Πέντε το πρωί και το φως του ήλιου μόλις που αρχίζει να διακρίνεται από το παράθυρο του φούρνου. Στο βάθος αχνοφαίνονται οι κορυφές της οροσειράς των Βοσγίων. Βρισκόμαστε στο Βαλρουά-λε-Σεκ, χωριό διακοσίων κατοίκων. «Η δική μου δήλωση ΚΑΠ ) (1); Μου βγήκε το λάδι για να την συμπληρώσω μόνος μου», μας λέει ο Φαμπρίς Φελτέν, μαλάζοντας μια μπάλα ζυμάρι, φτιαγμένο από το σιτάρι της δικής του σοδειάς. Μαζί με τους δύο συνεταίρους του, καλλιεργεί 520 στρέμματα δημητριακών (2), με ένα μέρος τους να μεταποιείται σε ψωμί. Μετά από δεκαπέντε χρόνια στο επάγγελμα, ο Φελτέν καταλήγει σε μια διαπίστωση: η ευρωπαϊκή πολιτική για τη στήριξη του εισοδήματος των αγροτών γίνεται ολοένα και πιο πολύπλοκη. Αλλά παραμένει αναγκαία για τον αγροτικό τομέα.
Η ΚΑΠ, με τα 54 δισ. ευρώ που διανέμει κατά μέσο όρο κάθε χρόνο στις χώρες της Ε.Ε., εκ των οποίων 9 δισεκατομμύρια πηγαίνουν στη Γαλλία, αντιπροσωπεύει τα δύο τρίτα των εσόδων προ φόρων των Γάλλων αγροτών –με σημαντικές αποκλίσεις ανάλογα με τον τύπο της παραγωγής (3). Στα αγροκτήματα όμως επικρατεί ανησυχία. «Κατά τα φαινόμενα, στον επόμενο ευρωπαϊκό αγροτικό προϋπολογισμό για την περίοδο 2028-2034, οι επιδοτήσεις θα έχουν περικοπεί κατά 14% σε σταθερές τιμές συγκριτικά με την περίοδο 2021-2027», υπολογίζει η Ευλαλία Ρούμπιο, ερευνήτρια στο Ινστιτούτο Ζακ Ντελόρ, ειδικευμένη στα ευρωπαϊκά δημόσια οικονομικά.
Εάν επιβεβαιωθεί αυτή η υπόθεση, θα επιδεινωθεί το ξήλωμα της αγροτικής πολιτικής, ήδη δρομολογημένο σε σημαντικό βαθμό, κυρίως κάτω από την επιρροή του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ) (4). Το μερίδιο της ΚΑΠ στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό πέρασε από το 70% κατά τη δεκαετία του 1980 στο 25% κατά τις αρχές της δεκαετίας του 2020 (5). Σύμφωνα με τις πλέον απαισιόδοξες εκτιμήσεις, η επόμενη εκδοχή της κοινής αγροτικής πολιτικής ενδέχεται να αντιπροσωπεύει μόλις το 15% του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού (6). Εδώ και πολύ καιρό, αυτή η πολιτική αποσκοπεί λιγότερο στη διασφάλιση της επισιτιστικής αυτάρκειας της Γηραιάς Ηπείρου και περισσότερο στην προσαρμογή των κλάδων της αγροτικής παραγωγής προκειμένου να ενσωματωθούν μέσα σε μια ολοένα πιο διευρυμένη αγορά. Και όλα αυτά, υπό την επίδραση της απελευθέρωσης του παγκόσμιου εμπορίου ή της διεύρυνσης της Ε.Ε.
Μια ελάχιστα κοινή πολιτική
Οδηγώντας το τρακτέρ της, η Λωράνς Φουρνιέ, αγρότισσα 51 ετών, δεν είναι ήρεμη. Μεγάλωσε σε ένα χωριό του νομού Σεν-ε-Μαρν όπου, όταν ήρθε η ώρα, ανέλαβε το οικογενειακό αγρόκτημα. «Εισπράττω μια επιδότηση που έχει μειωθεί στο μισό μέσα σε δεκαπέντε χρόνια.» Με τη βοήθεια ενός εργάτη γης, καλλιεργεί σιτάρι, καλαμπόκι, ζαχαρότευτλα, ελαιοκράμβη και λινάρι σε μια έκταση 2.000 στρεμμάτων, με σεβασμό των ευρωπαϊκών κανόνων για την αγροτική παραγωγή. «Είμαστε βυθισμένοι μέσα στην ασάφεια. Θα έχουμε την τύχη της βιομηχανίας; Θα καταλήξουμε να εξαφανιστούμε;» Η γεωργός προσπαθεί να μάθει «εάν θα μειωθεί κι άλλο ο προϋπολογισμός της ΚΑΠ».
Κανείς όμως δεν γνωρίζει την απάντηση. Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο, στην υπ’ αριθμόν 5/2026 γνωμοδότησή του, δημοσιευμένη στις 9 Φεβρουαρίου, αναφέρει: «Ενδέχεται οι ωφελούμενοι να δυσκολεύονται να προβλέψουν (…) τη χρηματοδότηση που δύναται να τους χορηγηθεί». Η ασυνήθιστη αρχιτεκτονική του προϋπολογισμού καθιστά δύσκολη οποιαδήποτε σύγκριση ανάμεσα στο τρέχον πρόγραμμα και σε εκείνο που θα το διαδεχθεί. Ποια θα είναι η καινοτομία του χρηματοοικονομικού πλαισίου που θα αποτελέσει αντικείμενο έντονων διαπραγματεύσεων μεταξύ του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, της Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου; Ο φάκελος της μελλοντικής αγροτικής πολιτικής ενδέχεται να ενσωματωθεί –και συνεπώς να συρρικνωθεί– σε ένα ενιαίο ταμείο, που θα καλύπτει από την εδαφική συνοχή έως τον έλεγχο των συνόρων. Γενικότερα, ακούγεται ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σκοπεύει να μειώσει τους πόρους που χορηγούνται σε εκείνο που μερικές φορές αποκαλείται «παλαιές πολιτικές». «Τα κράτη με μικρότερη γεωργική παραγωγή δεν κατανοούν γιατί πρέπει να δαπανούμε τόσο πολλά χρήματα για τη γεωργία», εξηγεί η Ευλαλία Ρούμπιο.
Πράγματι, «ποτέ άλλοτε δεν έχουμε δει πολιτική τόσο λίγο κοινή», υπογραμμίζει ο Ζαν Φρανσουά Ραπέν, πρόεδρος της επιτροπής ευρωπαϊκών υποθέσεων της γαλλικής Γερουσίας. Ο γερουσιαστής των Les Républicains (LR, Δεξιά) διαβλέπει την αρχή μιας επανεθνικοποίησης της ευρωπαϊκής πολιτικής. Τα κράτη μέλη έχουν ήδη δει, μετά το 2021, να ενισχύεται ο ρόλος τους μέσα από την κατάρτιση των Εθνικών Στρατηγικών Σχεδίων. Η συγκεκριμένη λογική θα μπορούσε να πάει ένα βήμα παραπέρα. «Σταδιακά, στα κράτη επιστρέφεται μια μορφή αυτονομίας στη λήψη αποφάσεων και μια χρηματοοικονομική αυτονομία», συμπληρώνει ο Ραπέν. Στο μέλλον, ενδέχεται να διατηρηθεί ένας ελάχιστος κοινός προϋπολογισμός για τη γεωργία, εκτιμά από την πλευρά της η Ρούμπιο, και «για τα υπόλοιπα, θα εναπόκειται στα κράτη να αποφανθούν εάν επιθυμούν να χρηματοδοτήσουν τη γεωργία ή όχι».
Τι θα αποφάσιζαν λοιπόν; Κάθε κράτος μέλος θα επέλεγε κυρίως εάν επιθυμεί να συμβάλλει στις αγροτοπεριβαλλοντικές και τις κλιματικές ενισχύσεις. Έτσι αποκαλούνται οι «πράσινες πληρωμές», χορηγούμενες ειδικά στις γεωργικές εκμεταλλεύσεις που σέβονται περισσότερο το περιβάλλον. Αυτή τη στιγμή, καλύπτονται στο σύνολό τους από την Ε.Ε. Αν και ανεπαρκείς, αυτές οι πληρωμές σήμερα υφίστανται υποχρεωτικά και στα 27 κράτη μέλη. Μετά το 2027, οι πράσινες ενισχύσεις ενδέχεται να συνεχίσουν να υφίστανται μόνο εάν το συγκεκριμένο κράτος μέλος θα τις χρηματοδοτεί κατά 30%. Κάτι τέτοιο καλεί εμμέσως τα κράτη να αρκεστούν σε άλλα μέτρα που θα συνεχίσουν να χρηματοδοτούνται εξ ολοκλήρου από την Ε.Ε. και να εγκαταλείψουν όσα απαιτούν τέτοια συγχρηματοδότηση. Και έτσι θα αποσαθρωνόταν το κοινό πλαίσιο για την προστασία του περιβάλλοντος.
Τι πιστεύει για όλα αυτά η Γενική Διεύθυνση Γεωργίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής; «Κάθε χώρα θα μπορεί να προσαρμοστεί περαιτέρω, ανάλογα με τη γεωργία της», μας εξηγεί ένα από τα υψηλόβαθμα στελέχη της. Δεν θα ενταθούν όμως οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού; «Θεωρώ ότι θα μπορούσαμε να οδηγηθούμε σε μια συμφωνία για τις προδιαγραφές, ώστε να αποφευχθεί μια ισοπέδωση προς τα κάτω.» Το αναγνωρίζει ωστόσο συγκαλυμμένα: η διάθεση δεν είναι πια η ίδια. Όταν χρηματοδοτείς κάπως λιγότερο τη γεωργία σημαίνει ότι αυτομάτως είσαι και κάπως λιγότερο απαιτητικός.
Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο ευρωπαϊκός πληθυσμός βίωσε το τραύμα της πείνας. Έτσι, όταν δρομολογήθηκε η ΚΑΠ το 1962, το ζητούμενο ήταν η απόκτηση μιας μόνιμης ικανότητας παραγωγής τροφής για τον πληθυσμό της ευρωπαϊκής ηπείρου. Τα κράτη μέλη εξοπλίστηκαν με εργαλεία αποφασιστικής σημασίας: εγγυημένες τιμές, πανευρωπαϊκές αγορές, επιδοτήσεις της παραγωγής. Το εγχείρημα στέφθηκε με επιτυχία. Όμως, στα τέλη του αιώνα, θέλοντας να συμβάλει στην «ευτυχή παγκοσμιοποίηση», η Ε.Ε. εγκατέλειψε τις εγγυημένες τιμές. Για να αντισταθμιστεί η μείωσή τους, αυξήθηκαν οι ενισχύσεις. Και η ΚΑΠ μεταστράφηκε σε ένα είδος ελάχιστου εγγυημένου αγροτικού εισοδήματος.
Σήμερα, η αγορά ανοίγει ακόμα περισσότερο. Ποτέ άλλοτε η Ευρώπη δεν εισήγε περισσότερα αγροδιατροφικά προϊόντα. Μετά την 1η Μαΐου, οπότε και τέθηκε σε ισχύ η συμφωνία με την Κοινή Αγορά του Νότου (Mercosur), αυτή η τάση θα ενταθεί ακόμα περισσότερο (7). Ήδη έχουν αρχίσει να αυξάνονται οι ροές από τη Λατινική Αμερική, κυρίως όσον αφορά το βοδινό κρέας, τα πουλερικά και το μέλι. Όμως, μπροστά σε έναν άνευ προηγουμένου ανταγωνισμό, προερχόμενο από χώρες που δεν έχουν τις ίδιες προδιαγραφές παραγωγής, η υποβάθμιση των δημόσιων ενισχύσεων θα μπορούσε να δημιουργήσει ακόμη μεγαλύτερη επισφάλεια στους αγρότες.
Πόσο μάλλον εάν θα πρέπει να ενταχθεί και η Ουκρανία στην Ε.Ε. Τον Φεβρουάριο του 2026, ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα δήλωσε ότι θα αρχίσουν «όσο το δυνατόν συντομότερα» οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις με το Κίεβο. «Δεν μπορώ να πω εάν αυτό θα συμβεί μέσα στο 2027», πρόσθεσε, χωρίς άλλη διευκρίνιση για το χρονοδιάγραμμα. Η Ουκρανία διακρίνεται κυρίως για τα εξαιρετικά εύφορα εδάφη της, το περίφημο τσερνόζεμ, αυτό το «μαυρόχωμα», πλούσιο σε χούμο. Τα καλλιεργήσιμα εδάφη της –πάνω από 400.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα– αντιστοιχούν σχεδόν στο ένα τέταρτο της ωφέλιμης γεωργικής γης της Ε.Ε., σήμερα γύρω στα 1.600.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα. «Αυτή η ένταξη θα σηματοδοτούσε τη μετατόπιση του κέντρου βάρους της αγροτικής Ευρώπης», εκφράζει την ανησυχία του ο Τιερύ Πους, επικεφαλής οικονομολόγος των Γεωργικών Επιμελητηρίων της Γαλλίας.
Τα ουκρανικά αγροκτήματα άνω των 5.000 στρεμμάτων καταλαμβάνουν σχεδόν το 85% της καλλιεργήσιμης γης, όταν στη Γαλλία τα αγροκτήματα άνω των 2.000 στρεμμάτων αντιπροσωπεύουν μόλις το 26% (8). Αυτή η ιδιαίτερα υψηλή συγκέντρωση γης θα επιτρέψει άραγε στην Ουκρανία να γίνει ο σημαντικότερος δικαιούχος της ΚΑΠ; Μέχρι σήμερα, όσο περισσότερα στρέμματα καλλιεργεί κάποιος τόσο περισσότερες επιδοτήσεις λαμβάνει. Αφενός όμως, αυτό ισχύει μόνο όταν οι προδιαγραφές της παραγωγής είναι συγκρίσιμες, για λόγους ισότητας ενώπιον του ανταγωνισμού. Αφετέρου, τα κράτη μέλη της Ανατολικής Ευρώπης ιστορικά λαμβάνουν λιγότερες επιδοτήσεις συγκριτικά με τα ιδρυτικά μέλη της Δυτικής Ευρώπης. Τέλος, η ΚΑΠ που θα ισχύσει από το 2028 ενδέχεται να προβλέπει πλαφόν εσόδων ανά γεωργική εκμετάλλευση.
«Κίνδυνος να καταστραφεί η γεωργία μας»
«Αν μπορούμε να υπολογίζουμε σε μία επιπλέον παραγωγική και εξαγωγική χώρα, η Ευρώπη θα μπορούσε να καταστεί ακόμη πιο ισχυρή», εκτιμά μάλιστα ο Κλεμάν Καρτερόν, πρόεδρος του Συνδικάτου Νέων Αγροτών της περιφέρειας Σαντρ-Βαλ ντε Λουάρ. Και προσθέτει: «Καλύτερα να έχουμε έναν παρόμοιο ανταγωνιστή, που συμμερίζεται τις προδιαγραφές της παραγωγής μας, παρά έναν υπερβολικά ισχυρό που παράγει πολύ φθηνότερα». Δεν κρύβει ωστόσο μια κάποια δυσφορία. Τα ουκρανικά προϊόντα που φτάνουν στο έδαφος της Ε.Ε. μπορεί να διαταράξουν τις αγορές. Ορισμένα πρόσφατα επεισόδια το υπενθύμισαν.
Τον Φεβρουάριο του 2022, ο αποκλεισμός των λιμανιών της Μαύρης Θάλασσας από τη Ρωσία παρέλυσε το θαλάσσιο εμπόριο της Ουκρανίας ενώ, πριν από τον πόλεμο, το 90% των αγροτικών εξαγωγών της πραγματοποιούνταν από αυτά τα λιμάνια. Προκειμένου να ενισχύσουν το Κίεβο, οι Βρυξέλλες τον Ιούνιο του 2022 κατάργησαν τους δασμούς στα γεωργικά προϊόντα που εξήγε η σύμμαχος χώρα. Η εισαγωγή ουκρανικού σιταριού από την Ε.Ε. πέρασε από 0,5 σε 6 εκ. τόνους ετησίως. Όμως, οι Ευρωπαίοι αγρότες –και κυρίως εκείνοι των χωρών που συνορεύουν με την Ουκρανία (Πολωνία, Ουγγαρία, Σλοβακία, Ρουμανία)– είδαν αυτή την εισροή να αποσταθεροποιεί την αγορά. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή το 2023 αναγκάστηκε σε μια ανακοίνωσή της να αναγνωρίσει ότι αυτές «οι εξαιρετικές περιστάσεις απειλούν την οικονομική βιωσιμότητα των τοπικών παραγωγών» (9). Το 2024, νέες ρήτρες προστέθηκαν στη συμφωνία ελευθέρου εμπορίου μεταξύ Ουκρανίας και Ε.Ε. Εφεξής, μπορούν να επιβληθούν εκ νέου δασμοί σε ορισμένα ουκρανικά προϊόντα όπως η ζάχαρη, τα πουλερικά ή και το καλαμπόκι.
Αυτό το φρενάρισμα του ελεύθερου εμπορίου δεν είναι αρκετό για τον Νικολά Φορτέν, εθνικό γραμματέα της Αγροτικής Συνομοσπονδίας (10): «Όταν εισάγουμε φθηνά προϊόντα ρισκάρουμε την καταστροφή της γεωργίας μας». Κατά τη γνώμη του, είτε αυτά εισάγονται από την Ουκρανία είτε από τη Βραζιλία, τις ίδιες δυσκολίες προκαλούν στις αγροτικές εκμεταλλεύσεις των 27 χωρών της Ένωσης. Και η μερική ή η πλήρης κατάργηση των δασμών καταλήγει «να στερούμαστε ένα μέρος αυτών των εσόδων, των ίδιων ακριβώς που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τη χρηματοδότηση της ΚΑΠ». Όσο για την Αγροτική Συνομοσπονδία, αγωνίζεται «για τη διεθνιστική αγροτική ασφάλεια, στηριγμένη στην ιδέα ότι ένας λαός έχει το δικαίωμα να επιλέγει την τροφή που τρώει χωρίς να βάζει σε ανταγωνισμό τους αγρότες του κόσμου». Το κύριο εργαλείο αυτού του συστήματος: οι ελάχιστες τιμές εισόδου ενός προϊόντος στη χώρα. Ο Φορτέν επιχειρηματολογεί ότι «τα προϊόντα που θα εισάγονται στη Γαλλία δεν θα πληρώνονται κάτω από το κόστος παραγωγής των Γάλλων αγροτών, ενώ παράλληλα θα αυξάνονται και τα εισοδήματα των εξαγωγέων αγροτών». Καθώς δεν αγνοεί την ανάγκη για αμοιβαιότητα, προσθέτει: «Αρνούμαστε επίσης τις συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου όταν αυτές είναι επωφελείς μονάχα για τη γαλλική γεωργία, σε βάρος αγροτών από άλλες χώρες».
Ορισμένοι ευρωβουλευτές συνηγορούν υπέρ ενός μοντέλου όπου οι επιδοτήσεις θα χορηγούνται μόνο εάν η γεωργία διαφυλάσσει τη δημόσια υγεία, όπως και εκείνη των ζώων και των φυτών, διατηρώντας παράλληλα την ποιότητα του εδάφους, του αέρα και των υδάτων. «Όταν μια πολιτική έχει πετύχει, αυτό σημαίνει ότι έχει αλλάξει τον κόσμο και, αφού έχει αλλάξει ο κόσμος, πρέπει να αλλάξει η πολιτική», έλεγε ο Εντγκάρ Πιζανί, υπουργός Γεωργίας του στρατηγού Ντε Γκολ. Οι διαπραγματεύσεις, που απέχουν πολύ από την ολοκλήρωσή τους, μπορούν ακόμα να αλλάξουν ριζικά τα δεδομένα. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα κληθεί να αποφανθεί το 2027.