στην εξουσία οφείλεται στο γεγονός ότι πραγματοποίησε μια νέα εντυπωσιακή μεταμόρφωση. Το σκάσιμο της φούσκας έπληξε βαρύτατα πολλούς μισθωτούς, δημιουργώντας ακόμα περισσότερες ρωγμές στο μεταπολεμικό κοινωνικό συμβόλαιο που εγγυούνταν, με αντάλλαγμα την πλήρη αυτοθυσία για χάρη της επιχείρησης, την οικονομική ασφάλεια και μια διά βίου θέση εργασίας. Η οικονομία αντιμετωπίζει προβλήματα; Το LDP προσπαθεί να στρέψει τα βλέμματα «στις παλιές αξίες που έδωσαν ισχύ στην προπολεμική Ιαπωνία, τις αξίες της αυτοκρατορικής Ιαπωνίας», αναλύει ο Τιερύ Γκουτμάν, καθηγητής πολιτικής επιστήμης στο ιαπωνικό πανεπιστήμιο του Μίε. Η δεκαετία του 1960 σημαδεύτηκε από την επικράτηση των οικονομικών ζητημάτων απέναντι στους ιδεολογικούς αγώνες. Τη δεκαετία του 1990 αναδύθηκαν ηγέτες πιο ανοιχτά εθνικιστές και πιο επιθετικοί όσον αφορά τα ζητήματα εθνικής μνήμης.
Χρειάστηκε η συσσώρευση σκανδάλων κατά τη θητεία του Άμπε (2006-2007), οι αναρίθμητες εσωτερικές διαμάχες κατά τη θητεία του Γιασούο Φουκούντα (2007-2008) και του Τάρο Άσο (2008-2009), καθώς και η χρηματοπιστωτική κρίση των subprime, για να χάσει το κόμμα την εξουσία το 2009. Ωστόσο, την ανέκτησε τρία χρόνια αργότερα, με μια γραμμή η οποία –αν θεωρήσουμε τις θητείες του Φούμιο Κισίντα (2021-2024) και του Σιγκέρου Ισίμπα (2024-2025) ως «μετριοπαθείς παρενθέσεις»– υπογράμμισε την κυριαρχία του στρατοπέδου των ιδεολόγων στους κόλπους του LDP.
Ωστόσο, εγκαταλείποντας τον κεντρώο εταίρο της, το κόμμα Κομέιτο, το οποίο διαφωνεί στα ζητήματα που άπτονται του άρθρου 9 του Συντάγματος, η Τακαΐτσι επιχειρεί μια δεξιά στροφή. Κι αυτό διότι μια απειλή έχει πλέον εμφανιστεί στην άκρα δεξιά πλευρά της πολιτικής σκακιέρας: το υπερσυντηρητικό κόμμα Σανσέιτο, που ιδρύθηκε το 2020 και σημείωσε σημαντική εκλογική επιτυχία τον Ιούλιο του 2025, καταλαμβάνοντας 14 έδρες στη Δίαιτα, έναντι μόνο μίας στην προηγούμενη κοινοβουλευτική περίοδο.
Οργή στο Πεκίνο, ενθουσιασμός στη νεολαία
Προτεραιότητα στην ιαπωνική καταγωγή, καταπολέμηση της μετανάστευσης, υπεράσπιση των συντηρητικών αξιών… Στο Χ και στο You Tube, το Σανσέιτο παίζει το χαρτί της αγανάκτησης ώστε να προκαλέσει την κινητοποίηση, κυρίως της νεολαίας. Σύμφωνα με τον Πεκάνεν, «ο τυπικός ψηφοφόρος του Σανσέιτο είναι ένας άντρας γύρω στα τριάντα που καταναλώνει ειδήσεις μέσω του smartphone του». Κατά τα άλλα, η παραδοσιακή αντίληψη για τα κόμματα τείνει να αντιστραφεί. «Από τη δεκαετία του 2000», παρατηρεί ο Γιοσιχίκο Τακενάκα, καθηγητής πολιτικής επιστήμης στο πανεπιστήμιο της Τσουκούμπα, «οι νεαροί ψηφοφόροι έχουν την τάση να κατατάσσουν το Κομμουνιστικό Κόμμα στις συντηρητικές δυνάμεις και, αντιθέτως, τα κόμματα της Δεξιάς στις προοδευτικές». Έτσι, το Σανσέιτο, με τα απροκάλυπτα ξενόφοβα αλλά ευρηματικά και καλογυρισμένα βίντεό του, θεωρείται πιο «προοδευτικό» από το «κάπως γκρίζο» ΚΚ Ιαπωνίας που δίνει ιδιαίτερη έμφαση στα ζητήματα της κοινωνικής δικαιοσύνης, τα οποία θεωρούνται απαρχαιωμένα. «Η αστάθεια του εκλογικού σώματος είναι πολύ εντονότερη σήμερα σε σχέση με τη δεκαετία του 1990» επιβεβαιώνει ο Μάλυκ. «Οι νέοι με δικαίωμα ψήφου είναι πολύ λιγότερο πιστοί σε ένα κόμμα απ’ ό,τι οι μεγαλύτεροί τους. Ψηφίζουν νεαρούς πολιτικούς που χειρίζονται άψογα τις σύγχρονες τεχνικές επικοινωνίας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.» Σε αυτό το γεγονός οφείλεται ο πειρασμός για «έξυπνες ατάκες», όπως εκείνη της Τακαΐτσι που προκάλεσε την οργή του Πεκίνου –και τον ενθουσιασμό ενός μεγάλου τμήματος της νεολαίας.
Ωστόσο, η διεκδίκηση του ακροδεξιού εκλογικού σώματος προϋποθέτει την εγκατάλειψη ενός πολιτικού χώρου στον οποίο εισχωρούσε περισσότερο ο Ισίμπα. Ένας χώρος τόσο ευρύς ώστε έχει αρχίσει να κυριαρχείται από τα δύο μεγαλύτερα κόμματα της αντιπολίτευσης: το Κομέιτο και το Συνταγματικό Δημοκρατικό Κόμμα, τα οποία ελπίζουν να επωφεληθούν από τη ριζοσπαστικοποίηση του LDP και από τις οικονομικές αναταράξεις που προκαλούνται από την ανοιχτή σύγκρουση με την Κίνα, προκειμένου να επιχειρήσουν, για μία ακόμα φορά, να θέσουν τέλος στη βασιλεία του LDP. Ωστόσο, η ιστορία αποδεικνύει ότι άλλο είναι να ανατρέψεις τον συγκεκριμένο πολιτικό σχηματισμό και άλλο να τον εμποδίσεις να επιστρέψει στην εξουσία.