el | fr | en | +
Accéder au menu

ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ο ΟΗΕ την ώρα της Μελάνια

Ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών, ένας από τους κυριότερους θεσμούς υποστήριξης της συμμόρφωσης των κρατών με τις διεθνείς δεσμεύσεις τους, έχει γίνει πιο εύθραυστος λόγω της εχθρότητας και της επιπολαιότητας των Ηνωμένων Πολιτειών. Κάτι που φάνηκε ξεκάθαρα όταν η «πρώτη κυρία» εκπροσώπησε τις ΗΠΑ στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ.

Νέα Υόρκη, 2 Μαρτίου 2026. Αγέρωχη και συγκεντρωμένη, η Μελάνια Τραμπ προεδρεύει, για λογαριασμό των ΗΠΑ, στη σύνοδο του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ που είναι αφιερωμένη στα παιδιά σε καιρό πολέμου. Κάτι που δεν έχει ξανασυμβεί με σύζυγο εν ενεργεία αρχηγού κράτους. Όμως, καθώς μόλις έχει γίνει γνωστός ο θάνατος 150 ανθρώπων –κυρίως μαθητριών– μετά από τον αμερικανικό βομβαρδισμό του Μινάμπ, στο νότιο Ιράν, το σκηνικό γίνεται αντάξιο του θεάτρου του παραλόγου. Ακόμη κι αν η «πρώτη κυρία», γνωστή για την υπεράσπιση των παιδιών από την Ουκρανία που κρατούνται στη Ρωσία, εκτελεί την αποστολή της με σοβαρότητα, ορισμένοι τολμούν να κάνουν τον παραλληλισμό με το άλογο του Καλιγούλα, εκείνο που ο Ρωμαίος αυτοκράτορας λέγεται ότι ήθελε να αναγορεύσει σε ύπατο.

Αν και το συγκεκριμένο επεισόδιο αποτελεί μοναδική περίπτωση, οι ΗΠΑ πρόσφατα έχουν αποκτήσει τη συνήθεια να στέλνουν ανώτερα κυβερνητικά στελέχη στις συνεδριάσεις των Ηνωμένων Εθνών. «Ο επίσημος πρεσβευτής τους Μάικ Ουόλτς παραχωρεί τακτικά τη θέση του σε “μεγάλα μεγέθη”, όπως ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο ή ο αναπληρωτής του Κρίστοφερ Λάνταου», μας εξηγεί Ευρωπαίος διπλωμάτης, ο οποίος αναρωτιέται για το νόημα αυτής της ασυνήθιστης πρακτικής, καθώς οι υπουργοί των κρατών-μελών παρίστανται οι ίδιοι μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Πολύ περισσότερο που, την ίδια στιγμή, οι δηλητηριώδεις επιθέσεις του Ντόναλντ Τραμπ και της κυβέρνησής του σε βάρος του ΟΗΕ δεν κοπάζουν: αναποτελεσματικός, συνένοχος για τα εγκληματικά μεταναστευτικά ρεύματα, ο διεθνής οργανισμός υποτίθεται ότι είναι εχθρικός προς τις αμερικανικές αξίες και τον αμερικανικό τρόπο ζωής…

Κάνοντας τα λόγια τους πράξη, οι Ηνωμένες Πολιτείες αποχώρησαν από φορείς του ΟΗΕ που κρίνουν περιττούς ή υπερβολικά παρεμβατικούς, όπως τον Οργανισμό των Ηνωμένων Εθνών για την Εκπαίδευση, την Επιστήμη και τον Πολιτισμό (UNESCO), τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ) ή το Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Το 2025, η Ουάσιγκτον δεν χορήγησε παρά 2,7 δισεκατομμύρια δολάρια ως ανθρωπιστική βοήθεια, έναντι 11 δισεκατομμυρίων δολαρίων το 2024. Για το 2026, έχει υποσχεθεί 2 δισεκατομμύρια δολάρια (1,7 δισεκατομμύρια ευρώ), υπογραμμίζοντας ότι οι υπηρεσίες των Ηνωμένων Εθνών θα πρέπει «να προσαρμοστούν, να συρρικνωθούν ή να πεθάνουν».

«Η απαξίωση του οργανισμού καραδοκεί»

Πιο σοβαρό ακόμη είναι το γεγονός ότι οι Αμερικανοί, διαστρέφοντας το ψήφισμα 2803 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ της 17ης Νοεμβρίου 2025, που περιοριζόταν στη Γάζα, έφτασαν στο σημείο να δημιουργήσουν το Συμβούλιο Ειρήνης, το οποίο υποτίθεται ότι θα επιλύσει όλες τις διεθνείς κρίσεις τις οποίες, σύμφωνα με τον Λευκό Οίκο, ο ΟΗΕ αποδεικνύεται ανίκανος να λύσει, λησμονώντας τον ρόλο που παίζει το αμερικανικό βέτο σε αυτή τη δυστοκία. Το μέλλον αυτού του νέου θεσμού –στον οποίο συμμετέχουν έναντι καταβολής δικαιώματος εισόδου ύψους ενός δισεκατομμυρίου δολαρίων περίπου 20 χώρες– παραμένει αβέβαιο, στον βαθμό που η μεγάλη πλειοψηφία των 193 χωρών-μελών του ΟΗΕ παραμένουν πιστές στον διεθνή οργανισμό, περιορίζοντας στην πράξη την εμβέλεια των αποφάσεων του Συμβουλίου Ειρήνης στα ίδια τα κράτη-μέλη του. «Είναι δύσκολο να πάρουμε στα σοβαρά αυτό το όργανο από θεσμική άποψη», συνοψίζει ο Ρίτσαρντ Γκόουαν του International Crisis Group. «Από την άλλη μεριά όμως, πρόκειται για ανησυχητικό πολιτικό σημάδι.» Υπάρχει πλέον ο φόβος ότι οι ΗΠΑ μπορεί να κλείσουν την πόρτα σε έναν θεσμό στην ίδρυση του οποίου συνέβαλαν αποφασιστικά το 1945.

Στο «Γυάλινο Σπίτι», την έδρα του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη, αξιωματούχοι και υπάλληλοι συνεχίζουν να ασχολούνται με τα καθήκοντά τους, μεταξύ ανησυχίας για την τύχη που τους επιφυλάσσεται και πικρίας: πόση ενέργεια έχουν αφιερώσει στα πολυάριθμα προγράμματα των Ηνωμένων Εθνών για την εκπαίδευση, τη στέγαση, την υγεία, τη σίτιση… Στην πόρτα της εξόδου –το πρόσωπο που θα τον διαδεχθεί θα γίνει γνωστό τον Ιούλιο– ο γενικός γραμματέας Αντόνιο Γκουτέρες προσπαθεί να μειώσει την οικονομική έκθεση του οργανισμού χωρίς να διαθέτει πραγματικά ολοκληρωμένο σχέδιο. Ωθεί τις υπηρεσίες προς μετεγκατάσταση στις περιφερειακές έδρες του οργανισμού, όπου το κόστος ζωής είναι λιγότερο υψηλό σε σχέση με τη Νέα Υόρκη, όπως στο Ναϊρόμπι της Κένυας. Στα τέλη του 2025, ενέκρινε την κατάργηση 2.500 θέσεων, στο πλαίσιο ενός προϋπολογισμού 7% χαμηλότερου σε σχέση με το 2024 (3,2 δισεκατομμύρια δολάρια).

Οι πόροι του ΟΗΕ δεν έχουν ξεπεράσει ποτέ τα 5 δισεκατομμύρια δολάρια, σε σύγκριση για παράδειγμα με τον επίσημο κύκλο εργασιών της Google (182 δισεκατομμύρια δολάρια) ή τον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης (190 δισεκατομμύρια δολάρια). Πλέον, η έλλειψη μέσων κάνει πολλούς να φοβούνται το χειρότερο: «Είμαστε υποχρεωμένοι να μειώσουμε τα ωράρια συναντήσεων προκειμένου να κάνουμε οικονομία στο ηλεκτρικό ρεύμα και στις ώρες εργασίας των ατόμων της ασφάλειας, τη στιγμή που οι ανάγκες συνεργασίας σχεδόν ποτέ δεν ήταν τόσο μεγάλες από το 1945 και μετά. Κινδυνεύουμε απλούστατα να μην μπορούμε να λειτουργήσουμε. Η απαξίωση του οργανισμού καραδοκεί», εκμυστηρεύεται αξιωματούχος του οργανισμού.

Μπροστά στον κίνδυνο στάσης πληρωμών που επικαλείται ο Γκουτέρες, οι 150 από τις 193 χώρες κατέβαλαν προκαταβολικά την ετήσια συνεισφορά τους για το 2026, χωρίς αυτό να αντισταθμίζει τα 4 δισεκατομμύρια δολάρια που ήδη οφείλουν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Το λειτουργικό μέλλον του οργανισμού παραμένει αβέβαιο και στους διαδρόμους του ΟΗΕ ψιθυρίζονται κατηγορίες σε βάρος των Ευρωπαίων, των οποίων η στάση κρίνεται παθητική. Ενώ συνήθως υπερασπίζονται φλύαρα την πολυμερή συνεργασία, οι Ευρωπαίοι προτιμούν να επικεντρώνουν τις οικονομικές και διπλωματικές προσπάθειές τους στον πόλεμο στην Ουκρανία. Μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα του «ο σώζων εαυτόν σωθήτω», οι Αμερικανοί μπορούν να περιοριστούν σε... μικρές χειρονομίες. Στις 26 Φεβρουαρίου 2026, καταδέχθηκαν να καταβάλουν περίπου 160 εκατομμύρια δολάρια από τα δισεκατομμύρια των εκπρόθεσμων οφειλών τους.

Η στρατηγική του Λευκού Οίκου μοιάζει ξεκάθαρη: να περιορίσει τον ΟΗΕ στις βασικές αποστολές του, ελέγχοντάς τον χάρη στη χρήση του δικαιώματος βέτο και του οικονομικού εργαλείου. Πέρα από τις σφοδρές αντιπαραθέσεις γύρω από τη Μέση Ανατολή και την Ουκρανία, η Ουάσιγκτον προωθεί τα ζητήματα που θεωρεί σημαντικά: λόγου χάρη, «ειρηνευτικό σχέδιο» για τη Γάζα, δημιουργία δύναμης κατά των συμμοριών στην Αϊτή (30 Σεπτεμβρίου 2025), περιορισμός των μέσων που διατίθενται στην Προσωρινή Δύναμη των Ηνωμένων Εθνών στον Λίβανο (UNIFIL, 28 Αυγούστου 2025). Από μια τέτοια οπτική γωνία, ο οργανισμός δεν θα ήταν πλέον παρά ένα τραπέζι διαπραγμάτευσης μεταξύ κυρίαρχων κρατών απαλλαγμένων από οποιαδήποτε δέσμευση, μια θεώρηση που δεν δυσαρεστεί τη Ρωσία και την Κίνα, έτοιμες να κινήσουν τα πιόνια τους. Έτσι, σε αντάλλαγμα για την αποχή του από το ψήφισμα για το Πορτ-ο-Πρενς της Αϊτής, το Πεκίνο φέρεται να πέτυχε να έχει τον πρώτο λόγο στις μελλοντικές συζητήσεις για το Αφγανιστάν στο Συμβούλιο Ασφαλείας και να ώθησε την Ουάσιγκτον να χρηματοδοτήσει μελλοντικές ειρηνευτικές αποστολές σε ζώνες που η Κίνα έχει επενδύσεις να προστατεύσει. Βυθισμένες στον φόβο τους μην τυχόν ερεθίσουν τον εκρηκτικό Ντόναλντ Τραμπ, Μεγάλη Βρετανία και Γαλλία κινούνται διακριτικά.

Ακόμη και πέρα από τα ζητήματα της ειρήνης και της ασφάλειας, οι ΗΠΑ παραμένουν δραστήριες στο εσωτερικό του οργανισμού. Για παράδειγμα, φέρνοντας στα τέλη Μαρτίου τη μάχη τους κατά της «woke ατζέντας» στην Επιτροπή για την Κατάσταση της Γυναίκας του Οικονομικού και Κοινωνικού Συμβουλίου των Ηνωμένων Εθνών (ECOSOC), επιχείρησαν –εις μάτην– να υιοθετηθεί μια τροποποίηση που θα περιόριζε τον ορισμό του φύλου σε δύο βιολογικά φύλα. Τέτοιες συμβολικές και ιδεολογικές μάχες, οι οποίες έχουν σημαδέψει την ιστορία του ΟΗΕ, θα έπρεπε να έχουν τεθεί στο περιθώριο μπροστά στον πολλαπλασιασμό των ανεξέλεγκτων κρίσεων που απειλούν την παγκόσμια ειρήνη, όπως στη Μέση Ανατολή.

Στην πραγματικότητα, όπως υπενθυμίζει η πολιτική επιστήμονας Λιζ Μορζέ Χάουαρντ, εδώ και 80 χρόνια, «στη μεγάλη τους πλειοψηφία, οι διακρατικές διενέξεις έχουν υποβληθεί ενώπιον του Συμβουλίου Ασφαλείας για να εξεταστούν εκεί και έχουν τερματιστεί αφότου το Συμβούλιο έλαβε κάποια μέτρα. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα μέτρα που ελήφθησαν από το Συμβούλιο Ασφαλείας αποτέλεσαν τον μοναδικό λόγο τερματισμού των εχθροπραξιών, αλλά ότι, τις περισσότερες φορές, τα κράτη, μεγάλα ή μικρά, επεδίωξαν να επιλύσουν τις διαφορές τους με τη βοήθειά του» (1).

Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, που εξακολουθεί να καταφέρνει να εκδίδει γύρω στα 40 ψηφίσματα τον χρόνο (από το Κόσοβο μέχρι τη μάχη κατά της τρομοκρατίας), διατηρεί μια απαράμιλλη δύναμη νομιμοποίησης. Σε αυτό το πνεύμα, το Μπαχρέιν, με τη ζωηρή ενθάρρυνση των ΗΠΑ, στράφηκε προς το Συμβούλιο Ασφαλείας για να εγκρίνει μια στρατιωτική επιχείρηση άρσης του αποκλεισμού των Στενών του Ορμούζ, προσκρούοντας τελικά στο βέτο Ρωσίας και Κίνας. Την ώρα που η επέμβαση στο Ιράν έχει πυροδοτήσει ανεξέλεγκτες εξελίξεις, ο Ντόναλντ Τραμπ, που έχει αναγνωρίσει τις «εκπληκτικές δυνατότητες» του ΟΗΕ, θα τον χρησιμοποιήσει άραγε για να βγει από την κρίση ή θα προτιμήσει να κλείσει ένα από τα περίφημα «deals» του σε κλειστό κύκλο –έστω κι αν αναζητήσει αργότερα την επικύρωσή του από τον ΟΗΕ;

Anne-Cécile Robert

Αναπληρώτρια διευθύντρια της Le Monde diplomatique
μετάφραση: Χάρης Λογοθέτης

(1Βλ. Lise M. Howard, «The United Security Council in interstate war», Global Governance. A Review of Multilateralism, τ. 31, Νέα Υόρκη, 26 Αυγούστου 2025.

Μοιραστείτε το άρθρο