«Ανεξάρτητοι; Όχι, όχι! Καμία χώρα στον κόσμο δεν μπορεί να είναι ανεξάρτητη αυτή την εποχή!» Ο Αβελάρδο δε λα Εσπριέγια, νεοεκλεγείς πρόεδρος της Κολομβίας, είναι ακόμη υποψήφιος όταν απαντά στις ερωτήσεις του πάστορα Μιγέλ Αράσολα (1). Σε μια χώρα όπου το 18% του πληθυσμού δηλώνει ευαγγελικού θρησκεύματος (2), ο επιδραστικός ιδρυτής τής οικογενειακής χριστιανικής εκκλησίας Ποταμοί Ζωής της Καρταχένα κάνει ερωτήσεις στον «Τίγρη» (προσωνύμιο που ο ίδιος ο «οικουμενικός καθολικός» δε λα Εσπριέγια επέλεξε για τον εαυτό του) γύρω από τη σχέση που θέλει να καλλιεργήσει με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Και ιδιαίτερα με τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, μετά τις εντάσεις που δηλητηρίασαν τις σχέσεις του ενοίκου του Λευκού Οίκου με τον αριστερό Κολομβιανό ομόλογό του Γουστάβο Πέτρο (3). «Είναι η πρώτη φορά που ένας Κολομβιανός πρόεδρος [θα είναι] Ρεπουμπλικανός», απαντά ο δε λα Εσπριέγια χαμογελώντας. Και συνεχίζει: «Είμαι Ρεπουμπλικανός στις Ηνωμένες Πολιτείες (…) Ψήφισα Τραμπ στις εκλογές [του 2024]». Ο δε λα Εσπριέγια, ένας υπερδραστήριος 47χρονος δικηγόρος, έχει τριπλή υπηκοότητα: κολομβιανή, ιταλική και αμερικανική. Την τελευταία την απέκτησε το 2023, αφότου είχε ζήσει δέκα χρόνια στη Φλόριντα, και έγινε ο δεύτερος Νοτιοαμερικανός πρόεδρος με αμερικανική υπηκοότητα, μετά τον Ντανιέλ Νομπόα του Ισημερινού.
Ο δε λα Εσπριέγια διατυμπανίζει την αφοσίωσή του στον Τραμπ. Πιστός στις συνήθειές του, ο ίδιος ο Τραμπ δεν παρέλειψε να αναμειχθεί στην κολομβιανή προεκλογική εκστρατεία για να υποδείξει στους ψηφοφόρους το όνομα του υποψηφίου που θα ήθελε να εκλεγεί, ως προϋπόθεση για να συνεχίσει η Ουάσιγκτον τη συνεργασία της με τη Μπογκοτά (σε ζητήματα χρηματοπιστωτικών, οικονομίας και ασφάλειας). Έτσι, στο πλαίσιο της νεοαποικιακής πολιτικής του Λευκού Οίκου απέναντι στην «πίσω αυλή» του, η Κολομβία παίζει κομβικό ρόλο.
«Θέλω ένα Σχέδιο Κολομβία 2 και να επιστρέψουν οι αμερικανικές βάσεις», ανακοίνωσε λοιπόν ο δε λα Εσπριέγια, αναφερόμενος στο σχέδιο που, με πρόσχημα την καταπολέμηση του «εμπορίου ναρκωτικών», είχε επιτρέψει στις ΗΠΑ να αναπτύξουν στρατεύματα στη χώρα από το 2000 μέχρι το 2015, κυρίως προκειμένου να αντιμετωπίσουν τους αντάρτες. Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας, ο δε λα Εσπριέγια υποσχέθηκε να αποκαταστήσει την εθνική στρατιωτική ισχύ, να καταστρέψει τις καλλιέργειες κόκας, να εξαρθρώσει τις ένοπλες ομάδες και τα καρτέλ με τη βοήθεια των ΗΠΑ και του Ισραήλ. Στόχος του; Να τελειώνει με τη στρατηγική της «ολοκληρωτικής ειρήνης» του προκατόχου του, η οποία απέτυχε (4).
Ηθικός μαρασμός
Οι προεδρικές εκλογές στην Κολομβία εγγράφονται, σε κάθε περίπτωση, σε μια γενικότερη επέλαση της ριζοσπαστικής Δεξιάς στη Λατινική Αμερική: επικράτηση του Ναγίμπ Μπουκέλε στο Σαλβαδόρ το 2019 (επανεξελέγη το 2024), του Χαβιέρ Μιλέι στην Αργεντινή το 2023, του Ντανιέλ Νομπόα στον Ισημερινό το 2023 (επανεξελέγη το 2025) ή ακόμη και του Χοσέ Αντόνιο Καστ στη Χιλή (2025). Αν και πολύμορφο, το πολιτικό ρεύμα που ενσαρκώνουν οι ηγέτες αυτοί χαρακτηρίζεται από ορισμένες σταθερές: νεοφιλελευθερισμός, πυγμή στα ζητήματα ασφάλειας, εκδικητικότητα απέναντι στις δυνάμεις της Αριστεράς, γεωπολιτική ευθυγράμμιση με την Ουάσιγκτον και, συνήθως, προσωπική εγγύτητα με τον Τραμπ. Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας στην Κολομβία, ο Τραμπ δήλωνε: «Τα αποτελέσματα των εκλογών αυτών είναι πολύ σημαντικά για το μέλλον της Κολομβίας και τις σχέσεις τους με τις Ηνωμένες Πολιτείες, εάν ληφθεί υπόψη (…) η πολιτική στήριξη που μου παρείχε [ο δε λα Εσπριέγια], σε εμένα προσωπικά» (Truth Social, 3 Ιουνίου 2026). Αυτό που μετράει για τον Αμερικανό πρόεδρο είναι να διαθέτει στην Κολομβία έναν πρόεδρο που θα υπακούει στις εντολές του. Σε μια άλλη εποχή, θα μιλούσαμε για «επιτετραμμένο».
Η μεγάλη στροφή προς τα ακραία όρια της Δεξιάς σε μια περιοχή που μέχρι πρόσφατα θεωρείτο εργαστήριο για την Αριστερά εξηγείται σε κάποιο βαθμό από τις αποτυχίες της ίδιας της Αριστεράς (στις οποίες συνέβαλαν, μεταξύ άλλων, και οι αμερικανικές μεθοδεύσεις) όταν κυριαρχούσε στην περιφερειακή πολιτική σκηνή, από τη δεκαετία του 2000 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 2020. Παρ’ όλο που η Λατινική Αμερική τής οφείλει σημαντικά βήματα προόδου στο κοινωνικό και στο δημοκρατικό πεδίο, η Αριστερά δεν κατάφερε να μετασχηματίσει με μόνιμο τρόπο τις οικονομικές και κοινωνικές δομές που τροφοδοτούν ανέκαθεν τις ανισότητες και γεννούν φτώχεια. Η στρατηγική της Αριστεράς, που στηρίχθηκε σε μια ευρύτερη διανομή του πλούτου βασισμένη στην αύξηση των εσόδων από την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων, εξαντλήθηκε.
Η κατάσταση αυτή τροφοδότησε μια δυσφορία απέναντι στις προοδευτικές δυνάμεις, ιδιαίτερα στους κόλπους των λαϊκών στρωμάτων, των ευάλωτων μεσοστρωμάτων και των νέων, με τους τελευταίους να μην έχουν γνωρίσει παρά την Αριστερά στην εξουσία. Η συγκεκριμένη δυναμική ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο, στον βαθμό που τη γενιά των ηγετών της δεκαετίας του 2000 (από τον Ούγο Τσάβες στη Βενεζουέλα και τον Έβο Μοράλες στη Βολιβία μέχρι την Κριστίνα Φερνάντες στην Αργεντινή) δεν την διαδέχθηκαν φυσιογνωμίες με αντίστοιχη δημοφιλία, ενώ οι δυνάμεις της Αριστεράς, σε πολλές περιπτώσεις, αποτέλεσαν στόχο και ενός ιδιότυπου «νομικού πολέμου».
Η διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και, στη συνέχεια, η πανδημία Covid-19 (2020-2021), που έσπρωξε την περιοχή στη χειρότερη ύφεση των τελευταίων εκατό χρόνων, εγκλώβισαν όλες τις χώρες της Λατινικής Αμερικής σε ένα καθεστώς αναιμικής ανάπτυξης, ενόσω το διεθνές εμπόριο επιβραδυνόταν. Ο πόλεμος που ξεκίνησε η Ρωσία στην Ουκρανία (2022) και ο πόλεμος που εξαπέλυσαν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ στο Ιράν (2026) τροφοδοτούν τις πληθωριστικές πιέσεις που ροκανίζουν την αγοραστική δύναμη στην Αργεντινή, τη Βολιβία, την Κολομβία ή τη Βενεζουέλα. Πέρα από τις ιδιαιτερότητές τους, όλες οι χώρες αντιμετωπίζουν τα ίδια κοινωνικοοικονομικά προβλήματα: την ανεπίσημη οικονομία, που αφορά περίπου το ήμισυ του οικονομικά ενεργού πληθυσμού (και στερεί από τα κράτη τα ανάλογα δημόσια έσοδα), την αύξηση των ανισοτήτων, του αριθμού των εργαζομένων σε καθεστώς φτώχειας και της επισφάλειας, η οποία πλήττει τα μεσαία και λαϊκά κοινωνικά στρώματα. Σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, το 32% του πληθυσμού στη Λατινική Αμερική διατρέχει κίνδυνο να βρεθεί σε συνθήκες φτώχειας, κατάσταση που αφορά ήδη το 25% των ατόμων (5).
Από τα τέλη της δεκαετίας του 2010, η λαϊκή δυσαρέσκεια εκφράζεται κατά κύματα, χωρίς οι κυβερνήσεις να δίνουν λύσεις με προοπτική στις κοινωνικές διεκδικήσεις και απαιτήσεις. Οι διαδηλώσεις και τα κοινωνικά κινήματα διαδέχονται το ένα το άλλο και, σε κάποιες περιπτώσεις, λαμβάνουν διαστάσεις εξέγερσης: στη Χιλή, στην Κολομβία ή στον Ισημερινό μεταξύ 2019 και 2021, καθώς και στη Βολιβία το 2026.
Τέτοιες καταστάσεις έχουν συμβάλει στο φαινόμενο της «τιμωρητικής ψήφου», που ευνοεί τη ριζοσπαστική Δεξιά και μάλιστα σε μια συγκυρία όπου η περιοχή βρίσκεται στη μέση ενός πυκνού εκλογικού κύκλου. Όντως, σε όλες τις χώρες της Λατινικής Αμερικής έχουν πραγματοποιηθεί προεδρικές και βουλευτικές εκλογές από το 2021 και μετά. Άλλες θα διεξαχθούν το 2026 (στη Βραζιλία τον Οκτώβριο, στην Αϊτή τον Αύγουστο και τον Δεκέμβριο) και άλλες το 2027 (βουλευτικές στο Σαλβαδόρ, ενδιάμεσες βουλευτικές στη Γουατεμάλα και στο Μεξικό, γενικές στην Αργεντινή).
Όμως, ενώ μεγάλο μέρος των πολιτών στη Λατινική Αμερική θεωρεί ότι η Αριστερά δεν έκανε αρκετά για να μετασχηματίσει τις κοινωνίες που ανέλαβε να κυβερνήσει, οι κυρίαρχες τάξεις, από την πλευρά τους, θεωρούν ότι ήδη προχώρησε υπερβολικά, άρα το ζήτημα για αυτές είναι να ανακτήσουν τον έλεγχο της κατάστασης. Ξεκινώντας από το κράτος. Έτσι, αυτή η Δεξιά επιδιώκει να αντιμετωπίσει το πρόβλημα στη ρίζα του, προβάλλοντας την άποψη ότι η άσκηση της εξουσίας από την Αριστερά θα οδηγούσε σε ηθικό και θεσμικό μαρασμό: σε γραφειοκρατική γάγγραινα, σε παρασιτισμό λόγω των κοινωνικών προγραμμάτων και των προγραμμάτων για τους αυτόχθονες λαούς, τις γυναίκες και τις μειονότητες φύλου, σε φραγμούς στην επιχειρηματική ελευθερία.
Στην Κολομβία, ο δε λα Εσπριέγια επιθυμεί να περιορίσει «κατά 40%» το μέγεθος του κράτους μέσα σε τέσσερα χρόνια. Υπόσχεται, όπως αναφέρεται αναλυτικά στο προεκλογικό πρόγραμμά του, να ξεκινήσει τη «μεγάλη επανάσταση της απορρύθμισης», να δημιουργήσει μια «χώρα ιδιοκτητών», να περιορίσει δραστικά τη φορολογία, να προσελκύσει ξένες επενδύσεις για την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων της χώρας (πετρέλαιο, φυσικό αέριο, ορυκτά, νερό). Και, γιατί όχι, να δολαριοποιήσει την οικονομία. Στη Χιλή, ο Καστ και η «κυβέρνηση έκτακτης ανάγκης» που σχημάτισε επιδιώκει να «ξεκόψει» από τις πολιτικές του Γκάμπριελ Μπόριτς, εγκαινιάζοντας μια «μεγα-μεταρρύθμιση» και μια διαδικασία «εθνικής ανασυγκρότησης». Η συνταγή δεν είναι καθόλου πρωτότυπη: μείωση των φόρων, λεπτομερής εξέταση και περικοπή των κοινωνικών δαπανών, συγχώνευση ή μείωση υπουργείων και διοικητικών δομών, λιτότητα κ.ο.κ. Στο ίδιο πνεύμα, ο Νομπόα μείωσε κατά το ήμισυ τον αριθμό των υπουργείων στον Ισημερινό (από είκοσι σε δέκα), έλαβε μέτρα που ευνοούν την ελαστικοποίηση της εργασίας και τους ξένους επενδυτές σε πολλούς κλάδους: τεχνολογικές υπηρεσίες και τεχνητή νοημοσύνη με τη δημιουργία ειδικών οικονομικών ζωνών, εκμετάλλευση ορυκτού πλούτου, ενέργεια κ.λπ. Σχεδόν παντού, το δεξί χέρι του κράτους κραδαίνει αλυσοπρίονα προκειμένου να ακρωτηριάσει την Αριστερά.
Για τους περισσότερους από τους ηγέτες της ριζοσπαστικής Δεξιάς, οι πόροι που θα εξοικονομηθούν θα πρέπει να χρηματοδοτήσουν πολιτικές στρατιωτικοποίησης της καταπολέμησης του οργανωμένου εγκλήματος. Μια προοπτική που χαροποιεί τις βιομηχανίες ασφάλειας της Ουάσιγκτον και του Τελ Αβίβ. Ο Μπουκέλε, από την πλευρά του, επιδιώκει να μετατρέψει τις επενδύσεις του στην ασφάλεια σε οικονομικό όφελος (σταθερότητα, ελκυστικό περιβάλλον για τους ξένους επενδυτές, ανάπτυξη νέων κλάδων όπως ο τουρισμός και η ψηφιακή οικονομία). Τέτοιοι προσανατολισμοί έχουν και μία επιπλέον λειτουργία: ελέγχουν, έως και πειθαρχούν, το κοινωνικό σώμα σε μια περίοδο περιορισμού των διαθέσιμων πόρων (εργασία, εισοδήματα, υπηρεσίες).
Πρέπει επίσης να διαμορφωθεί μια ρητορική που θα επιτρέψει στην πλειονότητα των ψηφοφόρων βάλουν οι ίδιοι τη θηλειά στον λαιμό τους. Στο πεδίο αυτό, η Δεξιά κατόρθωσε να αξιοποιήσει τις καινούργιες μάστιγες που αντιμετωπίζουν οι κοινωνίες της Λατινικής Αμερικής. Η εξάπλωση του οργανωμένου εγκλήματος που συνδέεται με την εντατικοποίηση του διεθνούς εμπορίου ναρκωτικών έχει προκαλέσει βαθιές μεταβολές στις περιφερειακές ισορροπίες. Η παραγωγή κοκαΐνης έχει αγγίξει ιστορικά επίπεδα (περίπου 1.000 τόνοι το 2015, πάνω από 3.700 τόνοι το 2023), πρωτίστως στην Κολομβία, στην οποία βρίσκονται τα 2/3 των εκτάσεων καλλιέργειας κόκας στον κόσμο. Το σύνολο της επιφάνειας που προορίζεται για την παραγωγή κόκας στη χώρα έχει πενταπλασιαστεί από το 2013. Σε παγκόσμιο επίπεδο, 25 εκατομμύρια άνθρωποι κατανάλωσαν τη συγκεκριμένη ουσία το 2023, έναντι 17 εκατομμυρίων το 2013, δηλαδή αύξηση σχεδόν 50% (6). Τα εγκληματικά δίκτυα απλώνουν πλέον τα πλοκάμια τους και δραστηριοποιούνται στο σύνολο της Λατινικής Αμερικής για να παραγάγουν και να διοχετεύσουν στον υπόλοιπο πλανήτη όλες τις ουσίες που καταναλώνει (κοκαΐνη, ηρωίνη, συνθετικά ναρκωτικά, μαριχουάνα). Αποτέλεσμα; Η Λατινική Αμερική είναι η πιο βίαιη περιοχή του κόσμου (με την εξαίρεση των πεδίων πολεμικών συγκρούσεων). Σύμφωνα με το Πρόγραμμα των Ηνωμένων Εθνών για την Ανάπτυξη (UNDP), «με περίπου 9% του παγκόσμιου πληθυσμού, στη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική καταγράφεται σχεδόν το 1/3 των ανθρωποκτονιών που διαπράττονται παγκοσμίως. Εκτιμούμε ότι περίπου οι μισές από τις ανθρωποκτονίες αυτές συνδέονται, άμεσα ή έμμεσα, με εγκληματικές οργανώσεις και συμμορίες» (7).
Η αύξηση των βιαιοτήτων και των ανθρωποκτονιών έχει θέσει το ζήτημα της ασφάλειας στην κορυφή των λαϊκών ανησυχιών. Στην εξέλιξη αυτή προστίθεται η επίμονη διαφθορά, που υπονομεύει την αξιοπιστία των θεσμών, καθώς και οι επιπτώσεις των μεταναστευτικών ρευμάτων που έχει προκαλέσει η κρίση στη Βενεζουέλα, αλλά και η κατάσταση σε Κούβα και Αϊτή, η οποία τροφοδοτεί τις μεταναστευτικές ροές προς διάφορες χώρες (Βραζιλία, Χιλή, Κολομβία, Ισημερινός, Μεξικό, Παναμάς).
Λίγο-λίγο, τα διακυβεύματα αυτά μετατόπισαν το κέντρο βάρους της δημόσιας συζήτησης. Τα ζητήματα που συνδέονται με την κοινωνική δικαιοσύνη, την αναδιανομή, το περιβάλλον ή τη διεύρυνση των δικαιωμάτων έχασαν την κεντρική θέση τους προς όφελος των ζητημάτων ασφάλειας, ελέγχου των συνόρων και καταπολέμησης της διαφθοράς των κρατικών υπαλλήλων και του πολιτικού προσωπικού. Η λατινοαμερικανική Δεξιά και οι ριζοσπαστικοί πόλοι της κατόρθωσαν να αξιοποιήσουν τις θεματικές αυτές. Διαμόρφωσαν, ιδιαίτερα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και σε πολλούς χώρους κοινωνικοποίησης (εκκλησίες και αδελφότητες, αθλητικούς συλλόγους, οικογενειακές ενώσεις κ.τ.λ.), ρητορικές που αρθρώνονται γύρω από μια έμμονη ιδέα, την επιστροφή στην τάξη. Σε όλες της τις διαστάσεις: ηθική, θρησκευτική, κοινωνική και γύρω από την ασφάλεια. Η «πολιτιστική μάχη» (κατά των αμβλώσεων, των δικαιωμάτων των γυναικών, της ομοφυλοφιλίας, της «παγκοσμιότητας», του «πολιτιστικού μαρξισμού», του «ναρκο-κομμουνισμού» κ.τ.λ.) λειτουργεί εδώ ως συγκολλητική ουσία ετερόκλητων από κοινωνιολογική άποψη συνασπισμών (8).
Αβέβαιες συμμαχίες
Ωστόσο, το τάγμα των «επιτετραμμένων» του Τραμπ (9) ίσως δεν είναι τόσο ισχυρό όσο θα ήθελε ο ίδιος. Στην πράξη κανείς, εκτός από τον πρόεδρο του Σαλβαδόρ, δεν κέρδισε μόνος του την αυτοδυναμία μέσα από τις εκλογές. Μερικοί μάλιστα αποτελούν μειοψηφία στο εθνικό τους κοινοβούλιο. Επιβλήθηκαν μετά από συμμαχίες με άλλα ρεύματα της ριζοσπαστικής Δεξιάς, την παραδοσιακή Δεξιά και την κεντροδεξιά, καθώς και χάρη στην προσέλκυση ψήφων που πρώτα απ’ όλα απορρίπτουν κατηγορηματικά την αντίπαλη υποψηφιότητα της Αριστεράς. Στα νομοθετικά σώματα των χωρών τους, οι Καστ και Μιλέι εξαρτώνται από διαπραγματεύσεις και συμφωνίες για κάθε ξεχωριστό νομοσχέδιο. Στην Κολομβία, ο δε λα Εσπριέγια δεν διαθέτει πολιτικό σχηματισμό που να τον εκπροσωπεί στο κοινοβούλιο ή στη Γερουσία. Απέναντι σε ένα προοδευτικό στρατόπεδο που κινητοποίησε σχεδόν το ήμισυ του εκλογικού σώματος στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών, ο δε λα Εσπριέγια θα χρειαστεί να στηριχθεί στα κόμματα της παραδοσιακής Δεξιάς (Συντηρητικό Κόμμα, Δημοκρατικό Κέντρο του Άλβαρο Ουρίμπε, Κοινωνικό Κόμμα Εθνικής Ενότητας, Ριζική Αλλαγή), καθώς και στους βουλευτές και γερουσιαστές του Φιλελεύθερου Κόμματος.
Την ώρα που τίποτε δεν έχει κριθεί όσον αφορά τις προεδρικές εκλογές στη Βραζιλία (σε αντίθεση, απ’ ό,τι φαίνεται, με τις προεδρικές εκλογές στο Περού), οι ετερογενείς συγκολλήσεις που υποστηρίζουν τους ριζοσπαστικούς πόλους της λατινοαμερικανικής Δεξιάς είναι οφθαλμοφανώς εύθραυστες. Για πόσο καιρό άραγε οι κοινωνίες της Λατινικής Αμερικής θα υποστηρίζουν κυβερνήσεις που προτιμούν τον Τραμπ από τους ίδιους τους πολίτες τους;