el | fr | en | +
Accéder au menu

ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

Το αμερικανικό σχέδιο για την παγκόσμια Τεχνητή Νοημοσύνη

Μήπως η αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά του Αμερικανού προέδρου κρύβει τελικά μια συνοχή, μια εντυπωσιακή επαναφορά της οικονομίας στα χέρια του κράτους, αλλά ενός κράτους που το καθοδηγούν επενδυτικοί τραπεζίτες; Στην πραγματικότητα, ο Ντόναλντ Τραμπ ακολουθεί την ίδια στρατηγική με τον προκάτοχό του: να οργανώσει την κυριαρχία της Αμερικής απέναντι στην Κίνα στους κρίσιμους τομείς της άμυνας και της Τεχνητής Νοημοσύνης.

Ο πιο εύκολος τρόπος να παρανοήσει κάποιος την κυβέρνηση Τραμπ είναι να μπερδέψει τον θόρυβο με την ουσία. Οι προσβολές, τα ξεσπάσματα για τους δασμούς, οι κομπίνες με τα κρυπτονομίσματα, τα υπουργικά μελοδράματα και η σκληρότητα, κομμένη και ραμμένη για την τηλεόραση, τραβούν την προσοχή στη σκηνή του τσίρκου.

Η ουσία, στο μεταξύ, έχει τιμή: 1,5 τρισεκατομμύριο δολάρια για το υπουργείο Πολέμου, όπως βαφτίστηκε πρόσφατα. Πρόκειται για τον μεγαλύτερο αμυντικό προϋπολογισμό στην ιστορία των ΗΠΑ σε ονομαστικές τιμές –και, σε πραγματικές τιμές, πλησιάζει την ετήσια κορύφωση που κατόρθωσε να φτάσει η χώρα όταν πολεμούσε τον Χίτλερ. Τα χρήματα τα βρίσκει με την κυνική λογιστική ενός ανθρώπου που φορτώνει τον λογαριασμό στα παιδιά του, κόβοντας από τις δημόσιες υπηρεσίες που εξασφαλίζουν την τροφή, την εκπαίδευση και την περίθαλψή τους.

Ο προϋπολογισμός αυτός υποτίθεται ότι θα χρηματοδοτήσει έναν δομικό μετασχηματισμό του αμερικανικού κράτους, της οικονομίας του και της θέσης του στην παγκόσμια τάξη. Η μεταψυχροπολεμική δημοκρατία, που αυτοαποκαλούνταν ελεύθερη αγορά, αφήνει τη μάσκα να πέσει. Ο μηχανισμός υπήρχε εξαρχής: η DARPA (Υπηρεσία Προηγμένων Ερευνητικών Προγραμμάτων Άμυνας), το In-Q-Tel (το επενδυτικό ταμείο της CIA για την τεχνολογία των πληροφοριών), τα εθνικά εργαστήρια –εκείνο που ο πολιτικός οικονομολόγος Φρεντ Μπλοκ ονομάζει «κρυφό αναπτυξιακό κράτος» της Αμερικής (1).

Η Ουάσιγκτον πλέον επιλέγει παραγωγικούς κλάδους και επιχειρήσεις, καθορίζει τιμές, αποκτά μετοχικά μερίδια σε ιδιωτικές εταιρείες και εξαρτά την εξωτερική βοήθεια από την πολιτική νομιμοφροσύνη, χωρίς καν να μπαίνει στον κόπο να το αποκαλεί κάπως αλλιώς. Το λεξιλόγιο του Ψυχρού Πολέμου, ακόμη και της μεταψυχροπολεμικής εποχής, δεν ταιριάζει πια: ο «στρατιωτικός κεϋνσιανισμός» σήμαινε αύξηση των αμυντικών δαπανών για την τόνωση της συνολικής ζήτησης, ενώ ο «στρατιωτικός νεοφιλελευθερισμός» σήμαινε το ίδιο πράγμα, αλλά μέσω ιδιωτικών αναδόχων και απορρυθμισμένων εφοδιαστικών αλυσίδων. Αυτό που συμβαίνει τώρα δεν είναι δημοσιονομικό ζήτημα, αλλά ζήτημα κατανομής: αφορά αποφάσεις σχετικά με ποιες εταιρείες πρέπει να υπάρχουν, σε ποιες τιμές, με ποιες εισροές, σε ποιους κλάδους. Και ο πόλεμος που έρχεται είναι οικονομικός, όχι στρατιωτικός: θα δοθεί στους ισολογισμούς, όχι στα πεδία των μαχών.

Πίσω από όλα αυτά βρίσκεται –προφανώς– ο φόβος της Κίνας και η τεχνολογία που έσυρε κάθε άλλη προτεραιότητα να στοιχηθεί πίσω της: η Τεχνητή Νοημοσύνη. Κανένα από τα υποκείμενα προβλήματα –τα ορυκτά, τα σημεία συμφόρησης, οι ημιαγωγοί, τα καλώδια, οι αντιδραστήρες– δεν είναι καινούργιο. Οι σχεδιαστές του Πενταγώνου και οι αναλυτές της RAND Corporation ψιθύριζαν γι’ αυτά εδώ και δεκαετίες, αλλά κάθε διαδοχική κυβέρνηση κουνούσε ευγενικά το κεφάλι και άλλαζε συζήτηση. Αυτό που έκανε η Τεχνητή Νοημοσύνη ήταν να τα συγχωνεύσει σε μια ενιαία αφήγηση, όπου αν κάποιος μείνει πίσω μοιάζει με ήττα σε πόλεμο.

Ποια χώρα μπορεί να αγοράσει τι

Η ιστορία ξεκίνησε το 2016-2017, όταν μια μικρή ομάδα από «γεράκια» με εμμονή με την Κίνα –ανάμεσά τους και ο Πίτερ Τιλ της Palantir, που σχεδόν μόνος στη Σίλικον Βάλεϊ στήριζε την πρώτη κυβέρνηση Τραμπ– υποστήριξε ότι οι ΗΠΑ έπρεπε να μπλοκάρουν την πρόοδο του Πεκίνου στην κινητή τεχνολογία, στο 5G και στα μικροτσίπ. Η απαγόρευση της Huawei το 2019 υπήρξε το πρότυπο. Ο Μπάιντεν δεν εγκατέλειψε τίποτε από αυτά. Η κυβέρνησή του τα εκλέπτυνε, δημιουργώντας σύνθετες γραφειοκρατικές βαθμίδες που αποφάσιζαν ποιες χώρες μπορούσαν να αγοράσουν ποιες αμερικανικές τεχνολογίες και επέκτεινε το καθεστώς ελέγχου των εξαγωγών πέρα από τα μικροτσίπ, ώστε να καλύψει τα εργαλεία κατασκευής ημιαγωγών, τα λογισμικά EDA (για την αυτοματοποίηση του ηλεκτρονικού σχεδιασμού), τις προηγμένες μνήμες, τη βιοτεχνολογία, τις υποδομές κβαντικής πληροφορικής και πολλά άλλα. Σε τρεις κυβερνήσεις τυπικά αντίπαλων κομμάτων, γύρω από αυτό το ζήτημα υπήρξε σχεδόν απόλυτη συμφωνία. Η Τεχνητή Νοημοσύνη έφερε τα πράγματα σε σημείο καμπής –έγινε το αγαθό στο οποίο κάθε χώρα πιστεύει ότι πρέπει να έχει πρόσβαση, ενώ οι ΗΠΑ ελέγχουν το κρίσιμο πέρασμα.

Η δεύτερη θητεία του Τραμπ πρόσφερε σε αυτή τη διακομματική κληρονομιά την συγκέντρωση του ελέγχου. Τον σχεδιασμό τον κάνει πλέον το Πεντάγωνο, καθισμένο πάνω σε ένα τεράστιο βουνό μετρητών, με τη διακριτική ευχέρεια να τα ξοδεύει, σε μεγάλο βαθμό, όπως κρίνει. Ο γιγαντιαίος προϋπολογισμός του είναι, πάνω απ’ όλα, πρόβλημα προσλήψεων: χρειάζεται ανθρώπους που να μιλούν άπταιστα τη γλώσσα των εννιαψήφιων αποφάσεων, ανθρώπους πιο άνετους με την τοποθέτηση κεφαλαίων παρά με την ανάπτυξη στρατευμάτων. Το έργο του εντοπισμού τέτοιων ανθρώπων δεν το αφήνουν πια σε ένα γραφείο προσωπικού σε κάποιο υπόγειο χωρίς παράθυρα, αλλά το αναθέτουν σε εξαιρετικά πειστικούς κυνηγούς στελεχών, που χρεώνουν με την ώρα.

Μια πρόταση στελέχωσης που ετοίμασε μια τέτοια εταιρεία και τελικά διέρρευσε έμοιαζε λιγότερο με πρόσκληση σε δημόσια υπηρεσία και περισσότερο με φαντασίωση ανθρώπων από τον χώρο των ιδιωτικών επενδυτικών κεφαλαίων (private equity). Το Πεντάγωνο επιδίωκε να σχηματίσει μια ομάδα τριάντα ατόμων, η οποία θα βοηθούσε στην εποπτεία της διάθεσης έως και 200 δισεκατομμυρίων δολαρίων δημόσιου χρήματος μέσα σε τρία χρόνια, με ετήσιους μισθούς που θα έφταναν τα 300.000 δολάρια εντός του Πενταγώνου και τα 600.000 δολάρια για όσους θα απασχολούνταν μέσω μη κερδοσκοπικών οργανώσεων ευθυγραμμισμένων με την κυβέρνηση. Πρόσφερε επίσης «απαράμιλλη πρόσβαση» σε υψηλόβαθμους κυβερνητικούς αξιωματούχους και γενναιόδωρες «ευκαιρίες εξόδου», όπως τη δημιουργία προσωπικού fund, με αξιοποίηση «διαύλων άντλησης κεφαλαίων που περιλαμβάνουν βασιλικές οικογένειες» (2).

Αυτό το δελεαστικό κείμενο δημιουργήθηκε για την Economic Defense Unit (EDU, Μονάδα Οικονομικής Άμυνας), που ιδρύθηκε μέσα στο Πεντάγωνο τον Απρίλιο του 2026 (3) από τον αναπληρωτή υπουργό Άμυνας Στίβεν Φάινμπεργκ, δισεκατομμυριούχο συνιδρυτή της Cerberus Capital Management και έναν από τους μεγαλύτερους δωρητές του Ντόναλντ Τραμπ. Η Cerberus έχτισε την αυτοκρατορία της των 65 δισεκατομμυρίων δολαρίων πάνω στα ερείπια κάποτε κορυφαίων αμερικανικών βιομηχανιών –από τον γίγαντα της αυτοκινητοβιομηχανίας Chrysler έως τη Remington, μία από τις παλαιότερες εταιρείες κατασκευής όπλων της χώρας.

Η EDU θα συνεργαστεί με το Office of Strategic Capital (OSC, Γραφείο Στρατηγικών Κεφαλαίων), έναν μηχανισμό δανειοδότησης της εποχής Μπάιντεν, που τώρα αναδιοργανώθηκε υπό τον Φάινμπεργκ ως επενδυτικό γραφείο, σπρώχνοντας δημόσιο χρήμα σε ορυκτά, υποθαλάσσια καλώδια, δρόνους και δορυφόρους. Πώς ακριβώς το OSC κινεί το χρήμα φαίνεται από το πρώτο μεγάλο συμβόλαιό του. Ο Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ είναι εταίρος στην 1789 Capital, η οποία απέκτησε μετοχικό μερίδιο στη Vulcan Elements τρεις μήνες πριν η Vulcan λάβει δάνειο 620 εκατομμυρίων δολαρίων από το Πεντάγωνο –το μεγαλύτερο στην ιστορία της υπηρεσίας, διεκπεραιωμένο με ταχεία διαδικασία βάσει ενός προεδρικού διατάγματος του Μαρτίου 2025, το οποίο μείωνε τις απαιτήσεις έγκρισης για συμφωνίες σχετικές με κρίσιμα ορυκτά. Αυτό το νέο κεφάλαιο είναι κορυφαίας στρατηγικής σημασίας: η Vulcan κατασκευάζει τους μαγνήτες σπάνιων γαιών που χρειάζεται το Πεντάγωνο για τα πάντα, από τα F-35 έως την ψύξη των κέντρων δεδομένων (data centers) της Τεχνητής Νοημοσύνης, και στους οποίους η Κίνα διατηρεί σχεδόν το μονοπώλιο.

Η συμφωνία της Vulcan δεν είναι τόσο η εξαίρεση όσο το πρότυπο –και οι άνθρωποι που την αναπαράγουν έχουν πάψει να προσποιούνται το αντίθετο. Εδώ μπαίνει το μεγάλο αφεντικό της EDU, ο Τζορτζ Κολλιτίδης ο Δεύτερος, πρώην στέλεχος της Cerberus και επικεφαλής της Remington την εποχή των μετασεισμών που ακολούθησαν την εξαγορά της. Τώρα, ως κύριος σύμβουλος του Πενταγώνου για τον οικονομικό ανταγωνισμό, στο συνέδριο του Milken Institute φέτος τον Μάιο είπε φωναχτά εκείνο που συνήθως ψιθυρίζεται (4).

Κινητήρια δύναμη οι συναλλαγές

Η Κίνα, εξήγησε, «διεξάγει με επιτυχία οικονομικό πόλεμο» εδώ και 30 χρόνια. Η απάντηση ήταν μια «προσέγγιση με κινητήρια δύναμη τις συναλλαγές». Το δόγμα της EDU, όπως το περιέγραψε, στηρίζεται σε δύο πυλώνες. Τον πρώτο τον αποκάλεσε «φτιάξ’ το»: η επαναφορά της παραγωγής στη χώρα, η ενδιάμεση επεξεργασία και η μεταλλοποίηση των κρίσιμων ορυκτών. Τον δεύτερο τον αποκάλεσε «σπάσ’ το»: μέτρα κατά της βιομηχανικής βάσης των ανταγωνιστών, με στόχο να στερηθούν τις δυνατότητες που οι ΗΠΑ προσπαθούν καθυστερημένα να ανακτήσουν. Και η EDU έχει την κατάλληλη ομάδα τόσο για να φτιάχνει όσο και για να σπάει. Το προσωπικό της, εξήγησε ο Κολλιτίδης, προέρχεται από «τον χώρο των ιδιωτικών επενδυτικών κεφαλαίων ή των μοχλευμένων χρηματοδοτήσεων».

Πίσω από αυτό το δόγμα υπάρχει μια διάγνωση –και αυτό ήταν το σημείο όπου ο Κολλιτίδης είπε, σχεδόν άθελά του, κάτι πραγματικά ενδιαφέρον. Η αμερικανική οικονομία μετά το 1991, εξήγησε, υπήρξε προϊόν «λανθασμένης σκέψης»: κεφάλαια έφυγαν στο εξωτερικό κυνηγώντας λιγότερες νομοθετικές ρυθμίσεις και φθηνότερη εργασία, το «μέρισμα ειρήνης» που είχε υποσχεθεί ο Τζορτζ Μπους μετατράπηκε σε παγίδα ειρήνης, η βιομηχανική ισχύς απομυζήθηκε για να χρηματοδοτήσει μια τριαντάχρονη καταναλωτική έκρηξη. Είναι το είδος του κατηγορητηρίου που κάποιος θα περίμενε από τον Στιβ Μπάνον, όχι από έναν άνθρωπο των ιδιωτικών επενδυτικών κεφαλαίων που μιλά σε μια αίθουσα ξενοδοχείου του Μπέβερλι Χιλς. Η διεύθυνση οικονομικού πολέμου του Πενταγώνου στελεχώνεται πλέον από ανθρώπους όπως ο Κολλιτίδης, που πέρασαν τρεις δεκαετίες αποκομίζοντας κέρδη από την παρακμή της αμερικανικού βιομηχανικού δυναμικού, πριν επιστρέψουν ως εθνικοί σωτήρες.

Και αυτοί είναι η ιστορία. Οι μεταψυχροπολεμικές Ηνωμένες Πολιτείες πάντα γνώριζαν πώς να σχεδιάζουν όταν έπρεπε. Η καινοτομία είναι ποιοι κάνουν τώρα τον σχεδιασμό: τα πρώην στελέχη της Cerberus, της Apollo, της Cantor Fitzgerald –εμπρηστές που κάνουν αίτηση για να γίνουν πυροσβέστες, άνθρωποι που έμαθαν να τοποθετούν τα χρήματα των άλλων σε ιδιωτικές συμπράξεις και τώρα ξοδεύουν τα χρήματα των φορολογουμένων με τα ίδια ένστικτα και με παρόμοια δομή αμοιβών.

Ο μηχανισμός τους έχει τρία εξαρτήματα: κεφάλαιο, τιμή και ενέργεια.

Για το πρώτο, υπό τον Φάινμπεργκ, το Office of Strategic Capital έχει υπερβεί τον δανεισμό και έχει περάσει στην ξεκάθαρη ιδιοκτησία –ένα βήμα που, όπως σημείωσαν νομικοί, υπερβαίνει τις εξουσίες του και το οποίο το Κογκρέσο, ελεγχόμενο από τους Ρεπουμπλικανούς, αρνήθηκε να εξετάσει. Το Πεντάγωνο κατέχει πλέον μετοχικά μερίδια στην MP Materials και την Trilogy Metals, καθώς και warrants (τίτλους που δίνουν στον κάτοχό τους το δικαίωμα να αγοράσει μετοχές) στη Vulcan Elements και τη ReElement Technologies, μαζί με τα πολυσυζητημένα κρατικά μερίδια στην Intel και τη Lithium Americas. Ο νόμος «One Big Beautiful Bill» του Τραμπ έδωσε διακριτικά στο OSC μια νέα επιδότηση πίστωσης ύψους 1,5 δισεκατομμυρίου δολαρίων, που μέσω μόχλευσης μεταφράζεται σε δυνατότητα χορήγησης δανείων περίπου 200 δισεκατομμυρίων δολαρίων μέσα σε τέσσερα χρόνια –με τα μισά να προορίζονται για κρίσιμα ορυκτά και τα άλλα μισά για 31 κλάδους «κρίσιμης τεχνολογίας». Το παλιό αμερικανικό δόγμα έλεγε ότι το κράτος δεν πρέπει ποτέ να διαλέγει νικητές. Ο νέος κανόνας είναι να τους διαλέγει πριν από το Πεκίνο –και να βεβαιώνεται ότι ξέρουν ποιον πρέπει να ευχαριστήσουν.

Όσον αφορά την τιμή, τον Δεκέμβριο του 2024 η Κίνα επέβαλε εμπάργκο στις πωλήσεις προς τις ΗΠΑ ορισμένων επεξεργασμένων σπάνιων γαιών, ανάμεσά τους και το γάλλιο, του οποίου ελέγχει το 98% της αγοράς. Αν και το εμπάργκο άρθηκε έναν χρόνο αργότερα, η απάντηση της Ουάσιγκτον, που ανακοινώθηκε τον Φεβρουάριο του 2026, ήταν το Project Vault, ένα ταμείο 12 δισεκατομμυρίων δολαρίων, το οποίο συνδυάζει δημόσια και ιδιωτικά κεφάλαια προκειμένου να δημιουργήσει ένα απόθεμα των 60 ορυκτών που περιλαμβάνονται στον κρίσιμο κατάλογο της Γεωλογικής Υπηρεσίας των ΗΠΑ, με τους αγοραστές να δεσμεύονται εκ των προτέρων σε σταθερές τιμές αγοράς. Παράλληλα με αυτό έχει δημιουργηθεί το Forum on Resource Geostrategic Engagement (FORGE), ένα προνομιακό εμπορικό μπλοκ συμμαχικών χωρών, οικοδομημένο με βάση συντονισμένα κατώτατα όρια τιμών, επιδοτήσεις και μακροπρόθεσμες δεσμεύσεις αγοράς. Η ελεύθερη αγορά, ύστερα από μερικά ποτηράκια πατριωτισμού, ανακάλυψε τις ελεγχόμενες τιμές.

Και βεβαίως, όσον αφορά την ενέργεια, η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν λειτουργεί με αέρα κοπανιστό, ακόμη κι αν η Σίλικον Βάλεϊ την παρουσιάζει σαν άσπιλη άνοδο στις αιθέριες σφαίρες των αφηρημένων εννοιών: γλωσσικά μοντέλα, υπολογιστικά σύννεφα, tokens, αναλαμπές μεγαλοφυΐας. Με υλικούς όρους όμως, αποτελεί ένα σοκ στη ζήτηση –για ηλεκτρισμό, νερό, αεριοστρόβιλους, ουράνιο, τα μικροτσίπ που μπαίνουν στα ράφια των διακομιστών και τους υποσταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας που τα τροφοδοτούν. Το υπουργείο Ενέργειας, όπου λέγεται ότι ο Πίτερ Τιλ αξιολόγησε προσωπικά τους υποψηφίους για μια κορυφαία θέση εργασίας στα πυρηνικά (5), ενόσω οι νεοφυείς επιχειρήσεις που εκκολάφθηκαν στο δικό του Founders Fund έχουν έκτοτε κερδίσει τα μεγαλύτερα συμβόλαια, έλαβε εντολή να αποκαταστήσει τη στρατηγική σημασία που είχε η ατομική ενέργεια στις αρχές του Ψυχρού Πολέμου (6).

Η Genesis Mission του υπουργείου Ενέργειας, που ανακοινώθηκε τον Νοέμβριο του 2025 με γλώσσα δανεισμένη από το Manhattan Project της πρώτης ατομικής βόμβας, συνενώνει 17 εθνικά εργαστήρια –ανάμεσά τους το Λος Άλαμος, το Όουκ Ριτζ, το Σάντια και το Αργκόν, με συνολικό δυναμικό 40.000 επιστημόνων– σε μια ενιαία πλατφόρμα «Τεχνητής Νοημοσύνης για την επιστήμη», της οποίας οι δηλωμένες προτεραιότητες εκτείνονται από την πυρηνική σχάση έως τους ημιαγωγούς και τα κρίσιμα υλικά.

Η ζήτηση βρίσκεται χρόνια μπροστά από την προσφορά, όμως η απάντηση της κυβέρνησης δεν είναι η αποκατάσταση της ισορροπίας της αγοράς μέσω των τιμών, αλλά η επιτάχυνση των διοικητικών διαδικασιών μέσω προεδρικών διαταγμάτων, με την περιβαλλοντική αξιολόγηση να αντιμετωπίζεται σαν προϊστορικό κατάλοιπο. Χωρίς τον πανικό γύρω από την Τεχνητή Νοημοσύνη, οι ίδιοι διαχειριστές κεφαλαίων θα βρίσκονταν ακόμη στα γραφεία τους στην Παρκ Άβενιου, γράφοντας άρθρα γνώμης για την αμερικανική παρακμή. Τώρα έχουν γραφεία στο Πεντάγωνο και αντί για άρθρα γνώμης υπογράφουν εντολές προμηθειών.

Καρότο και μαστίγιο

Από έξω, αυτό το σύστημα δεν μοιάζει με βιομηχανική πολιτική, αλλά με εκβιασμό που συνοδεύεται από ένα παγωμένο, υποκριτικό χαμόγελο. Οι ΗΠΑ δεν ζητούν από τους συμμάχους τους να θαυμάσουν τις αξίες τους. Τους ζητούν μόνο να ευθυγραμμίσουν τις εφοδιαστικές αλυσίδες, τις εξαγωγές μικροτσίπ, τα συμβόλαια για τα ορυκτά, τους κανόνες για τα δεδομένα και τις ενεργειακές υποδομές με τη στρατηγική της Ουάσιγκτον απέναντι στην Κίνα. Το καρότο, για όσους συμμορφώνονται, είναι επεξεργαστές γραφικών αμερικανικής κατασκευής, χώρος στο cloud και φθηνή χρηματοδότηση. Το μαστίγιο είναι να διαγραφούν τα ονόματά τους από τις αμερικανικές λίστες αδειοδότησης εξαγωγών. Ώς τώρα, το σχέδιο δεν έχει συναντήσει σχεδόν καμία αντίσταση.

Αιχμή του δόρατος αυτής της πολιτικής είναι η πρωτοβουλία Pax Silica, που εγκαινιάστηκε στις 12 Δεκεμβρίου 2025 και έχει στόχο να διασφαλίσει την εφοδιαστική αλυσίδα της Τεχνητής Νοημοσύνης και «να μειώσει τις εξαναγκαστικές εξαρτήσεις» (7). Στα επτά ιδρυτικά συμβαλλόμενα κράτη –ΗΠΑ, Αυστραλία, Ιαπωνία, Νότια Κορέα, Ηνωμένο Βασίλειο, Σιγκαπούρη και Ισραήλ– προστέθηκαν έκτοτε η Φινλανδία, η Ελλάδα, η Ινδία, η Νορβηγία, οι Φιλιππίνες, το Κατάρ, η Σουηδία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Κάθε νέος συμβαλλόμενος έφερε μαζί του και τα δικά του ανταλλάγματα. Η Ινδία ήρθε με δεσμεύσεις 210 δισεκατομμυρίων δολαρίων από τους ολιγάρχες της για την κατασκευή τοπικών υποδομών Τεχνητής Νοημοσύνης πάνω σε αμερικανικές τεχνολογικές πλατφόρμες (η Ινδία, βέβαια, είναι μέλος των BRICS, αλλά αυτή η αντίφαση έμεινε ασχολίαστη). Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα έφεραν την G42 (8), καθαρισμένη από τις άβολες κινεζικές εμπλοκές της και ξαναστημένη υπό την εποπτεία της Microsoft, ύστερα από πίεση της κυβέρνησης Μπάιντεν. Η Μαλαισία, που δεν υπέγραψε ποτέ, έγινε το μάθημα προς γνώση και συμμόρφωση: τον Μάιο του 2025, η αναπληρώτρια υπουργός Επικοινωνιών της ανακοίνωσε μια εθνική στρατηγική Τεχνητής Νοημοσύνης βασισμένη στη Huawei. Αφού μεσολάβησαν είκοσι τέσσερις ώρες και ένα τουίτ από τον τσάρο της Τεχνητής Νοημοσύνης του Τραμπ, οι δηλώσεις της ανακλήθηκαν. Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται τώρα σε συνομιλίες για την ένταξή της στη συμμαχία (Bloomberg, 12 Μαΐου 2026).

Η Ολλανδία παραβρέθηκε στην ιδρυτική σύνοδο αλλά, με την ευγενική αδιαλλαξία μιας χώρας της οποίας ο εθνικός πρωταθλητής, η ASML, προμηθεύει μηχανές λιθογραφίας σε κάθε προηγμένο κατασκευαστή ημιαγωγών στον πλανήτη, αρνήθηκε να υπογράψει. Οι ΗΠΑ ίσως βρήκαν έναν τρόπο να την κάνουν να λυγίσει. Ο νόμος MATCH (Multilateral Alignment of Technology Controls on Hardware) (9), που κατατέθηκε στις αρχές Απριλίου με διακομματική στήριξη, θα δίνει στις συμμαχικές χώρες με βιομηχανίες εξοπλισμού για μικροτσίπ 150 ημέρες προκειμένου να εναρμονίσουν τους ελέγχους των εξαγωγών τους με την Ουάσιγκτον, αλλιώς θα αντιμετωπίζουν μονομερή αντίποινα. Η ASML, της οποίας ο διευθύνων σύμβουλος εδώ και καιρό κατάγγελλε ότι οι έλεγχοι έχουν περισσότερο οικονομικά κίνητρα παρά κίνητρα σχετικά με την ασφάλεια, βρίσκεται στο στόχαστρο του νόμου. Η ολλανδική κυβέρνηση έχει υποβάλει επίσημη ένσταση.

Τι απομένει για τον Παγκόσμιο Νότο;

Για τον Παγκόσμιο Νότο, η γλώσσα είναι πιο ωμή. Η USAID, η υπηρεσία εξωτερικής βοήθειας της Ουάσιγκτον, αποψιλώθηκε στο πρώτο μισό του 2025 και τα εργαλεία που την αντικατέστησαν –η Development Finance Corporation (DFC, Εταιρεία Διεθνούς Ανάπτυξης και Χρηματοδότησης) και η Export-Import Bank–ξανασχεδιάστηκαν ανοιχτά ως εργαλεία οικονομικού πολέμου. Η DFC έλαβε νέα έγκριση με προϋπολογισμό ύψους 205 δισεκατομμυρίων δολαρίων στα τέλη του 2025, πάνω από το τριπλάσιο του προηγούμενου πλαφόν της, και απέκτησε νέα εντολή για επενδύσεις σε μετοχικό κεφάλαιο. Ο διευθύνων σύμβουλός της Μπέντζαμιν Μπλακ προέρχεται από τον χώρο των ιδιωτικών επενδυτικών κεφαλαίων και δεν έχει εμπειρία σε προγράμματα ανάπτυξης. Σε φόρουμ του Council on Foreign Relations τον Απρίλιο, περιέγραψε τον σκοπό της υπηρεσίας με την αφοπλιστική σαφήνεια ενός επιχειρηματικού υπομνήματος: η DFC, είπε, «θα οικοδομήσει ολιστικά οικονομικά οικοσυστήματα, προσδεδεμένα στις αμερικανικές κεφαλαιαγορές, θωρακισμένα απέναντι στον έλεγχο από ανταγωνιστές και δομημένα έτσι ώστε να παράγουν ισχυρές αποδόσεις για τον Αμερικανό φορολογούμενο».

Υπό τη Β΄ Κυβέρνηση Τραμπ, τα δάνεια συνοδεύονται από δικαιώματα επί της παραγωγής. Τον Δεκέμβριο του 2025, η DFC υπέγραψε δάνειο 553 εκατομμυρίων δολαρίων με τους διαχειριστές του σιδηροδρομικού διαδρόμου Λομπίτο. Στόχος είναι η αναβάθμιση του τμήματος αυτής της στρατηγικής γραμμής που περνάει από την Ανγκόλα, καθώς μεταφέρει στα δυτικά χαλκό και κοβάλτιο από το Κονγκό και, στο μέλλον, χαλκό από τη Ζάμπια, προς τον Ατλαντικό και τις αμερικανικές εφοδιαστικές αλυσίδες για μπαταρίες και ημιαγωγούς –μακριά από τον ασφυκτικό έλεγχο της Κίνας στις εξαγωγές ορυκτών της περιοχής.

Όταν τα υπό όρους δάνεια δεν αρκούν, οι ΗΠΑ απειλούν να κλείσουν το ντουλάπι με τα φάρμακα. Η America First Global Health Strategy (Παγκόσμια Στρατηγική Υγείας «Πρώτα η Αμερική»), που παρουσιάστηκε τον Σεπτέμβριο του 2025, συνδέει τη χρηματοδότηση για τον HIV και τη φυματίωση σε δεκάδες χώρες, οι περισσότερες στην Αφρική, με την υποχρεωτική μεταφορά εθνικών δεδομένων υγείας και, στο προσχέδιο για τη Ζάμπια, δεδομένων γονιδιωματικής αλληλούχισης παθογόνων για 25 χρόνια σε αμερικανικές υπηρεσίες και σε αναδόχους από τον χώρο των μεγάλων φαρμακευτικών εταιρειών. Ένα υπόμνημα του Στέιτ Ντιπάρτμεντ που διέρρευσε πρότεινε να προσφερθεί στη Ζάμπια υγειονομική βοήθεια ενός δισ. δολαρίων σε βάθος πενταετίας –περίπου το μισό από το επίπεδο χρηματοδότησης που λάμβανε έως το 2025– με τον όρο ότι η Λουσάκα θα υπογράψει χωριστό σύμφωνο που θα παραχωρεί στις ΗΠΑ πρόσβαση στον χαλκό, το κοβάλτιο και το λίθιό της (10). Το Ανώτατο Δικαστήριο της Κένυας ανέστειλε τη δική της συμφωνία εν αναμονή της εκδίκασης προσφυγής για την αντισυνταγματικότητά της. Και όταν η Ζιμπάμπουε αποχώρησε από μια συμφωνία 367 εκατομμυρίων δολαρίων, η Ουάσιγκτον ανακοίνωσε αμέσως ότι θα τερματίσει σταδιακά την υγειονομική βοήθειά της προς τη χώρα.

Ωστόσο, η μεγαλύτερη παγίδα για τον Παγκόσμιο Νότο βρίσκεται στην ψεύτικη υπόσχεση της «εθνικής κυριαρχίας στην Τεχνητή Νοημοσύνη» που του προσφέρθηκε ως παρηγοριά (11). Η προσχώρηση στο αμερικανικό τεχνολογικό οικοσύστημα σημαίνει εισαγωγή των κέντρων δεδομένων, των μικροτσίπ, των μοντέλων Τεχνητής Νοημοσύνης και του λογισμικού, εγκατάστασή τους στο εσωτερικό της χώρας και προσποίηση ότι το αποτέλεσμα συνιστά εθνική τεχνολογική κυριαρχία. Δεν συνιστά τίποτε τέτοιο. Τα μικροτσίπ μπορούν να απενεργοποιηθούν. Τα μοντέλα είναι μαύρα κουτιά, προστατευμένα από τη νομοθεσία περί εμπορικού απορρήτου. Όσο για τα κέντρα δεδομένων, χωρίς σύνδεση με μια ευρύτερη στρατηγική βιομηχανικής ανάπτυξης, μετατρέπονται σε εργαλεία άντλησης πόρων, με το κυριότερο παραγόμενο αποτέλεσμα να είναι ακόμη μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύς για την Ουάσιγκτον.

Το κλασικό αναπτυξιακό σενάριο της δεκαετίας του 1970 και του 1980, όπου μια χώρα άρχιζε κατασκευάζοντας εξαρτήματα και ανέβαινε σταδιακά την κλίμακα προς τα αυτοκίνητα και μετά προς τα ηλεκτρικά οχήματα, δεν έχει προφανές αντίστοιχο στην Τεχνητή Νοημοσύνη. Χωρίς ένα τέτοιο αντίστοιχο, η «εθνικά κυρίαρχη Τεχνητή Νοημοσύνη» είναι παγίδα, όχι λύση. Η χώρα που το καταλαβαίνει καλύτερα είναι η Κίνα, της οποίας τα κέντρα δεδομένων στην Εσωτερική Μογγολία υπηρετούν πρωτίστως την εγχώρια οικονομία και κατά δεύτερον την εξαγωγική βιομηχανία. Η Εθνική Υπηρεσία Δεδομένων της Κίνας άρχισε φέτος την άνοιξη να μετρά την οικονομική δραστηριότητα σε tokens, τις βασικές μονάδες κειμένου που επεξεργάζονται τα μοντέλα Τεχνητής Νοημοσύνης –δηλαδή με κριτήρια στενά συνδεδεμένα με τη χρήση ενέργειας, γεγονός που φωτίζει διαφορετικά τον σχεδιασμό και την κατανομή της παραγωγικής ικανότητας. Η ημερήσια κατανάλωση της Κίνας έχει πλέον ξεπεράσει τα 140 τρισεκατομμύρια tokens, πάνω από χίλιες φορές περισσότερα σε σχέση με το 2024.

«Η Βρετανική Αυτοκρατορία δημιούργησε το πρότυπο»

Στο συνέδριο του Milken Institute, ο Κολλιτίδης έδωσε την πιο ειλικρινή μέχρι σήμερα περιγραφή της αλλαγής που βρίσκεται σε εξέλιξη στην Ουάσιγκτον: «Στην πραγματικότητα, η Βρετανική Αυτοκρατορία δημιούργησε το πρότυπο», είπε, με «ιδιωτικοποιημένες εταιρείες όπως η Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών, που στην πραγματικότητα ήταν οργανισμοί μεικτού δημόσιου-ιδιωτικού χαρακτήρα, καθοδηγούμενοι από την κυβέρνηση, δομημένοι σε μεγάλο βαθμό γύρω από το εμπόριο και την οικονομία, κάτι που τους επέτρεπε να αξιοποιούν την ισχύ του βρετανικού ναυτικού για να επιβάλλουν κάθε είδους οικονομικό έλεγχο ανά τον κόσμο».

Το γεγονός ότι μια τέτοια αναλογία μπόρεσε να γίνει το 2026, χωρίς κανείς να σηκώσει το φρύδι ή να σηκωθεί για να θυμίσει τον λιμό της Βεγγάλης ή το Πλάσεϊ (τη μάχη του 1757 που συχνά θεωρείται η αρχή της βρετανικής αποικιακής κυριαρχίας στην Ινδία) ή τους αιώνες κατά τους οποίους «οργανισμοί μεικτού δημόσιου-ιδιωτικού χαρακτήρα, καθοδηγούμενοι από την κυβέρνηση» άφηναν μια ολόκληρη υποήπειρο να λιμοκτονεί προκειμένου να τραφεί η Βρετανία, αποτελεί από μόνο του ομολογία. Το πρότυπο που επιλέγεται δεν είναι το New Deal, ούτε καν το κράτος-οπλοστάσιο του Ψυχρού Πολέμου. Είναι ένα προνομιούχο μονοπώλιο, του οποίου το όνομα παραμένει συνώνυμο της λεηλασίας της μισής υφηλίου με κρατική άδεια.

Εκείνο που ο Κολλιτίδης δεν φαίνεται να έχει αντιληφθεί είναι ότι ήδη βρίσκεται μέσα σε μια τέτοια εταιρεία. Το Πεντάγωνο γράφει το καταστατικό, οι γίγαντες του cloud διαχειρίζονται τα κέντρα δεδομένων και ένας μικρός αστερισμός οίκων private equity παρέχει το κεφάλαιο κίνησης. Η Palantir διαβάζει τι συμβαίνει. Η Nvidia προμηθεύει την τεχνική υποδομή. Το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ, κάπου στη διαδρομή, συμπληρώνει τη χαρτούρα. Εκείνο που κρατά ενωμένο όλο αυτό το σύμπλεγμα, όπως κάποτε το εμπόριο μπαχαρικών, είναι η ίδια η οικοδόμηση της Τεχνητής Νοημοσύνης, η οποία έχει δέσει το κέρδος και την κρατική ισχύ τόσο σφιχτά ώστε όποιος προσπαθεί να ξεχωρίσει πού τελειώνει το ένα και πού αρχίζει το άλλο αντιμετωπίζεται σαν γραφικό κατάλοιπο της εποχής των κανόνων και των διαδικασιών.

Η Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών λάμβανε τα μερίδιά της σε βαμβάκι, όπιο και τσάι. Η σημερινή τα λαμβάνει κυρίως σε παραγόμενα tokens, σε απαντημένα prompts χρηστών, σε μοντέλα που τελειοποιούνται με βάση τα δεδομένα των άλλων. Πίσω από τα αποτελέσματα της Τεχνητής Νοημοσύνης βρίσκεται το παλιότερο κατάστιχο: χαλκός και κοβάλτιο από το Κονγκό, γονιδιωματικές αλληλουχίες που παραχωρούνται από κλινικές της Ζάμπιας με αντάλλαγμα φάρμακα κατά της φυματίωσης που μπορεί να αποσταλούν, μπορεί και όχι, υδροφόροι ορίζοντες που αδειάζουν για την ψύξη των κέντρων δεδομένων. Από το ξενοδοχείο Μπέβερλι Χίλτον, τίποτε από αυτά δεν φαίνεται. Ούτε από το Μέγαρο της Εταιρείας Ανατολικών Ινδιών στην οδό Λέντενχολ του Λονδίνου φαινόταν, το 1770, ο λιμός της Βεγγάλης. Ας πούμε ότι φταίει η αρχιτεκτονική.

Evgeny Morozov

Ιδρυτής και διευθυντής του The Syllabus, μιας μη κερδοσκοπικής υπηρεσίας επιμέλειας γνώσης, καθώς και δημιουργός των podcasts The Santiago Boys (2023) και A sense of rebellion (2024)
μετάφραση: Βάλια Καϊμάκη

(1Fred Block, «Swimming against the current: The rise of a hidden developmental state in the United States», Politics & Society, τ. 36, αρ. 2, Sage Journals, Thousand Oaks, 2008.

(2Ana Swanson, Wall Street bankers offered lucrative access to join the Pentagon, The New York Times, 13 Μαρτίου 2026.

(5Avi Asher-Schapiro, DOGE goes nuclear: How Trump invited Silicon Valley into America’s nuclear power regulator, ProPublica, 20 Μαρτίου 2026.

(6Βλ. Eva Thiebault, «Pourquoi les Etats-Unis relancent le nucleaire civil», Le Monde diplomatique, Ιανουάριος 2026.

(7Βλ. What is Pax Silica?, Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ.

(8(Σ.τ.Ε.): Η G42 είναι τεχνολογικός όμιλος με έδρα το Άμπου Ντάμπι και δραστηριότητα στην Τεχνητή Νοημοσύνη, στο cloud και στα κέντρα δεδομένων. Το 2024 η Microsoft επένδυσε 1,5 δισ. δολάρια στην εταιρεία, αποκτώντας μειοψηφικό μερίδιο και θέση στο διοικητικό συμβούλιό της.

(9Ann Cao, «Washington pushes allies to match tougher chips curbs under new bill», South China Morning Post, Χονγκ Κονγκ, 8 Απριλίου 2026.

(10Stephanie Nolen, US considers withholding HIV aid unless Zambia expands minerals access, The New York Times, 16 Μαρτίου 2026.

(11Βλ. Evgeny Morozov, «La souveraineté comme marchandise américaine», Le Monde diplomatique, Νοέμβριος 2025.

Μοιραστείτε το άρθρο