el | fr | en | +
Accéder au menu

ΜΑΛΑΙΣΙΑ

Η κυβέρνηση χάνει έδαφος

Έξι μήνες μετά τις βουλευτικές εκλογές, στη Μαλαισία παραμένουν τα προβλήματα που επέτρεψαν στο κόμμα που την κυβερνάει από την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της, το 1957, να διατηρηθεί στην εξουσία. Τα εθνοτικά κριτήρια που χρησιμοποίησε για μεγάλο χρονικό διάστημα η εξουσία, διαιρώντας τη χώρα σε Μαλαίσιους, Κινέζους, Ινδούς κ.λπ., δεν έχουν πλέον τόσο μεγάλη απήχηση στον πληθυσμό. Όποια κι αν είναι η καταγωγή τους, οι κάτοικοι ζητάνε δημοκρατικές αλλαγές.

«Για τους Κινέζους, το δίλημμα που τίθεται συνίσταται στο εάν θα καταλάβουν και την πολιτική εξουσία, τη στιγμή που ήδη κατέχουν την οικονομική, ή αν θα αποδεχθούν τη θεωρία της κατανομής της εξουσίας, χάρη στην οποία η χώρα έχει γίνει αυτό που είναι σήμερα»: Η δήλωση του Μαχαθίρ Μοχάμαντ, πρώην πρωθυπουργού της Μαλαισίας την περίοδο 1981-2003, η οποία δημοσιεύτηκε τον Ιούλιο του 2013 (1), αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα των στερεότυπων που επικρατούν εδώ και πολλά χρόνια στους ηγετικούς κύκλους αυτής της χώρας της Νοτιοανατολικής Ασίας, όπου οι Κινέζοι αποτελούν το 25% του πληθυσμού, σύμφωνα με τις εθνοτικές στατιστικές που πραγματοποιούνται (βλέπε «Σύντομες πληροφορίες για τη χώρα»).

Αναφερόμενος στο σιωπηρό κοινωνικό συμβόλαιο που είχε συναφθεί κατά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας (στους Μαλαίσιους η πολιτική εξουσία, στους Κινέζους η οικονομική), ο πρώην ισχυρός άνδρας της Εθνικής Οργάνωσης των Ενωμένων Μαλαίσιων (UMNO) επιμένει σε ένα πολωτικό όραμα για την κοινωνία που προέκυψε μετά τις αιματηρές ταραχές του 1969, των οποίων οι συνέπειες εξακολουθούν ακόμα και σήμερα να σημαδεύουν τη χώρα. Εκείνη τη χρονιά, οι πανηγυρισμοί των Κινέζων που γιόρταζαν την καλή εκλογική επίδοση ενός κόμματος της αντιπολίτευσης, κατέληξαν σε συγκρούσεις με τους Μαλαίσιους, οι οποίες κράτησαν δύο μήνες και, σύμφωνα με τον επίσημο απολογισμό των αρχών, προκάλεσαν 196 θανάτους.

Τότε, η κυβέρνηση είχε δικαιολογήσει τις βιαιοπραγίες επικαλούμενη την πικρία που ένιωθαν οι Μαλαίσιοι, οι οποίοι κατηγορούν τους Κινέζους ότι μονοπωλούν τον πλούτο της χώρας. Στην πραγματικότητα, η μαλαίσια, η κινεζική και η ινδική αστική τάξη, οι οποίες με εξαιρετική σύμπνοια ασκούσαν την εξουσία στη χώρα, δεν είχαν συνειδητοποιήσει την τεράστια έκταση της φτώχειας που επικρατούσε στην κοινωνία, στην οποία το επίπεδο των ανισοτήτων ήταν ένα από τα υψηλότερα σε ολόκληρη την Ασία. Ταυτόχρονα, η καταστολή του κομμουνιστικού αντάρτικου καθιστούσε ύποπτη οποιαδήποτε κοινωνική διεκδίκηση. Η κυβέρνηση απάντησε σε αυτήν την κατάσταση υιοθετώντας τη Νέα Οικονομική Πολιτική (ΝΟΠ), με την οποία αναγνωρίστηκε από το νόμο η διάκριση ανάμεσα στους Μπουμιπούτρας (τους «γιούς του εδάφους», δηλαδή τους Μαλαίσιους και τους ιθαγενείς λαούς) και τους υπόλοιπους. Η πρώτη κατηγορία είχε προτεραιότητα στην απολαβή της αναδιανομής του πλούτου.

Εντούτοις, η θεωρία του φτωχού Μαλαίσιου και του πλούσιου Κινέζου δεν ήταν τίποτε άλλο από μια πολιτική κατασκευή. Ωστόσο, η οικονομολόγος Έλσα Λαφέ ντε Μισό (2) αποδεικνύει ότι το υψηλότερο ποσοστό της σχετικής φτώχειας των Μαλαίσιων οφειλόταν κατά κύριο λόγο, αφενός στην έντονη αντίθεση που παρατηρούνταν στη χώρα ανάμεσα σε μια γεωργία που αποσκοπούσε απλά και μόνο στην παραγωγή των τροφίμων που είναι αναγκαία για την επιβίωση της αγροτικής οικογένειας και στις οικονομικές δραστηριότητες για έσοδα και πλούτο, και αφετέρου στον καταμερισμό της εργασίας, ο οποίος γινόταν με εθνοτικά κριτήρια, καθώς και στα διαφορετικά επίπεδα πρόσβασης στην εκπαίδευση. Στην πραγματικότητα, οι ταξικές ανισότητες ήταν έντονες στο εσωτερικό κάθε κοινότητας, «ενώ απλούστατα παραγνωριζόταν το γεγονός ότι το 98% των Κινέζων ήταν εργάτες ή μικροκαλλιεργητές».

Στις βουλευτικές εκλογές που διεξήχθησαν στις 5 Μαΐου του 2013, ο Μαχαθίρ συμμετείχε στην προεκλογική εκστρατεία προβάλλοντας το ίδιο θέμα, εκμεταλλευόμενος τον φόβο των Μαλαίσιων ότι η κυριαρχία τους θα χαθεί προς όφελος της μειοψηφίας των Κινέζων. Η στρατηγική αποδείχθηκε νικηφόρα, έστω κι αν η νίκη υπήρξε οριακή. Η Εθνική Οργάνωση των Ενωμένων Μαλαίσιων και ο συνασπισμός Barisan Nasional (Εθνικό Μέτωπο) που έχει συγκροτήσει, στον οποίο περιλαμβάνεται και μια κινεζική και μια ινδική συνιστώσα [αντίστοιχα Malaysian Chinese Association (MCA) και Malaysian Indian Congress (MIC)], διατηρήθηκαν στην εξουσία, αλλά με τη χειρότερη εκλογική επίδοση της ιστορίας τους. Συγκέντρωσαν λιγότερες ψήφους απ’ ό,τι η αντιπολίτευση που είχε συσπειρωθεί στον συνασπισμό Pakatan Rakyat («Σύμφωνο του Λαού») (3). Μάλιστα, σύμφωνα με την πολιτική επιστήμονα Μπρίτζετ Γουέλς, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Μάνατζμεντ της Σιγκαπούρης, η ψηφοφορία, η οποία αμαυρώθηκε από πλήθος παρατυπιών, διεξήχθη κάτω από «άνισες συνθήκες: αναδιάρθρωση των εκλογικών περιφερειών, μεταδημοτεύσεις που δεν είναι δυνατόν να εξηγηθούν, μεροληπτική στάση των μέσων ενημέρωσης και κραυγαλέα χρήση των κρατικών οικονομικών πόρων για την προεκλογική εκστρατεία του κυβερνώντος κόμματος και για την εξαγορά ψήφων».

Οι νέοι λιγότερο ρατσιστές σε σχέση με τους μεγαλύτερους

Αντιδρώντας σε αυτήν τη νίκη στα σημεία, ο Νατζίμπ Ραζάκ, ο εν ενεργεία πρωθυπουργός, ο οποίος ωστόσο θεωρείται μετριοπαθής, υιοθέτησε ρατσιστικό λόγο θεωρώντας ως υπεύθυνους για την κάκιστη εκλογική επίδοση του Barisan Nasional τους Κινέζους ψηφοφόρους, οι οποίοι εγκατέλειψαν μαζικά το MCA, καθώς το θεωρούν αρτηριοσκληρωτικό και εντελώς υποταγμένο στην Εθνική Οργάνωση των Ενωμένων Μαλαίσιων. Μιλώντας για «κινεζικό τσουνάμι», ο πρωθυπουργός προσπάθησε να αρνηθεί την πραγματικότητα και το γεγονός ότι ακόμα κι ένα μέρος των Μαλαίσιων στράφηκε προς την αντιπολίτευση. Αυτή η αντίδραση αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της δυσκολίας της ηγεσίας της Εθνικής Οργάνωσης των Ενωμένων Μαλαίσιων να παραδεχθεί ότι η εθνοτική διαίρεση της χώρας έχει αρχίσει να αντικαθίσταται από μια κοινωνιολογική και γεωγραφική διαίρεση.

Εναλλάσσοντας την ένταση και τους χαμηλούς τόνους, ο Νατζίμπ -ο οποίος εξάλλου είναι ο εμπνευστής του προγράμματος «I Malaysia», το οποίο αποσκοπεί στην προώθηση της «αρμονίας» ανάμεσα στους λαούς της χώρας- απηύθυνε στη συνέχεια έκκληση για «συμφιλίωση». Ο πολιτικός επιστήμονας Αχμάντ Φαούζι, του Πανεπιστημίου των Επιστημών της Μαλαισίας, δεν θεωρεί αυτό το διάβημα ιδιαίτερα αξιόπιστο: «Πρόκειται για τη συνηθισμένη τακτική του Barisan Nasional: να πυροδοτεί εντάσεις και στη συνέχεια να μιλάει για συμφιλίωση, εμφανιζόμενο στον ρόλο του ειρηνοποιού». Μόνο που αυτά τα τεχνάσματα δεν λειτουργούν πλέον τόσο καλά όσο στο παρελθόν, κυρίως στις αστικές ζώνες, των οποίων οι κάτοικοι –σύμφωνα με τον προαναφερθέντα Μαλαισιανό ερευνητή- «επηρεάζονται περισσότερο από τα εναλλακτικά μέσα ενημέρωσης, τις ενημερωτικές ιστοσελίδες και τα μπλογκ, και λιγότερο από τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης που ελέγχει η κυβέρνηση».

Σε μια χώρα όπου το 56% του πληθυσμού έχει ηλικία μικρότερη των 30 ετών, η στρατηγική της Εθνικής Οργάνωσης των Ενωμένων Μαλαίσιων φαντάζει αδέξια. Όπως παρατηρεί η Γουέλς, «η νέα γενιά δίνει μεγαλύτερη έμφαση στη Μαλαισιανή ταυτότητα και λιγότερο στην Μαλαίσια, στην Κινεζική ή στην Ινδική, ενώ χαρακτηρίζεται από πολύ λιγότερο ρατσισμό σε σχέση με τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας», τη στιγμή που το Barisan Nasional αποτελεί συνασπισμό κομμάτων που εκφράζουν τον κοινοτισμό. Εξάλλου, με το να περιορίζεται σε μια πατερναλιστική στάση απέναντι στους νέους –να αρκείται στο να τους προσφέρει δώρα ή να οργανώνει συναντήσεις με σταρ του κινηματογράφου ή της τηλεόρασης- η ηγεσία του Barisan Nasional δεν συνειδητοποιεί τον βαθμό της απόρριψης της παραδοσιακού τύπου πολιτικής η οποία συμβολίζεται από τον αυταρχισμό του Μαχαθίρ.

Αυτή η νεολαία δεν γνώρισε την απογείωση της χώρας τη δεκαετία του 1980 και δεν αισθάνεται ότι οφείλει το παραμικρό στο γηραλέο εθνικιστικό κόμμα. Όπως παρατηρεί ο Φαούζι, «πρόκειται για το παράδοξο του UMNO: καθοδήγησε την οικονομική ανάπτυξη της χώρας και επέτρεψε τη χειραφέτηση των Μαλαισιανών, οι οποίοι τώρα ψηφίζουν εναντίον του». Σύμφωνα με τη Λαφέ ντε Μισό, «η ασιατική κρίση (1997) άνοιξε το κουτί της Πανδώρας. Οι Μαλαισιανοί ανέχονταν μια αυταρχική κοινωνία επειδή από την οικονομική μεγέθυνση επωφελούνταν όλοι. Ωστόσο, συνειδητοποίησαν ότι πλήρωναν πολύ υψηλό τίμημα ελευθερίας για κάτι που είχε πλέον πάψει να υφίσταται».

Σήμερα, ο «ασιατικός τίγρης» παρουσιάζει καλούς μακροοικονομικούς δείκτες: σύμφωνα με τις επίσημες στατιστικές, η οικονομική μεγέθυνση του ΑΕΠ ανέρχεται στο 5,6%, ο πληθωρισμός είναι συγκρατημένος (1,7% το 2012) (4), ενώ τον Απρίλιο του 2013 η ανεργία έφτανε το 3,3%. Ακολουθώντας την παράδοση των προκατόχων του, ο Νατζίμπ δρομολόγησε τον Σεπτέμβριο του 2010 ένα Πρόγραμμα Οικονομικής Αλλαγής, το οποίο αποσκοπεί στη μετατροπή μέχρι το 2020 της Μαλαισίας σε χώρα υψηλών εισοδημάτων. Το σχέδιο, για το οποίο έχει προβλεφθεί προϋπολογισμός 300 δισεκατομμυρίων ευρώ, είναι ένα μείγμα κρατικού παρεμβατισμού (μέσω των επιχειρήσεων που συνδέονται με το κράτος, κυρίως του ενεργειακού τομέα) και ενθάρρυνσης της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και των ξένων επενδύσεων. Το Χρηματιστήριο της Μαλαισίας έχει μετατραπεί σε μια σημαντική αγορά, η οποία δεν περιορίζεται μονάχα στον ισλαμικό χρηματοοικονομικό τομέα. Εξάλλου, οι χρηματαγορές υποδέχθηκαν θετικά την αναγγελία της επανεκλογής του πρωθυπουργού.

Από κοινωνική άποψη, ο Νατζίμπ δηλώνει ότι επιθυμεί την ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς, τόσο για να μειώσει την εξάρτηση της χώρας από τις εξαγωγές, όσο και για να επιτύχει την αύξηση των εισοδημάτων του πληθυσμού μέχρι το 2020. Τον Μάιο του 2012 προχώρησε στην καθιέρωση βασικού μισθού (περίπου 200 ευρώ), ο οποίος ωστόσο είναι χαμηλός για το κόστος ζωής στα αστικά κέντρα. Εάν κρίνουμε από το αποτέλεσμα των εκλογών, το Πρόγραμμα Οικονομικής Αλλαγής –παρόλο τον μεγαλεπήβολο χαρακτήρα του- δεν πείθει ιδιαίτερα: οι Μαλαισιανοί ανησυχούν για τη στασιμότητα της αγοραστικής τους δύναμης και ζητούν τη βελτίωση των δημόσιων υπηρεσιών, των υποδομών και της ανώτατης εκπαίδευσης. Όμως, η κριτική τους επικεντρώνεται στη θετική διάκριση προς όφελος των Μαλαίσιων, η οποία θεσπίστηκε από τη ΝΟΠ το 1969, παρά το γεγονός ότι η συγκεκριμένη πολιτική είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση των ανισοτήτων ανάμεσα στις εθνότητες της χώρας αλλά και στο εσωτερικό κάθε κοινότητας.

Η αναδιανεμητική πολιτική με εθνοτικά κριτήρια εξακολουθεί να εφαρμόζεται, με διαφορετική μορφή. Όπως εκτιμά η Λαφέ ντε Μισό, «έχει φθάσει πλέον στα όρια της λογικής της». Από πολιτική άποψη, η επιλογή του εθνοτικού κριτηρίου ενέτεινε τις διαιρέσεις μέσα στην κοινωνία, εγκλωβίζοντας τα μέλη της κινεζικής και της ινδικής μειονότητας σε μια θέση πολίτη δεύτερης κατηγορίας: πράγματι, είναι δύσκολη η πρόσβασή τους στις θέσεις του δημόσιου τομέα, στο πανεπιστήμιο, στην ιδιοκτησία και στη συμμετοχή στους μεγάλους δημόσιους ομίλους που δημιουργήθηκαν από τη ΝΟΠ. Εξάλλου, το σύστημα πολιτικής πατρωνίας έχει επιδεινώσει τη διαφθορά στους τομείς των δημόσιων προμηθειών και της εκχώρησης της εκμετάλλευσης ιδιαίτερα προσοδοφόρων τομέων (πηγές πρώτων υλών, τουριστικών αξιοθέατων κ.λπ.).

Το κύμα των ιδιωτικοποιήσεων που δρομολογήθηκε το 1986 ευνόησε την ανάπτυξη του νεποτισμού. Σύμφωνα με τη Λαφέ ντε Μισό, «το 20% των πλουσιότερων κατοίκων της χώρας κατέχει περισσότερο από το 50% του πλούτου της». Έχει δημιουργηθεί μια ιδιαίτερα ευημερούσα ολιγαρχία, η οποία διατηρεί στενές σχέσεις με το UMNO και μονοπωλεί όλα τα πλεονεκτήματα της πολιτικής θετικών διακρίσεων, από την οποία δεν επωφελούνται πλέον οι φτωχοί Μαλαίσιοι, ούτε και οι ιθαγενείς λαοί της νήσου Βόρνεο, της οποίας το υπέδαφος αποτελεί αντικείμενο εκμετάλλευσης σε μεγάλη κλίμακα.

Κάθε τόσο ξεσπάνε οικονομικά σκάνδαλα, τα οποία αποκαλύπτονται από τον εναλλακτικό Τύπο. Ακόμα κι ο ίδιος ο Νατζίμπ έχει αναμειχθεί σε μια υπόθεση διαφθοράς (αγορά γαλλικών υποβρυχίων όταν ήταν υπουργός Άμυνας). Μετά από τη μήνυση που κατέθεσε στη Γαλλία μια μαλαισιανή οργάνωση, η υπόθεση ανατέθηκε σε δύο Γάλλους ανακριτές.

Η προεκλογική εκστρατεία του αντιπολιτευόμενου συνασπισμού Pakatan Rakyat επικεντρώθηκε στην απαίτηση για διαφάνεια. Ωστόσο, η εκλογική του επιτυχία οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην πρόταση για ένα εναλλακτικό μοντέλο κοινωνίας. Ο συνασπισμός αποτελείται από κόμματα τα οποία υπερβαίνουν τις διαχωριστικές γραμμές του κοινοτισμού και προτείνουν πολιτικές για την αναδιανομή του πλούτου σύμφωνα με κριτήρια τα οποία δεν είναι πλέον εθνοτικά αλλά κοινωνικά. Κι όπως αναλύει η Λαφέ ντε Μισό, «κατόρθωσε να δημιουργήσει την αντίληψη ότι προέχει η ιδιότητα του πολίτη της χώρας και όχι τόσο του μέλους μιας επιμέρους κοινότητας». Το διακύβευμα της ταυτότητας των πολιτών της χώρας είναι τόσο σημαντικό, ώστε ο Ανβάρ Ιμπραχίμ, ο ηγέτης του Pakatan Rakyat, να θεωρείται ο «πατέρας της πολυπολιτισμικής ταυτότητας της Μαλαισίας». Ο Ανβάρ υπήρξε υπουργός Οικονομικών του Μαχαθίρ και για μεγάλο χρονικό διάστημα θεωρείτο ότι θα είναι ο διάδοχός του. Όμως, το 1998 έπεσε σε δυσμένεια και βρέθηκε στη φυλακή κατηγορούμενος για διαφθορά και «σοδομία», έτσι ώστε να εμποδιστεί η κάθοδός του στις εκλογές. Η Δικαιοσύνη, ωστόσο, τον απάλλαξε από αυτές τις κατηγορίες.

Η εκλογική του επιτυχία ευνοήθηκε από τη σύμπτωση δύο παραγόντων: Αφενός, από την ανάπτυξη πρωτοβουλιών μέσα στην κοινωνία, οι οποίες αντλούν την έμπνευσή τους από τις εξεγέρσεις της «Αραβικής Άνοιξης» και ζητούν πολιτική αλλαγή, με κυριότερη τις διαδηλώσεις που οργάνωσε το κίνημα Bersih, το οποίο απαιτεί τη μεταρρύθμιση του εκλογικού συστήματος. Και, αφετέρου, από τον πολλαπλασιασμό των εναλλακτικών μέσων ενημέρωσης και κυρίως των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, τα οποία διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διάδοση αυτών των πρωτοβουλιών, σε μια χώρα όπου ένας κάτοικος στους δύο διαθέτει λογαριασμό στο Facebook.

Με τις εκλογές της 5ης Μαΐου και την κινητοποίηση της αντιπολίτευσης, η οποία αμφισβητούσε το αποτέλεσμα των εκλογών, η πολιτική αντιπαράθεση πέρασε σε νέα φάση. Δεκάδες χιλιάδες άτομα διαδήλωσαν ειρηνικά μέσα σε στάδια σε ολόκληρη τη Μαλαισία, ζητώντας την παραίτηση της εκλογικής επιτροπής. Η κυβέρνηση του Νατζίμπ αντέδρασε με την απαγγελία κατηγοριών σε βουλευτές, φοιτητές, μπλόγκερ και μέλη της αντιπολίτευσης. Η Γουέλς επισημαίνει ότι πλέον «η κοινωνία των πολιτών έχει μεγαλώσει και η στράτευση στον αγώνα για τα δικαιώματα θα ενταθεί ακόμα περισσότερο, τώρα που ο φόβος έχει εξαφανιστεί».

Παρά τον μεγάλο αριθμό των ενστάσεων που έχουν υποβληθεί, είναι ελάχιστα πιθανό το ενδεχόμενο να αναθεωρήσει η εκλογική επιτροπή το αποτέλεσμα των εκλογών, δεδομένου ότι εξαρτάται από το πρωθυπουργικό γραφείο. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Φαούζι, «η αλλαγή θα έρθει, είναι αναπόφευκτη, ακόμα και για καθαρά δημογραφικούς λόγους. Στο UMNO θα κάνει καλό η απώλεια της εξουσίας: θα μπορέσει με αυτόν τον τρόπο να ξεριζώσει τα διεφθαρμένα του στοιχεία και να επιστρέψει με μια νέα ταυτότητα, μιμούμενο το παράδειγμα γηραιών εθνικιστικών κομμάτων, όπως το Κόμμα του Κογκρέσου στην Ινδία ή το Κουόμιτανγκ στην Ταϊβάν». Και ο ορίζοντας του 2020 που έθεσε ο Μαχαθίρ για να ενταχθεί η Μαλαισία στη λέσχη των χωρών με τα υψηλά εισοδήματα θα μπορούσε ωραιότατα να συμπέσει με τη γένεση ενός δημοκρατικού έθνους, ικανού να δημιουργήσει την ταυτότητά του και να συνειδητοποιήσει τον πλούτο που αποτελεί η πολυπολιτισμικότητα.

Charles Dannaud

Δημοσιογράφος
Παπακριβόπουλος Βασίλης (μτφ)

(1«Chinese better off after Merdeka», New Straits Times, Κουάλα Λουμπούρ, 27 Ιουλίου 2013.

(2Elsa Lafaye de Micheaux, La Malaisie, un modèle de développement souverain?, ENS Editions, Λυόν, 2012.

(3Το Barisan Nasional απέσπασε το 47,4% των ψήφων αλλά κέρδισε το 59,9% των εδρών στο Κοινοβούλιο, έναντι 50,9% του Pakatan Rakyat, του συνασπισμού της αντιπολίτευσης, ο οποίος διαθέτει μονάχα 40,1% των εδρών.

(4«World development indicators», Παγκόσμια Τράπεζα, Ουάσιγκτον, 2013.

Μοιραστείτε το άρθρο