Έμοιαζε με προαίσθημα. Μετά την εκλογή του στην ηγεσία του Εργατικού Κόμματος το 2015, ο Τζέρεμι Κόρμπιν είχε συγκροτήσει μια σκιώδη κυβέρνηση όπου συμμετείχαν όλες οι τάσεις του κόμματος. Αμέσως, ένα από τα μέλη της εκμυστηρεύθηκε στο Channel 4 ότι θα πρέπει, δίχως καθυστέρηση, «να βάλουμε στο ψυγείο την Αριστερά [του κόμματος], ακόμα και να την ξεφορτωθούμε, μια για πάντα…» (1). Από το 2020, ο διάδοχος του Κόρμπιν ανέλαβε τις εκκαθαρίσεις. Σήμερα όμως, ο πρώην δικηγόρος Κιρ Στάρμερ είναι ο λιγότερο δημοφιλής πρωθυπουργός στην ιστορία της χώρας. Από τον Ιούλιο του 2024, όταν ανέλαβε τα καθήκοντά του αυτός ο πολιτικός που αρεσκόταν να αυτοπροβάλλεται ως έντιμος και να παρουσιάζεται ως «ο ενήλικος μέσα στο δωμάτιο», τα πολύκροτα σκάνδαλα διαδέχονται τις αθετήσεις των υποσχέσεων. Και ήδη η Αριστερά ξαναβγαίνει από το ψυγείο. Οι «οικολαϊκιστές» Πράσινοι του Ζακ Πολάνσκι γνωρίζουν μια άνευ προηγουμένου άνοδο. Λες και ο Στάρμερ ξαναβρίσκει μπροστά του όλες τις θεμελιώδεις ατέλειες του σχεδίου του.
Στις αρχές του 2020, κατά τη διάρκεια της εσωκομματικής προεκλογικής εκστρατείας, προκειμένου να κατακτήσει ένα Εργατικό Κόμμα στην πλειονότητά του ακόμη σοσιαλιστικό παρ’ όλη την ήττα του Δεκεμβρίου 2019, ο «σερ Κιρ» δεν αρκέστηκε να υποσχεθεί «κορμπινισμό χωρίς τον Κόρμπιν». Μίλησε εκ βαθέων για την ανυπότακτη νεανική ηλικία του, την αρθρογραφία στη μαρξιστική επιθεώρηση Socialist Alternatives ή, αργότερα, την υπεράσπιση οικολόγων ακτιβιστών που διώκονταν από τη δικαιοσύνη. Εμφανίστηκε ωστόσο λιγότερο ευφραδής σχετικά με την εμπειρία του στην Εισαγγελία. Ως Γενικός Εισαγγελέας την περίοδο 2008-2013, είχε μπλοκάρει ποινικές διώξεις κατά αστυνομικών που κατηγορούνταν για σοβαρές βιαιοπραγίες, είχε προτείνει αυστηρότερες κυρώσεις εναντίον όσων είχαν κάνει κατάχρηση των κοινωνικών επιδομάτων (έως και δεκαετή φυλάκιση) και είχε διευκολύνει τη δίωξη του Τζούλιαν Ασάνζ από τις αμερικανικές αρχές (2).
Το σαμποτάζ του κορμπινισμού
Αυτές οι υπηρεσίες συνέβαλαν ώστε να του απονεμηθεί τίτλος ευγενείας από την βασίλισσα το 2014 και στη συνέχεια να του δοθεί το χρίσμα του υποψηφίου σε μια εκλογική περιφέρεια του Λονδίνου που θεωρούνταν κερδισμένη εκ των προτέρων από τους Εργατικούς. Εξελέγη βουλευτής τον Μάιο του 2015 στο Ουέστμινστερ και αποδείχθηκε ιδιαίτερα επιτήδειος, κυρίως όταν το κόμμα στράφηκε ξανά προς τα αριστερά. Τον Σεπτέμβριο του 2016, δέχθηκε την πρόταση του Κόρμπιν να αναλάβει το χαρτοφυλάκιο για το Brexit στη σκιώδη κυβέρνηση, δεδομένης της εμπειρίας του ως νομικός. Σύντομα όμως, η θέση τού χρησίμευσε για να κερδίσει την εύνοια μελών του Εργατικού Κόμματος που στην μεγάλη πλειονότητά τους είχαν ψηφίσει υπέρ της παραμονής στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Τον Σεπτέμβριο του 2018, αντίθετα με την επίσημη γραμμή του κόμματος που ενέκρινε την έξοδο από την Ε.Ε. ώστε να την συνδυάσει καλύτερα με την επίτευξη προοδευτικών στόχων (για παράδειγμα, να μην υφίσταται πλέον κοινοτική απαγόρευση των κρατικών ενισχύσεων προς τις επιχειρήσεις), ο Στάρμερ έφτασε στο σημείο να υπερασπιστεί, από το βήμα ενός συνεδρίου των Εργατικών, την προοπτική διεξαγωγής νέου δημοψηφίσματος. Μπορεί αυτή η ατάκα να του εξασφάλισε τις επευφημίες της αίθουσας και στη συνέχεια των μέσων ενημέρωσης, παγίδευσε όμως την ηγετική ομάδα του κόμματος: αν και η πλειονότητα των ψηφοφόρων των Εργατικών είχε αντιταχθεί στη ρήξη με την Ευρωπαϊκή Ένωση, στις ζωτικής σημασίας εκλογικές περιφέρειες οι ψηφοφόροι που είχαν ψηφίσει υπέρ του Brexit διαδραμάτιζαν καθοριστικό ρόλο στο εκλογικό αποτέλεσμα. Με αποτέλεσμα στις εκλογές του Δεκεμβρίου 2019 να τιμωρήσουν το Εργατικό Κόμμα γι’ αυτήν τη μεταστροφή του.
Στα χρόνια που ακολούθησαν την ήττα, η δεξιά πτέρυγα του κόμματος είχε επιδοθεί σε παρασκηνιακές μηχανορραφίες προκειμένου να ξαναπάρει τον έλεγχο του κόμματος. Κυρίως με πρωτοβουλία του Μόργκαν ΜακΣουίνι, του μελλοντικού επικεφαλής του πρωθυπουργικού επιτελείου του Στάρμερ. Το 2015, αυτός ο έμπειρος πολιτικός είχε αναλάβει τη διεύθυνση της εσωκομματικής προεκλογικής εκστρατείας της Ελίζαμπεθ Κένταλ, της πιο μπλερικής από τους υποψήφιους για την ηγεσία του κόμματος. Το χαμηλό ποσοστό που συγκέντρωσε (4,5%) έπεισε τον ΜακΣουίνι ότι μια τέτοια πολιτική γραμμή δεν θα εξασφάλιζε ποτέ την συγκατάθεση των ενεργών μελών του κόμματος. Έπρεπε να τα εξαπατήσουν.
Το πρόσφατο βιβλίο του δημοσιογράφου-ερευνητή Πολ Χόλντεν The Fraud (OR Books, 2025) αποκαλύπτει τις λεπτομέρειες αυτού του πολιτικού ελιγμού. Η έρευνά του δείχνει τον τρόπο με τον οποίο ο ΜακΣουίνι χρησιμοποίησε δολίως τα μέσα μιας δεξαμενής σκέψης με την ανώδυνη ονομασία Labour Together (Οι Εργατικοί Μαζί) για να πυροδοτήσει, να τροφοδοτήσει ή να αναπαραγάγει εκστρατείες εναντίον μιας υποτιθέμενης κρίσης αντισημιτισμού στους κόλπους του Εργατικού Κόμματος, χωρίς ποτέ να αποκαλύπτει την ταυτότητα των πλούσιων χορηγών του, γεγονός που θα είχε ως συνέπεια να του επιβληθεί πρόστιμο από την εκλογική επιτροπή. Με την εξαίρεση του Brexit, αυτοί οι ψευδείς ισχυρισμοί αποτέλεσαν τον σημαντικότερο παράγοντα για την εξασθένιση της ηγεσίας του κόμματος (3). Αφού ολοκλήρωσε την κακόβουλη μεθόδευσή του, και καθώς διαφαινόταν η προοπτική της ήττας στις επερχόμενες εκλογές του 2019, ο ΜακΣουίνι εστίασε τις δυνάμεις του στην επιλογή του Στάρμερ ως αντικαταστάτη του Κόρμπιν.
Ως σύμβουλός του, ο ΜακΣουίνι επικέντρωσε την εσωκομματική προεκλογική εκστρατεία του υποψηφίου σε μια αριστερή γραμμή: αύξηση των φόρων για τους πλουσιότερους, κατάργηση των διδάκτρων στα πανεπιστήμια, τερματισμός των επιθέσεων ενάντια στο κράτος πρόνοιας αλλά και των «παράνομων πολέμων». Ο Στάρμερ αρνήθηκε επίσης την μετατροπή των μεταναστών και των προσφύγων σε αποδιοπομπαίους τράγους. Παρουσίασε σε αρκετές περιπτώσεις τον Κόρμπιν σαν «φίλο», κατήγγειλε τις συκοφαντίες των μέσων ενημέρωσης ενάντια στην απερχόμενη ηγεσία και δεσμεύθηκε να ξανακάνει το Εργατικό Κόμμα «μια μεγάλη οικογένεια». Πρόκειται για ένα από τα χειρότερα επεισόδια πολιτικής απάτης στην ιστορία της βρετανικής δημοκρατίας. Μόλις εξελέγη, ο «σερ Κιρ» άρχισε να αθετεί όλες τις υποσχέσεις του. Οι οπαδοί του μερικές φορές επιχειρούν να υποστηρίξουν ότι η πολιτική κατάσταση είναι που έχει αλλάξει, όχι εκείνος. Όμως, ενώ κατά τη διάρκεια της εσωκομματικής προεκλογικής εκστρατείας του είχε υποσχεθεί ότι θα εθνικοποιήσει το νερό, την ενέργεια, τους σιδηροδρόμους και το Ταχυδρομείο, έναν χρόνο αργότερα δήλωνε: «Δεν δεσμεύτηκα υπέρ των εθνικοποιήσεων. Ποτέ μου δεν δεσμεύτηκα ότι θα εθνικοποιήσω» (BBC One, 28 Σεπτεμβρίου 2021).
Όταν οι Πράσινοι δεν είναι πια «ένα μάτσο άχρηστοι»
Αυτή η δεξιά στροφή συνοδεύτηκε από μια ιδιαίτερα επιθετική εκστρατεία, συντονισμένη από τον ΜακΣουίνι, ενάντια στην αριστερή πτέρυγα του κόμματος. Τον Οκτώβριο του 2020, ο Στάρμερ ανέστειλε την κομματική ιδιότητα του Κόρμπιν –επειδή ο τελευταίος είχε δηλώσει ότι η έκταση του αντισημιτισμού στους κόλπους του Εργατικού Κόμματος «είχε δραματικά υπερτονιστεί και υπερπροβληθεί από τους πολιτικούς αντιπάλους μας, τόσο εντός όσο και εκτός κόμματος»– προτού αποφασίσει να τον επανεντάξει στο κόμμα έναν μήνα αργότερα, χωρίς όμως να του επιτρέψει να συμμετέχει πλέον στην κοινοβουλευτική ομάδα (4)… Πάνω απ’ όλα, η ηγετική ομάδα προχώρησε στον ασφυκτικό έλεγχο του χρίσματος προς τους υποψηφίους, προκειμένου να αποκλειστεί όσο το δυνατόν περισσότερο η αριστερή τάση του κινήματος, και «φύτεψε» τους έμπιστούς της, χωρίς τα τοπικά στελέχη να έχουν τη δυνατότητα να εκφράσουν γνώμη.
Η εξαιρετικά χαμηλή δημοτικότητα των Συντηρητικών, η άνευ προηγουμένου πτώση του βιοτικού επιπέδου και η κατάρρευση των δημόσιων υπηρεσιών χάρισαν μια απατηλή νίκη στους Εργατικούς. Μετά από μια εκλογική διαδικασία σημαδεμένη από το χαμηλότερο ποσοστό συμμετοχής που παρατηρήθηκε ποτέ, το Εργατικό Κόμμα απέσπασε μόλις το ένα τρίτο των ψήφων, αλλά κατέκτησε τα δύο τρίτα των εδρών, αφενός χάρη στο εκλογικό σύστημα (πλειοψηφικό σύστημα ενός μόνο γύρου σε μονοεδρικές εκλογικές περιφέρειες) και αφετέρου χάρη στη διαίρεση της δεξιάς ψήφου ανάμεσα στο Συντηρητικό Κόμμα, τους Φιλελεύθερους Δημοκράτες και το Reform UK (5).
Η μόνη φιλοδοξία του «σχεδίου Στάρμερ» ήταν να συντρίψει την Αριστερά. Η κενότητά του επιβεβαιώθηκε αμέσως μόλις ο υποψήφιος ανέλαβε την εξουσία. Ένα από τα πρώτα μέτρα της κυβέρνησής του ήταν η περικοπή του επιδόματος θέρμανσης των συνταξιούχων. Οι σύμβουλοι του πρωθυπουργικού γραφείου της Ντάουνινγκ Στριτ ήθελαν να πιστεύουν ότι η λήψη δύσκολων αποφάσεων θα κατάληγε να προσδώσει στην κυβέρνηση μια μορφή σεβασμού. Ωστόσο, ο πρωθυπουργός υποχρεώθηκε να υποχωρήσει μπροστά στην κατακραυγή της κοινής γνώμης. Στη συνέχεια αναγκάστηκε, μετά την εξέγερση μιας μερίδας των Εργατικών βουλευτών, να αποσύρει την πρωτοβουλία του για νέες περικοπές των επιδομάτων αναπηρίας, η οποία είχε συναντήσει την αντίθεση του συνδικαλιστικού κινήματος. Στην προσπάθεια να αυξήσει τη δημοτικότητά του, ο Στάρμερ υιοθέτησε έως και τη ρητορική και τις πολιτικές του Νάιτζελ Φάρατζ (6): σε έναν λόγο του τον Μάιο του 2025, εξέφρασε την ανησυχία μήπως το Ηνωμένο Βασίλειο μετατραπεί σε «νησί αλλοδαπών». Σε έναν άλλο, τον Ιανουάριο του 2026, υποστήριξε ότι «είναι ανυπολόγιστες οι ζημιές που έχει προκαλέσει» η μαζική μετανάστευση. Παρ’ όλη αυτή τη δημαγωγία, οι δημοσκοπήσεις συνεχίζουν να είναι όλο και πιο καταστροφικές.
Ένα μέρος της κοινής γνώμης προσάπτει στον Στάρμερ την παθητικότητά του –αν όχι μια μορφή συνενοχής– απέναντι στο Ισραήλ. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η σφαγή του παλαιστινιακού λαού έχει προκαλέσει μαζικές διαδηλώσεις και έχει κινητοποιήσει εκ νέου την Αριστερά (7). Στις εκλογές του 2024, οι Πράσινοι, πολύ πιο αιχμηροί όσον αφορά τη Γάζα συγκριτικά με τους Εργατικούς, σημείωσαν σημαντική πρόοδο. Από μία έδρα προηγουμένως, το κόμμα απέσπασε τέσσερις και –γεγονός αποφασιστικής σημασίας– κατέκτησε τη δεύτερη θέση πίσω από τους Εργατικούς σε 39 εκλογικές περιφέρειες. Επιπλέον, τέσσερις ανεξάρτητοι υποψήφιοι που αντιτίθενται στη γενοκτονία ήρθαν πρώτοι σε περιφέρειες με μεγάλο μουσουλμανικό πληθυσμό, ενώ και ο Τζέρεμι Κόρμπιν επανεξελέγη –ως ανεξάρτητος και αυτός– στην εκλογική περιφέρειά του στο Βόρειο Λονδίνο. Ωστόσο, από την Αριστερά έλειπε μια πειστική ηγετική φυσιογνωμία και πολιτική κατεύθυνση. «Είμαστε εξαιρετικά τυχεροί που οι Πράσινοι είναι ένα μάτσο άχρηστοι», δήλωνε με μεγάλη χαρά ένας υπουργός στον Guardian τον περασμένο Μάιο (8).
Εδώ και χρόνια, άτομα από τον κύκλο του Κόρμπιν προσπαθούσαν έντονα να τον πείσουν να δρομολογήσει τη δημιουργία μιας νέας οργάνωσης. Η βουλευτής Ζάρα Σουλτάνα, την οποία ο Στάρμερ διέγραψε επειδή αντιτάχθηκε στις περικοπές των οικογενειακών επιδομάτων, συμμετείχε στις συναντήσεις που συνέχιζαν να πραγματοποιούνται προκειμένου να καταλήξει επιτέλους σε αποτέλεσμα το σχέδιο για τη δημιουργία κόμματος. Μέχρι τη στιγμή που, απογοητευμένη από τους δισταγμούς του στρατοπέδου Κόρμπιν, ανήγγειλε μονομερώς, τον Ιούλιο του 2025, τη δημιουργία του Your Party («Το δικό σου κόμμα»). Αμέσως, 800.000 άτομα δήλωσαν ότι ενδιαφέρονται για την πρωτοβουλία, μια απόδειξη ότι η Αριστερά εξακολουθεί να διαθέτει μαζικό ακροατήριο.
Την ίδια στιγμή, οι Πράσινοι έπαψαν να είναι «ένα μάτσο άχρηστοι». Ο Ζακ Πολάνσκι, ακτιβιστής με πολύχρονη δράση, ανέλαβε τα ηνία του κόμματος τον Σεπτέμβριο του 2025 με μια «οικολαϊκιστική» γραμμή. Χαρισματικός, ευφραδής, εφαρμόζει μια δυναμική στρατηγική στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που θυμίζει εκείνη του δημάρχου της Νέας Υόρκης Ζόραν Μαμντάνι. Ο αριθμός των μελών από 60.000 εκτινάχθηκε σε πάνω από 200.000 μέσα σε μερικούς μήνες –και σε ορισμένες δημοσκοπήσεις, το οικολογικό κίνημα ξεπερνάει πλέον το Εργατικό Κόμμα.
Παραδοσιακά, ένα μέρος της Αριστεράς περιγράφει τους Πράσινους ως ριζοσπάστες της μεσαίας τάξης, φτάνει έως και να σκιαγραφεί μερικά από τα μέλη τους ως «συντηρητικούς με γαλότσες». Πράγματι, το κόμμα χαρακτηρίζεται από έναν κάποιο εκλεκτικισμό. Ωστόσο, η διαδρομή του ίδιου του Πολάνσκι, από φιλελεύθερος-δημοκράτης σε «οικολαϊκιστής», ανταποκρίνεται στην πολιτική μετατόπιση του κινήματος. Σήμερα στην Ευρώπη, οι οικολόγοι είναι μάλλον κεντρώοι, επειδή υπάρχουν και άλλα κόμματα που καλύπτουν το κενό στα αριστερά της σοσιαλδημοκρατίας. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, αυτός ο πολιτικός χώρος που φαινόταν ότι δεν θα υπάρξει ποτέ λόγω του πλειοψηφικού εκλογικού συστήματος σε έναν γύρο, αρχίζει μόλις τώρα να συγκροτείται λόγω των εξελίξεων στο Εργατικό Κόμμα.
Πράσινοι και Your Party: το πεπρωμένο των δύο κομμάτων δείχνει πλέον να αποκλίνει. Η Σουλτάνα επιδίωξε να επιβληθεί τοποθετούμενη εναντίον του Κόρμπιν, καθώς τον θεωρεί υπερβολικά μετριοπαθή, αλλά και εναντίον του Πολάνσκι. Έτσι, στους Πράσινους (που αντιτίθενται με σφοδρότητα στον αμερικανοϊσραηλινό πόλεμο εναντίον του Ιράν), προσάπτει αφενός ότι δεν προωθούν την άμεση αποχώρηση από το ΝΑΤΟ –προτιμώντας τη σύναψη εναλλακτικών συμφώνων ασφαλείας– και αφετέρου ότι δεν τάσσονται υπέρ της άμεσης διακοπής των διπλωματικών σχέσεων με το Ισραήλ. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι διαρκείς εντάσεις ανάμεσα στα στρατόπεδα της Σουλτάνα και του Κόρμπιν για ζητήματα διαχείρισης ή εσωκομματικής λειτουργίας έχουν αποθαρρύνει πολλούς ενεργούς οπαδούς που είχαν στηρίξει τη δημιουργία του Your Party, το οποίο τελικά μετράει μόλις 50.000 μέλη.
Η νίκη μετατρέπεται σε εφιάλτη
Από την πλευρά τους, οι Πράσινοι προκαλούν κρύο ιδρώτα στον κομματικό μηχανισμό των Εργατικών. Αρχικά, δεν έμοιαζαν με φαβορί στις εκλογές αναπλήρωσης της βουλευτικής έδρας του Γκόρντον–Ντέντον. Η συγκεκριμένη εκλογική περιφέρεια του ευρύτερου πολεοδομικού συγκροτήματος του Μάντσεστερ θεωρείται εδώ και δεκαετίες δεδομένη για το Εργατικό Κόμμα, του οποίου ο υποψήφιος είχε λάβει περισσότερες από τις μισές ψήφους στις εκλογές του 2024, έναντι 13,2% του υποψηφίου των οικολόγων. Όμως, αυτή τη φορά οι Πράσινοι επέλεξαν τη Χάνα Σπένσερ –μια ντόπια υδραυλικό που υπερασπίζεται χωρίς περιστροφές μια ταξική πολιτική– και προσέλκυσαν χιλιάδες μέλη στον προεκλογικό αγώνα. Παρά τους τεράστιους πόρους που διέθεσε το Εργατικό Κόμμα, η υποψήφιά του δεν κατέλαβε παρά την τρίτη θέση, συγκεντρώνοντας μόλις το ένα τέταρτο των ψήφων, τη στιγμή που η Χάνα Σπένσερ ήρθε πρώτη με 40%.
Από εκείνη τη στιγμή, ο Στάρμερ συνέχισε να βρίσκεται στην πρωθυπουργία μόνο και μόνο επειδή οι εσωκομματικοί αντίπαλοί του –κυρίως η πρώην υπουργός Στέγασης Άντζελα Ρέινερ και ο μπλερικός υπουργός Υγείας Γουέσλεϊ Στρίτινγκ– προτιμούσαν να τον δουν να φορτώνεται την ευθύνη για τον καταστροφικό απολογισμό της θητείας του στις τοπικές εκλογές της 7ης Μαΐου.
Η αφοσίωση της σημερινής ηγεσίας των Εργατικών στην εσωκομματική ομάδα του Τόνι Μπλερ είναι που εξηγεί και τον διορισμό του Πίτερ Μάντελσον, ενός από τους πολύ στενούς συνεργάτες του πρώην πρωθυπουργού, ως πρέσβη στην Ουάσιγκτον τον Φεβρουάριο του 2025, παρ’ όλες τις πληροφορίες που διέθετε το περιβάλλον του Στάρμερ για τις σχέσεις του με τον δισεκατομμυριούχο Τζέφρι Επστάιν. Η δημοσίευση της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας του παιδόφιλου εγκληματία οδήγησε στις παραιτήσεις του Μάντελσον και του ΜακΣουίνι.
Για την ομάδα του πρωθυπουργού, η εκλογική νίκη του 2024 εξελίχθηκε σε εφιάλτη. Η προσφυγή της στην απάτη προκειμένου να συντρίψει την αριστερή πτέρυγα του κόμματος είχε χειροκροτηθεί από τα περισσότερα βρετανικά μέσα ενημέρωσης, καθώς θεώρησαν αυτή την ενέργεια ως ένδειξη επιδεξιότητας και ικανότητας. Ωστόσο, αποδείχθηκε ότι δεν κατόρθωσε να εμποδίσει την επιστροφή της Αριστεράς.