Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών, αφού κατηγόρησε πέντε κινεζικά διυλιστήρια ότι προμηθεύονται ιρανικό πετρέλαιο, στις 24 Απριλίου τα πρόσθεσε στην ατελείωτη λίστα των επιχειρήσεων στις οποίες έχει επιβάλει κυρώσεις. Φαινομενικά, μια υπόθεση ρουτίνας. Εδώ και δεκαετίες, η Ουάσιγκτον διατηρεί για τον εαυτό της το δικαίωμα να καθορίζει ποιος μπορεί να διεξάγει εμπόριο με τον υπόλοιπο κόσμο, καθώς όλοι υποτάσσονται στις προσταγές της από φόβο μην αποκλειστούν από ένα διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα συνδεδεμένο με το δολάριο.
Όμως, τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν όπως αναμενόταν. Το Πεκίνο, που μέχρι τότε περιοριζόταν σε λεκτικές διαμαρτυρίες και σε διακριτικές μεθόδους παράκαμψης, ανακοίνωσε ότι δεν θα αναγνωρίσει τις κυρώσεις αυτές και ότι θα φέρει ενώπιον των κινεζικών δικαστηρίων οποιαδήποτε κινεζική επιχείρηση συμμορφωθεί με τις αμερικανικές απαιτήσεις. Απόφαση που το Πεκίνο δικαιολόγησε με βάση την ανάγκη «να διαφυλαχθεί η εθνική κυριαρχία, η ασφάλεια και τα αναπτυξιακά συμφέροντα της χώρας». Με άλλα λόγια, να αποτραπεί το ενδεχόμενο οι αμερικανικές κυρώσεις να αποδιοργανώσουν τις ενεργειακές ροές που έχουν γίνει απαραίτητες για την οικονομία της ευρύτερης περιοχής.
Τα διυλιστήρια που στόχευσαν οι αμερικανικές κυρώσεις τροφοδοτούν αρκετές χώρες με βενζίνη και κηροζίνη και ο οικονομικός αποκλεισμός τους θα καθιστούσε εύθραυστο το σύνολο των αλυσίδων τροφοδοσίας μιας ηπείρου που λειτουργεί ως ένα τεράστιο σύστημα ενοποιημένης παραγωγής: υδρογονάνθρακες από τον Κόλπο, κινεζικά ή νοτιοκορεατικά εξαρτήματα, συναρμολόγηση στο Βιετνάμ ή το Μπανγκλαντές κ.ο.κ. Σε αυτό το αλληλεξαρτώμενο σύνολο, μια μόνιμη διακοπή των ενεργειακών ροών –οι οποίες ήδη έχουν διαταραχθεί από τις εντάσεις γύρω από τα Στενά του Ορμούζ– θα μπορούσε να αποδιαρθρώσει γοργά ολόκληρο τον παραγωγικό μηχανισμό.
Απέναντι σε αυτόν τον κίνδυνο, το Πεκίνο σκληραίνει τη στάση του, ειδικά από τη στιγμή που πλέον διαθέτει εργαλεία τα οποία του επιτρέπουν να μετριάσει τον αντίκτυπο των αμερικανικών χρηματοπιστωτικών κυρώσεων: σύστημα διασυνοριακών πληρωμών και αυξανόμενη διενέργεια των αγοραπωλησιών πετρελαίου σε γουάν, συμφωνίες μεταξύ κεντρικών τραπεζών, καθώς και εγχειρήματα διαλειτουργικών ψηφιακών νομισμάτων. Συνεπώς, οι κινεζικοί υπολογισμοί τροποποιούνται: μια εμπορική αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ καταλήγει λιγότερο δαπανηρή από μια παρατεταμένη διατάραξη των εμπορικών ροών.
Το επεισόδιο προκαλεί ένα ακόμη πλήγμα σε ένα σύστημα κυρώσεων που χρησιμοποιείται ολοένα και περισσότερο και αποδίδει ολοένα και λιγότερο. Θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για πιο συστηματικές στρατηγικές παράκαμψης, που θα διευκολύνονται από την ανάδυση εναλλακτικών λύσεων υποστηριζόμενων από την Κίνα. «Η εποχή που η Ουάσιγκτον υπαγόρευε μόνη της στον κόσμο με ποιον μπορεί να συναλλάσσεται και έβλεπε τις αποφάσεις της να επιβάλλονται φτάνει στο τέλος της», επιχαίρει, ίσως κάπως βιαστικά, ένας αναλυτής επικριτικός απέναντι στις ΗΠΑ (The Morning Star, 16 Μαΐου 2026). Μένει να μάθουμε τι είδους οικονομική τάξη πραγμάτων επιδιώκει να εγκαθιδρύσει η Κίνα.
Η αντίδρασή της απέναντι στον νόμο περί βιομηχανικής επιτάχυνσης που παρουσιάστηκε στα μέσα Μαρτίου από τις Βρυξέλλες δίνει μια πρόγευση. Το σχέδιο αυτό, προωθημένο από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ως αντίδοτο στην αποβιομηχάνιση, σκοπεύει να συνδέσει τις ευρωπαϊκές δημόσιες ενισχύσεις με απαιτήσεις για τοπικό περιεχόμενο και μεταφορά τεχνολογίας, ιδιαίτερα στον κλάδο των μπαταριών, των ηλεκτρικών αυτοκινήτων και των ηλιακών συλλεκτών. Το Πεκίνο κατήγγειλε αμέσως την παρεκτροπή προς τον «προστατευτισμό», που παραβιάζει τους κανόνες του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ). «Εάν η Ευρωπαϊκή Ένωση υιοθετήσει τη συγκεκριμένη νομοθεσία και πλήξει τα συμφέροντα των κινεζικών επιχειρήσεων, η Κίνα δεν θα έχει άλλη επιλογή από τη λήψη αντιμέτρων», προειδοποίησε το Πεκίνο. Τα εργαλεία αυτά, βέβαια, είναι τα ίδια που η Κίνα έχει επιστρατεύσει εδώ και καιρό προκειμένου να οργανώσει τη δική της ανάδειξη σε μεγάλη βιομηχανική δύναμη και που οι ΗΠΑ εφαρμόζουν με ολοένα μεγαλύτερο ζήλο την τελευταία δεκαετία.
Έτσι, αμφισβητώντας την αμερικανική ηγεμονία, το Πεκίνο υπερασπίζεται τη συνέχεια μιας οικονομικής τάξης στηριγμένης στο ελεύθερο εμπόριο, της οποίας το πλαίσιο έχει ορίσει εδώ και πολύ καιρό η Ουάσιγκτον. Και έρχεται να υιοθετήσει την ίδια λογική: στο διεθνές εμπόριο, δεν μετράνε τόσο οι κανόνες όσο η ισχύς εκείνων που τους επιβάλλουν.