el | fr | en | +
Accéder au menu

Στην Ινδία, οι «καλύτερες μέρες» μοιάζουν με μακρινό όνειρο

Μια αβέβαιη αποτελεσματικότητα

Από τις 11 Απριλίου ως τις 19 Μαΐου, 850 εκατομμύρια Ινδοί θα προσέλθουν στις κάλπες για να εκλέξουν τα μέλη της Λοκ Σάμπα, της Κάτω Βουλής του ινδικού Κοινοβουλίου, η οποία με τη σειρά της θα εκλέξει τον επόμενο πρωθυπουργό. Αν και τον Ιανουάριο έγινε στη χώρα μία από τις πιο δυναμικές γενικές απεργίες των τελευταίων ετών, κανείς δεν γνωρίζει ποιος θα είναι ο αντίκτυπός της στις εκλογές. Ενώ το Κόμμα Μπαρατίγια Τζανάτα (BJP) –το εθνικιστικό ινδουιστικό κόμμα που βρίσκεται στην εξουσία– ξαναδοκιμάζει την τύχη του στις εκλογές της άνοιξης, οι φωνές του δρόμου μοιάζουν ασυγκράτητες: στις 8 και 9 Ιανουαρίου, σε ολόκληρη την Ινδία, 150 με 200 εκατομμύρια πολίτες εγκατέλειψαν την εργασία τους για να κατακλύσουν τις πόλεις με την οργή τους. Λεωφορεία ακινητοποιημένα στις αφετηρίες, γκισέ τραπεζών σφραγισμένα, μαθητές σε αναγκαστικές διακοπές, αυτοκινητόδρομοι κατειλημμένοι, ομοιώματα του πρωθυπουργού καμένα: σχεδόν παντού, η οικονομία διαταράχθηκε. Δεκάδες ακτιβιστές φυλακίστηκαν από την αστυνομία, ενώ εργάτες κατέληξαν σοβαρά τραυματισμένοι, με ανοιχτά κατάγματα και χτυπήματα στο κεφάλι, ιδίως στο Ρατζαστάν.

«Οι καλύτερες μέρες έρχονται» ήταν το σλόγκαν της προεκλογικής εκστρατείας του Ναρέντρα Μόντι, εν ενεργεία πρωθυπουργού, το 2014. Πέντε χρόνια αργότερα, οι άσχημες μέρες δεν λένε να τελειώσουν για τη χώρα. Βέβαια, η οικονομική ανάπτυξη, με ρυθμούς πάνω του 7%, παρέμεινε ισχυρή, προσελκύοντας τα συγχαρητήρια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (1). Όμως τα ποσοστά ανεργίας είναι τόσο αποκαρδιωτικά που, από το 2016, το υπουργείο Εργασίας δεν δημοσιεύει πλέον στατιστικά στοιχεία. Νεαροί εσωτερικοί μετανάστες από την επαρχία διογκώνουν τα αστικά κέντρα, έτοιμοι να δεχτούν τα πάντα για μια δουλειά. Ακόμα και οι πτυχιούχοι δυσκολεύονται να βρουν εργασία. Το 2018, ο Οργανισμός Σιδηροδρόμων προκήρυξε 63.000 θέσεις εργασίας: έκαναν αίτηση 19 εκατομμύρια υποψήφιοι!

Ο Ναρέντρα Μόντι έδωσε επίσης το εναρκτήριο λάκτισμα για τις διαδικασίες ιδιωτικοποίησης του σιδηροδρομικού κλάδου και των τραπεζών. Προχώρησε ήδη σε μείωση του προϋπολογισμού για την υγεία –που δεν αντιπροσωπεύει πλέον παρά το 1,2% του ΑΕΠ για το 2018– όπως επίσης και του προϋπολογισμού για την εκπαίδευση –ανερχόμενου στο 0,6% του ΑΕΠ (2). Τα κονδύλια για το πρόγραμμα παροχής οικονομικής βοήθειας στους απασχολούμενους στον αγροτικό τομέα (Mahatma Gandhi National Rural Employment Guarantees Act, MGNREGA), για τα επιδόματα στις σχολικές καντίνες που παρέχουν σε όλους τους μαθητές από ένα δωρεάν γεύμα, τα σχέδια για πόσιμο νερό και τα προγράμματα αλφαβητισμού ετοιμάζονται και αυτά να περικοπούν.

Εν αμφιβόλω έχουν τεθεί επίσης οι σαράντα τέσσερις εθνικοί νόμοι περί εργασίας, με τους οποίους καθιερώθηκε η σαρανταοκτάωρη εβδομαδιαία εργασία –οκτώ ώρες εργασίας την ημέρα, μία ημέρα ανάπαυσης την εβδομάδα– και η υποχρέωση διοικητικής έγκρισης των απολύσεων που οφείλονται σε οικονομικούς λόγους –μια ελάχιστη κοινωνική προστασία, κερδισμένη με μεγάλο αγώνα κατά την ανεξαρτησία της Ινδίας, απότοκο ενός συμβιβασμού με την εργοδοσία και τις ρεφορμιστικές δυνάμεις, μια προστασία που ζηλεύουν ιδιαιτέρως οι Ασιάτες γείτονες.

Θα αντικατασταθούν από τέσσερις νόμους που θα περιορίζουν τα δικαιώματα των εργαζομένων προς όφελος των εργοδοτών και θα παρεμποδίζουν την άσκηση των συνδικαλιστικών ελευθεριών: από τη στιγμή που θα ψηφιστεί η τροποποίηση του 2018 στο νόμο του 1926 (Νόμος περί Συνδικαλιστικών Οργανώσεων της Ινδίας, India Trade Union Act), οι περιφερειακές αρχές θα αποκτήσουν νέες εξουσίες παρέμβασης στα συνδικάτα, τόσο όσον αφορά την επίσημη αναγνώρισή τους όσο και τις εσωτερικές διαφορές τους, για τη διευθέτηση των οποίων θα επιτρέπεται η διαιτησία. Έτσι, στο κρατίδιο του Ρατζαστάν, που αποτελεί πειραματικό εργαστήριο εφαρμογής της πολιτικής της κεντρικής κυβέρνησης, για την αναγνώριση ενός συνδικάτου είναι πλέον απαραίτητη η συμμετοχή του 30% των εργαζομένων μιας επιχείρησης σε αυτό (έναντι 15% προηγουμένως).

Η «απλούστευση» του νόμου του 1947 περί των διαφορών που προκύπτουν στον χώρο της βιομηχανίας (Industrial Disputes Act) επιτρέπει επίσης στους εργοστασιάρχες που απασχολούν έως τριακόσιους εργαζομένους (εκατό μέχρι πρότινος) να αποφασίζουν το διοικητικό κλείσιμο (λοκ-άουτ) των εργοστασίων τους χωρίς προηγούμενη κυβερνητική έγκριση. «Πλέον, το 86% της βιομηχανίας μπορεί να επωφεληθεί από τη νομοθετική ρύθμιση και να εκμεταλλεύεται ελεύθερα τους εργαζομένους χάρη σε αυτή τη ρήτρα», σχολιάζει η Αμαρζίτ Καούρ, γενική γραμματέας της Πανινδικής Ομοσπονδίας Συνδικάτων (All India Trade Union Congress, AITUC), προσκείμενης στο Κομμουνιστικό Κόμμα Ινδίας (CPI). Οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου, μέχρι πρότινος περιορισμένες στην κλωστοϋφαντουργία, επεκτάθηκαν σε όλους τους τομείς, στο όνομα της ευελιξίας στην αγορά εργασίας.

Επιπλέον: η εργατική νομοθεσία δεν αφορά παρά μόνο τον επίσημο τομέα της οικονομίας, δηλαδή το 7% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού, από τον οποίο μόλις το 2% συμμετέχει σε συνδικαλιστικές οργανώσεις. Για τον υπόλοιπο οικονομικά ενεργό πληθυσμό, η συνδικαλιστική οργάνωση παραμένει μια δύσκολη υπόθεση. Παρ’ όλα αυτά, στην απεργία του Ιανουαρίου παρατηρήθηκε μια συγκρατημένη αλλά ολοένα και πιο εμφανής σύγκλιση του δημόσιου και του ανεπίσημου τομέα της οικονομίας (εργάτες οικοδομών, υπηρέτες, οδηγοί ρίκσο και ταξί κ.λπ.). Χωρίς βέβαια να παραλείπουμε τους αγρότες και τους εργάτες γης.

Μπορεί ωστόσο η ευρεία αυτή κινητοποίηση να απειλήσει πραγματικά τις αντικοινωνικές δυνάμεις στην ηγεσία της χώρας; Τίποτα δεν είναι λιγότερο σίγουρο. Η Ινδία είναι εξοικειωμένη με τις μεγάλες συμβολικές πορείες και τις γενικές απεργίες: η γενική απεργία του Ιανουαρίου είναι η τρίτη κατά σειρά που έλαβε χώρα κατά την πενταετή θητεία του Μόντι, σε συνέχεια εκείνων του Σεπτεμβρίου 2016 και του Σεπτεμβρίου 2015. Αυτή τη φορά, περίπου δέκα συνδικάτα συνενώθηκαν σε μια κοινή πλατφόρμα, με τα προσκείμενα στις διάφορες κομμουνιστικές δυνάμεις να υπερτερούν, ως συνήθως, σε αριθμό. Όμως η σοσιαλδημοκρατική ομοσπονδία Indian National Trade Union Congress (INTUC) προωθήθηκε στις πρώτες γραμμές, με σκοπό να αναδείξει το Κόμμα του Ινδικού Εθνικού Κογκρέσου –στο οποίο πρόσκειται– ως αξιόπιστη αντιπολιτευτική δύναμη.

Όσο για την κομμουνιστική αντιπολίτευση –το CPI, το CPI(Μ) (Κομμουνιστικό Κόμμα Ινδίας / Μαρξιστικό) και το CPI(ML) (Κομμουνιστικό Κόμμα Ινδίας / Μαρξιστικό-Λενινιστικό)– δεν μοιάζει ακόμα έτοιμη να σφυρηλατήσει ένα κοινό πολιτικό κίνημα που θα εκφράζει το όραμα των μειονεκτούντων της ινδικής κοινωνίας: των εργατών, των γυναικών, των μουσουλμάνων, των διαφόρων φυλών και των Ντάλιτ (της κατώτατης κάστας των «Ανέγγιχτων»).

Στο μεταξύ, οι μαχητικοί διανοούμενοι –φοιτητές, καθηγητές, δημοσιογράφοι κ.λπ.– υφίστανται πέσεις και συλλαμβάνονται. Ένας «μακαρθισμός α λα ινδικά», για να παραθέσουμε τα λόγια του συγγραφέα Ανάντ Τελτούμπντε, επίσης διωχθέντος από την αστυνομία (3). Πολλοί, ανάμεσά τους και αρκετοί από τη ριζοσπαστική Αριστερά, ελπίζουν μετά τις επερχόμενες εκλογές να επικρατήσει ένας συνασπισμός με επικεφαλής το Κόμμα του Ινδικού Εθνικού Κογκρέσου –σύμβολο ενός νεοφιλελευθερισμού με πιο ανθρώπινο πρόσωπο…

Naïké Desquesnes

Δημοσιογράφος.
Ελίνα Βέτση

(1«India’s strong economy continues to lead global growth», Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, Ουάσιγκτον, DC, 8 Αυγούστου 2018, www.imf.org

(2«Business Standard», Νέο Δελχί, 4 Φεβρουαρίου 2018.

(3Anand Teltumbde, «McCarthyism in Modi’s India», «Jacobin», 23 Οκτωβρίου 2018, www.jacobinmag.com

Μοιραστείτε το άρθρο