el | fr | en | +
Accéder au menu

EDITORIAL

Πόλεμοι παντού, κίνημα ειρήνης πουθενά

Τα μέτωπα των πολέμων πολλαπλασιάζονται, η φιλοπόλεμη πολιτική κυριαρχεί, αλλά δεν έχει ακόμα δημιουργηθεί κίνημα ειρήνης ανάλογο με εκείνα προηγούμενων δεκαετιών.

Το Σάββατο 7 Μαρτίου, 50.000 άνθρωποι διαδήλωναν στο Λονδίνο για να διαμαρτυρηθούν ενάντια στον πόλεμο που έχουν εξαπολύσει το Ισραήλ και οι ΗΠΑ εναντίον του Ιράν. Συμμετοχή αξιοσημείωτη σε σχέση με το τι συνέβη στις άλλες δυτικές μητροπόλεις, αλλά εντελώς ασήμαντη εάν ανατρέξουμε πίσω στον χρόνο: στις 15 Φεβρουαρίου 2003, περισσότεροι από ένα εκατομμύριο διαδηλωτές κατέβαιναν στους δρόμους του Λονδίνου ενάντια στην εισβολή στο Ιράκ. Πολλές εκατοντάδες χιλιάδες συμμετείχαν στις πορείες σε Νέα Υόρκη και Ουάσιγκτον και σχεδόν 15 εκατομμύρια σε ολόκληρο τον κόσμο, η μεγαλύτερη διεθνής κινητοποίηση που καταγράφηκε ποτέ. Είκοσι χρόνια νωρίτερα, στις 12 Ιουνίου 1982, ένα εκατομμύριο άνθρωποι είχαν συρρεύσει στο Σέντραλ Παρκ της Νέας Υόρκης για να απαιτήσουν τον πυρηνικό αφοπλισμό, υπό τους ήχους των συναυλιών της Τζόαν Μπαέζ και του Μπρους Σπρίνγκστιν. Το αντιπολεμικό στρατόπεδο είχε τους μουσικούς του, τους συγγραφείς του, τους σκηνοθέτες του. Αυτή η παράδοση έχει χαθεί.

Σήμερα, οι εστίες πολέμου πολλαπλασιάζονται, οι μεγάλες δυνάμεις επανεξοπλίζονται, αλλά οι δρόμοι παραμένουν σχεδόν άδειοι. Ακόμη και η πυρηνική απειλή μοιάζει να αφήνει τον κόσμο αδιάφορο. Η συνθήκη New Start, η τελευταία εν ισχύ συμφωνία μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας για τον περιορισμό των στρατηγικών πυρηνικών όπλων, μόλις εξέπνευσε, ο Ντόναλντ Τραμπ κάνει λόγο για επανέναρξη των πυρηνικών δοκιμών, ο Εμμανουέλ Μακρόν προτείνει την ενίσχυση του γαλλικού πυρηνικού οπλοστασίου. Καμία διαδήλωση, καμία δημόσια συζήτηση.

Η στράτευση στο πλευρό της ειρήνης, που ταχύτατα στιγματίζεται από τα μέσα ενημέρωσης ως στήριξη στη Χαμάς, στους μουλάδες ή στο Κρεμλίνο, και μερικές φορές βρίσκεται αντιμέτωπη με καταστολή, δεν ταιριάζει ιδιαίτερα στην ατμόσφαιρα της εποχής. Απαιτεί κυρίως αλύγιστη αισιοδοξία, αυτή τη βεβαιότητα, σφυρηλατημένη μέσα σε αγώνες κάποιες φορές νικηφόρους, ότι τίποτε δεν έχει κριθεί, ότι η συλλογική δράση μπορεί να επηρεάσει την πορεία των γεγονότων. Όσοι αντιμάχονταν τον πόλεμο του Βιετνάμ στηρίζονταν στις επιτυχίες του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα. Το 2003, η ορμή του κινήματος για μια εναλλακτική παγκοσμιοποίηση τροφοδοτούσε όσους διαδήλωναν ενάντια στην εισβολή στο Ιράκ. Τίποτε ανάλογο δεν υπάρχει σήμερα.

Εξάλλου, ο ειρηνισμός απαιτεί υπομονή, πρέπει να κρατά καθημερινό, σταθερό μέτωπο απέναντι σε πολεμικές συγκρούσεις που δεν μπόρεσε να αποτρέψει. Αλλά, τα αποτελέσματά του έρχονται σε βάθος χρόνου: η απόσπαση στήριξης από την κοινή γνώμη, η επίσπευση μιας στρατιωτικής απαγκίστρωσης, η επιρροή σε εκλογικές αναμετρήσεις… Αυτά τα βήματα προόδου, αργά και έμμεσα, μερικές φορές αόρατα, δύσκολα συσπειρώνουν σε μια εποχή που επιβραβεύει το άμεσο αποτέλεσμα.

Τέλος, η στράτευση υπέρ της ειρήνης απαιτεί μια συγκεκριμένη αντίληψη της πολιτικής, μια διάθεση να λειτουργήσεις από κοινού με ανθρώπους που δεν μοιράζονται τις ίδιες πεποιθήσεις. «Σε όλα τα αντιπολεμικά κινήματα του 20ού αιώνα στις Ηνωμένες Πολιτείες συμμετείχε ένας μικρός αριθμός ειρηνιστών, αντίθετων σε κάθε πόλεμο, και, σε πολλές περιπτώσεις, ένας μεγαλύτερος αριθμός σοσιαλιστών, αντίθετων στον καπιταλισμό ή/ και τον ιμπεριαλισμό. Όμως, όλα αυτά τα κινήματα κατά κύριο λόγο αποτελούνταν από ανθρώπους που απλώς επιδίωκαν να τερματιστεί ο συγκεκριμένος πόλεμος» (1), υπενθύμιζε η δημοσιογράφος και εκδότρια Μπάρμπαρα Επστάιν. Ο αυξανόμενος στις μέρες μας πολιτικός σεκταρισμός δεν ευνοεί την οικοδόμηση ενός τέτοιου μετώπου, πολύ περισσότερο όταν οι ακτιβιστικές ομάδες έχουν χάσει σε σοβαρό βαθμό τη σχετική τεχνογνωσία. «Συγχέουν την κινητοποίηση με την οργάνωση», αναφέρει με προβληματισμό ο πολιτικός επιστήμονας Έρικ Μπλανκ (2). Γνωρίζουν πώς να κινητοποιούν στιγμιαία, αλλά συχνά παραμελούν εκείνο που διακυβεύεται ανάμεσα σε δύο διαδηλώσεις, τη δουλειά που χρειάζεται για να οικοδομήσεις δεσμούς, να πείσεις, να κάνεις εκστρατεία πόρτα-πόρτα, να ασκήσεις πίεση στους αιρετούς, να συγκροτήσεις συμμαχίες, στοιχεία απαραίτητα για τη διεύρυνση της βάσης τους.

Τέσσερα χρόνια προπαγάνδας υπέρ του επανεξοπλισμού και γύρω από τον επικείμενο ρωσικό κίνδυνο έχουν αναισθητοποιήσει τις συνειδήσεις και έχουν αφοπλίσει τους ειρηνιστές. Η εκτίναξη των στρατιωτικών δαπανών σε βάρος των κοινωνικών δαπανών δεν συναντά αλύγιστη εναντίωση, ούτε καν στους κόλπους της Αριστεράς. Ωστόσο, είτε πρόκειται για το Ιράν είτε για την Ουκρανία, η φιλοπόλεμη πολιτική παραμένει υπόθεση των ανώτερων τάξεων, των πολεμοκάπηλων και κάποιων δημοσιογράφων που ποτέ δεν διακινδυνεύουν κάτι παραπάνω από την υπερβολική έκθεσή τους στους προβολείς των τηλεοπτικών πάνελ.

Benoît Bréville

Διευθυντής της «Le Monde diplomatique»
μετάφραση: Χάρης Λογοθέτης

(1Barbara Epstein, «Notes on the antiwar movement», Monthly Review, τ. 55, αρ. 3, Νέα Υόρκη, Ιούλιος-Αύγουστος 2003.

(2Eric Blanc, Why is there no antiwar movement in the US, Labor Politics, 9 Μαρτίου 2026.

Μοιραστείτε το άρθρο